ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Τόπος

«Η αποκάλυψη ενός σχεδόν άγνωστου Έλληνα ποιητή: Ο πηγαίος σουρεαλισμός του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα» του Κρεσέντσιο Σαντζίλιο

 

κραυγάζουν την ανάγκη των ερώτων 
«Υψίπεδον της διελεύσεως»

κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες 
και για τα βέλη των ανδρών 
«Το γάλα του αιγιαλού»

άνευ ορίων 
άνευ όρων 
«Τα βέλη» 

Οι στίχοι του Ανδρέα Εμπειρίκου από την ποιητική συλλογή Ενδoχώρα προσδιορίζουν και προβάλλουν με επαρκή εικαστική ενάργεια την ψυχολογική αίσθηση, πέρα απ’ την ενδόμυχη φυσική ανάγκη, του πανσεξουαλισμού, που στο πρόσωπο του μεγαλύτερου Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή βρίσκει τον αμεσότερο υμνητή και τον πιο πεπεισμένο υποστηρικτή του. Εξάλλου, το μνημειώδες μυθιστόρημά του, Ο Μέγας Ανατολικός, που κατηγορήθηκε ακόμη και για ακραία λαγνεία, είναι η πιο καταφανής και λαμπρή απόδειξη γι’ αυτό. Έτσι άλλωστε, και ειδικά στον Εμπειρίκο, η σημασία και η έννοια της λέξης «έρωτας» είναι με μυθικό τρόπο συνδεδεμένες με τη λειτουργία και τελικά με την πραγμάτωση του όρου «σεξ» εισάγοντας, μέσα απ’ αυτό το δίπολο, τις φροϊδικές ψυχαναλυτικές διαπιστώσεις στο ελληνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού.

Στο νησί της Λέσβου έζησε και έδρασε στα κρίσιμα χρόνια 1930-1950, αδιάφορος για οποιαδήποτε τάση δημοφιλίας και κοινωνικολογοτεχνικών αναγνωρίσεων, ένας ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος και κριτικός, ο οποίος ουδέποτε επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον να φανερώσει και εκδοτικά το έργο του με σκοπό την εξασφάλιση κάποιας, σίγουρα καθ’ όλα θεμιτής, σχετικής αξιολογικής κρίσης. Και μόνο, περίπου μια δεκαετία πριν από τον θάνατό του, η αγάπη του γιου του και η φιλία των μνημόνων συντρόφων του πρόσφεραν επιτέλους μια έκδοση των γραπτών του, με σκοπό τη δίκαια φιλοδοξία να γνωστοποιηθεί η εγκυρότητα, αλλά κυρίως, και με έμφαση, η πρωτοτυπία της ποιητικής του δημιουργίας και του στοχαστικού του οίστρου. Δεν γνωρίζω έως ποιο σημείο τα αποτελέσματα δικαίωσαν ή όχι αυτούς που προώθησαν ετούτη την πρωτοβουλία. Η κριτική, επίσημη ή όχι, θα πρέπει να μας πληροφορήσει.

Ένας άγνωστος λοιπόν ποιητής, τον οποίο αχνά πρωτοείδαμε μόλις το 1987, έτος της πρώτης έκδοσης ποιημάτων του με τίτλο Ο χορός της ορδής (ένας «παράξενος» όντως τίτλος, όχι λιγότερο από εκείνον της συλλογής του Θεόδωρου Ντόρρου, Στου γλυτωμού το χάζι), και πάλι είκοσι χρόνια αργότερα –σαν (την επιστροφή του) Ντ’ Αρτανιάν– το 2007, με την ανατύπωσή των στην πλήρη και οριστική μορφή τους (Ποιήματα 1937-1977).

Ο ποιητής ονομαζόταν, αλλά όχι, ονομάζεται Γιάννης (ή Γιαννακός) Αλύτης (1907-1999), σύγχρονος δηλαδή της τριάδας του «κανόνα» του ελληνικού υπερρεαλισμού –Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Ελύτης– ωστόσο, και το σημαντικότερο, ο μόνος ο οποίος, μέσα στην έκταση της μιας και μοναδικής εκδοθείσης ποιητικής συλλογής του, πραγματικά «ανταγωνίζεται», με τους τρόπους των σουρεαλιστών, την μπρετονική «ορθοδοξία» του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Ναι, γιατί ο Αλύτης, σημαίνον ψευδώνυμο του Βόμβα, στην περιφερειακή μεν, φίλεργη δε Λέσβο, συντάχτηκε με τις αρχές των υπερρεαλιστών (και, απ’ ό,τι φαίνεται, δίχως να αντιμετωπίσει τις απορριπτικές αντιδράσεις, που είχαν εκδηλωθεί στην πρωτεύουσα Αθήνα, όπερ και αποδεικνύει την ύπαρξη στο ακριτικό νησί μιας ασυνήθιστης για την εποχή πνευματικής «ανοιχτοσύνης») όταν ακόμη στην Ελλάδα από τη μια πλευρά κυριαρχούσαν, έστω και σε φθίνουσα φάση, οι συμβολιστικοί κλασικισμοί του τέλους του 19ου αιώνα, και από την άλλη συγχρόνως δοκιμάζονταν, και εκείνες αρχικά υπό χλευασμό και διωγμό, οι θεμελιώδεις μετέπειτα για τα ελληνικά γράμματα, και ακόμη σήμερα επίκαιρες πραγματικότητες του καβαφικού λόγου.

Σχετικά με τον Αλύτη, θα πρέπει εδώ προπαντός να τονιστεί πως σίγουρα δεν συμβαίνει κάθε μέρα ένας μεταφραστής να ανακαλύπτει έναν ξένο ποιητή για τον οποίο έως τότε, στην ίδια την πατρίδα του, δεν έχει υπάρξει κάποιο έγκυρο και κατάλληλο ερμηνευτικό κείμενο και του οποίου επομένως είναι άγνωστη ως και η ίδια η ύπαρξή του, όχι μόνο μέσα στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της ποίησης, αλλά και στον πιο περιορισμένο και εξειδικευμένο κύκλο των μελετητών της λογοτεχνίας.

Βεβαίως, όπως ο Ανδρέας Κάλβος και ο Κωνσταντίνος Καβάφης, και ο Γιάννης Αλύτης είναι συγγραφέας της μιας και μοναδικής ποιητικής συλλογής – μιας συλλογής όμως που διακρίνεται για τα ξεκάθαρα προδρομικά στοιχεία ποιητικής τεχνικής και ευγλωττίας, τα οποία αναμφίβολα «σπάνε» την τότε, ακόμα ισχύουσα στην Ελλάδα, παρεμβατική λογοτεχνική παράδοση/νοοτροπία, υπογραμμίζοντας πόσο αθεράπευτα απηρχαιωμένη και αναχρονιστική είναι, και σε αντάλλαγμα αντιπροτείνοντας ζωηρά σαρκικά οράματα, κλιματικά αισθησιακά μονοπάτια, διαυγείς ουρανούς φτερωτών λογισμών, που αργότερα ο Οδυσσέας Ελύτης θα εισαγάγει στις δικές του ηλιακές ευρυχωρίες (Προσανατολισμοί και Ήλιος ο Πρώτος).

Και είναι μια νέα γλώσσα, θα έλεγε κανείς εξευμενιστική, ακόμα και αποτροπαϊκή, σε αντιπαραβολή με τα τελευταία ανασκιρτήματα επιβίωσης των παλιών ποιητικών καθεστώτων, μια γλώσσα αυτόματη ή όχι αδιάφορο, ακατανόητη ή όχι δεν έχει σημασία, πάντως δονούμενη από ζωντανές λέξεις, ακριβώς οι «καινούργιες λέξεις» του Ντ’ Ανούντσιο, στον παλμό ανήκουστων εννοιών, σπασμωδικές μεν αλλά βέλη σε αχαρτογράφητα μονοπάτια του λόγου και των εικόνων.

Αναφερθήκαμε ήδη –και θα επανέλθουμε στη συνέχεια– στον χαρακτηριστικό εμπειρίκειο πανσεξουαλισμό με τον οποίο άξια συστοιχίζεται εκείνος του Αλύτη. Βεβαίως, μέσα σε ένα τέτοιου είδους πλαίσιο, η γυναικεία μορφή αποτελεί τον φέροντα μοχλό στη ποίηση του Εμπειρίκου, όπως και σε εκείνη του Αλύτη: μια γυναίκα με κατεξοχήν έντονα φυσικά χαρίσματα, ποικιλοτρόπως εκρηκτικά, αναπόφευκτα μοιραία για την αυτοαναφορική ανδρική παιγνιοφιλοσοφία και έμφαση ενέργειας. Ένας πανσεξουαλισμός λοιπόν στον οποίο η γυναίκα, και για την ακρίβεια το πολλαπλό γυναικείο σώμα, είναι οπωσδήποτε και οπουδήποτε το κινητήριο, ενεργητικό και παθητικό, συμπαντικό vas voluptatis, ωστόσο απολύτως απαλλαγμένο από οιανδήποτε ευτελή έννοια χυδαιότητας και μέσα στην πιο ενστικτώδη της, αθώα, και –γιατί όχι;– παραδείσια ελευθερία και απελευθέρωση της ανθρώπινης φύσης.

Σίγουρα η «παρέα» του Αλύτη είναι ό,τι πιο εκλεκτικό και σημαντικό θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Σε ορισμένες διαδρομές ο Αλύτης πορεύεται μαζί με τον Καβάφη, όχι μόνο των τελευταίων ποιηματικών πειραματισμών του (ο Αλεξανδρινός πέθανε το 1933), αλλά περισσότερο έντονα μέσα στις εκφραστικές απηχήσεις του προηγούμενου, όντως ανατρεπτικού, νεωτερικού στοχασμού του, ιδιαίτερα ακτινοβόλου και παρακινητικού.

Πορεύεται όμως και στο πλευρό του Ελύτη, συντοπίτη πολυτελείας, στον οποίο ίσως και να εμπνέει τον ηδονισμό της γήινης και θαλάσσιας φωτεινότητας, έτσι όπως εμφανίζονται στις εναρκτήριες ακολουθίες της ποιητικής του διαδρομής. Και σχετικά με τον Ελύτη δεν μπορώ να μην υποθέσω πως, όταν το 1959 στο υπερθετικό του Άξιον Εστί έγραφε τον στίχο «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου», ενσυνείδητα παράφραζε τον στίχο του Αλύτη «Ψυχή μας μια γλώσσα μυστική» από το ποίημα «Σειρήνες» του 1941, με σαφή αναφορά στην ελληνική γλώσσα, όπως εξάλλου ο ίδιος ο Ελύτης επιβεβαίωνε στον προηγούμενο στίχο: «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική».

Ωστόσο, μόνο με τον Εμπειρίκο ο Αλύτης βρίσκει την ίδια αναπνοή, τον ίδιο βηματισμό, γίνεται ο τέλειος συνομιλητής του, μαζί του σχεδόν cum ludet μέσα στις λέξεις και, ακόμη πριν, στο μεταμορφικό τους εργαστήρι. Ολοφάνερα ο Εμπειρίκος και ο Αλύτης βιώνουν το ίδιο κρυπτικό σουρεαλιστικό πνεύμα, του οποίου διασχίζουν τους ίδιους δρόμους, οσμίζονται τα ίδια αρώματα, καβαλούν τα ίδια σημασιολογικά κύματα. Και το ίδιο αισθησιακό ιδεώδες της γυναικείας φαινομενολογίας διαπερνά τους στίχους αμφοτέρων, και ειδικά ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματος, που καθορίζει και ανυψώνει το «αιώνιο θηλυκό» του Γκαίτε (Ewigweibliche) και το οποίο με κάθε τρόπο προεκτείνεται προς την εξαντλητική υπόσχεση της ζωής, μέσα σε μια διαδρομή όμως ανωτέρου σκοπού: το στήθος! Αξίζει λοιπόν τον κόπο να παραθέσουμε επ’ αυτού μια σύντομη σειρά σαφών αναλογιών, κλείνοντας την παρούσα ανάγνωση.

Λέει ο Εμπειρίκος:
θαλπωρή μαστών που δεν ξεχνά ποτέ ο ούριος άνεμος
τη στρογγυλάδα τους και τους αναπαλμούς που προκαλούνε οι θωπείες
και απαντά ο Αλύτης:
αναλίσκεται στη θαλπωρή των μαστών σου […]
ο αναπαλμός της στρογγυλάδας τους
Και κατόπιν ο Εμπειρίκος να αναφωνεί:
Ω οι μαστοί της νεότητας
και εξίσου ο Αλύτης:
Ω! μαστοί νεάνιδος που εγίνατε λαχτάρα
και ακόμα ο Εμπειρίκος:
θύσανοι πουπουλένιοι σκιρτούν ανάμεσα στα στήθη των νεανίδων
και ο Αλύτης:
τα ριγηλά σου στήθη κρύβουν τον ήλιο της ζωής
και ενώ ο Εμπειρίκος λέει:
μια κόρη της πολύ μικρή παίζει με τους μαστούς της
ο Αλύτης απαντάει:
οι ανώριμοι μαστοί σου με τραβούν
κι ο Εμπειρίκος θυμάται:
και γλείφουν τα στήθη τους με περιπάθεια
με τον Αλύτη άλλο τόσο:
τις ορμητικές τάσεις των μαστών σου.
Ωστόσο, η δόξα των γυναικείων μαστών εξίσου «εκτιμάται» και απ’ τους δυο ποιητές, όταν για τον Εμπειρίκο:
και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί
ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες
και για τον Αλύτη:
στήθη χρυσόμηλα της χαραυγής
μενεξεδένιοι καρποί πικάντικης γεύσης
και για τον Εμπειρίκο:
χαϊδεύοντάς το στα βυζιά της με λαχτάρα
σαν χαμαϊλί της ηδονής
και τον Αλύτη:
απ’ το στήθι σου στάζει μέλι ηδυπάθειας.

Αλλά κι άλλες ακόμη σημαντικές αλληλεπιδράσεις «δένουν» τον Αλύτη με τον Εμπειρίκο (ή αντίστροφα), με έναν δεσμό ταύτισης που υπάρχει αποκλειστικά ανάμεσα στους δυο. Έτσι, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε στον Εμπειρίκο:
– ένα κορίτσι στο παράθυρο κρυφά
δίνει τα στήθη της στα περιστέρια
– ένα βυζί που αποκαλύπτεται
– για το εφήβαιον και για τα στήθη
των νεανίδων
– η τρυφερότης των μαστών
– ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη
κόρης γλυκειάς
– το στήθος της γυναικός είναι ωραίο
– μια παλάμη σ’ ένα στήθος
– οι συμπληγάδες είναι μαστοί νεάνιδος που τους θωπεύει ο ποντοπόρος
– δόσις φωτός στο στήθος μου
– προς τα πελάγη και τον γαλαξία
του στήθους και του σπέρματος

και εξίσου ο Αλύτης:
– οι κρεμαστοί κήποι των μαστών σου
– το στήθι σου τώρα είναι αποθέωση
– ανυψωμένα τ’ άσειστα στήθη
– έχεις κρυμμένας τας οπώρας των μαστών
– είναι τα στήθη σου σαν κούμαρα βαριά
– τα ριγηλά σου στήθη
– τ’ απαράμιλλο στήθι
– θριαμβικά υψωμένο τ’ αγέρωχο στήθι
– έχεις στο στήθος σου το γάλα της ζωής μου
– τα στήθη σου με την εξαίσια λειτουργία των
– το στήθι σου το ζεστό
το στητό

Φυσικά και για τους δυο η γυναίκα δεν είναι μόνο δυο στήθη γεμάτα υποσχέσεις, αλλά στ’ αλήθεια ένα σώμα με την προοπτική μιας πανταχόθεν διάχυσης γήινων αποκαλύψεων, σχεδόν μια πραγματική γνωσιολογική έφεση προς τη σεξουαλικότητα και τον αισθησιασμό, μια γλυπτική εσωστρεφών κοσμικών δυναμικών, στην οποία πραγματώνεται η σαρκική εξιδανίκευση του έρωτα.

Αυτός είναι λοιπόν ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας, ο νέος άγνωστος υπερρεαλιστής ποιητής με το φως του Αλκαίου και της Σαπφούς στους στίχους του, ο οποίος, έστω και με τα 36 μόνο ποιήματα, αλλά βεβαίως και με το αξιοσημείωτο πεζογραφικό του έργο (Οι φίλοι μου και εγώ, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα, 2013), σε μια γλώσσα εξαιρετικής ποικιλίας και λεξιλογικής και παραστατικής εφευρετικότητας, δεν γίνεται να μην αξίζει την αναγνώριση, εν πάση περιπτώσει ουδόλως αμφισβητήσιμη, μιας σίγουρης πρωτοπορίας μέσα στο ιδιότυπο ελληνικό φυσικό και πνευματικό περιβάλλον, στο πλαίσιο της πρωταρχικής θεωρητικής δομής του André Breton (και Philippe Soupault) των Les champs magnétiques.

Ό,τι εδώ έχει προηγηθεί επιβάλλει, λοιπόν, μια θεμελιώδη διαπίστωση την οποία είναι εντελώς αδύνατο να παραβλέψουμε: μόλις είδαμε δηλαδή με πόση αμεσότητα και αμοιβαία «εγγύτητα» πραγματοποιείται ο «διάλογος» μεταξύ Αλύτη και Εμπειρίκου, μια οσμωτική και γόνιμη συνομιλία. Είναι στίχοι (ασφαλώς όχι και οι μόνοι, καθώς θα μπορούσαμε να σταχυολογήσουμε πολλούς άλλους ακόμα) οι οποίοι κάλλιστα, δίχως να μας φανεί σκανδαλώδες, θα ήταν δυνατόν να αποδοθούν εξίσου στον έναν ή στον άλλο ποιητή, τόσο ταυτόσημη είναι η αλληλοπροσέγγισή τους, σε γλώσσα και ιδέες, μέσα στη forma mentis με την οποία και ο ένας και ο άλλος επεξεργάζονται την ίδια θεματολογία.

Αλλά εκείνο που πιότερο πρέπει να τονίσουμε –ολοφάνερα χαρακτηριστικό και αντικειμενικά σημαντικό– είναι το γεγονός ότι ο Αλύτης βρίσκει και βιώνει μια, θα λέγαμε, εκλεκτική συγγένεια, και μάλιστα μια «ετυμολογική» συγγένεια, και σε μια τόσο ευρεία εκφραστική γκάμα, ακριβώς με την κατεξοχήν ελληνική πρωτότυπη υπερρεαλιστική «εικόνα», τον Ανδρέα Εμπειρίκο, και όχι με άλλους (π.χ. Εγγονόπουλο, Ελύτη) τους οποίους η λογοτεχνική κριτική –με την οποία, παρεμπιπτόντως, κάθετα διαφωνώ– θεωρεί υπερρεαλιστές «ισότιμους» με τον Εμπειρίκο.

Είναι εμφανές ότι η ποιητική προδιάθεση του Αλύτη βρήκε στη βασική «εμπειρίκεια μυθολογία» της γυναίκας την οργανική διαθλαστική ανταπόκριση στη δική του αισθητικοφιλοσοφική φύση, και όχι μόνο, αλλά επίσης και το ακριβές ιδεολογικό και υφολογικό υφάδι, εγγενές με τους σημειωτικούς κώδικες του υπερρεαλισμού, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται να συναντάται στην έμπνευση και στον μετατονισμό του σουρεαλιστικού αφηγήματος των άλλων, ως και φημισμένων, ποιητών που προαναφέρθηκαν. Δεν γνωρίζω εάν μεταξύ των δυο υπήρξε κάποια συνάντηση ή κάποια ανταλλαγή ή ανάγνωση στίχων που κατά κάποιον τρόπο να «βοήθησε» αυτή την αναμφισβήτητη, τόσο «αιχμηρή», ανταπόκριση ποιητικών προθέσεων και εκτελεστικών πράξεων. Ας είναι.

Πριν από τον Αλύτη, ένας άλλος ποιητής, κι αυτός με μόλις 20 ποιήματα, αλλά και με ένα πεζογραφικό έργο ποικίλης προβληματικής, ο Θεόδωρος Ντόρρος, προδρομικός κι αυτός σουρεαλιστής επίσης δημόσια παραγνωρισμένος, υπήρξε ένας άλλος νέος άγνωστος, τον οποίο οι διάφορες λογοτεχνικές σοφιστείες στην εποχή του, αλλά και μετέπειτα, είχαν αναγκάσει να απομονωθεί σε ένα δικό του «κενό ύπαρξης», πολύ πιθανόν στο όνομα μιας ανομολόγητης(;) σύμβασης, ίσως ομερτά(;) συμφωνίας, όπου έπρεπε να μείνει ανέγγιχτη και απρόσβλητη η υπεροχή εκείνων τους οποίους η επίσημη κριτική είχε μεριμνήσει να τοποθετήσει πάνω σε ένα αρχέτυπο βάθρο.

Απ’ τη μια πλευρά ο Θεόδωρος Ντόρρος κι απ’ την άλλη ο Γιάννης Αλύτης δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν μέσα στους «καπνούς» ενός σιωπηρού σκότους. Η όποια αξία τους πρέπει να αναγνωριστεί, έστω κι αν αυτή η αναγνώριση θα πρέπει να προσβάλει και να μειώσει την αναγνώριση που ορίστηκε για άλλους. Ένας έπαινος λοιπόν στον Ντόρρο και ένας ίσος έπαινος στον Αλύτη. Και βέβαια δεν αρκεί το ότι ένας ξένος μελετητής διακηρύσσει αυτές τις αξίες. Είναι πολύ βολικό το να λέει κάποιος «ουδείς προφήτης στον τόπο του»: γιατί είναι ακριβώς «στην πατρίδα» που ο πνευματικός κόσμος πρέπει να επισημάνει και δεόντως να ανυψώσει τη μόλις τώρα αναφερθείσα «αξία», πέρα από όποιους προκαθορισμούς λογοτεχνικού δογματισμού.

Θα ήθελα να φανταστώ ότι εν μέρει αυτό πραγματοποιήθηκε για τον Ντόρρο. Είναι καιρός τώρα να συμβεί το ίδιο και για τον Γιάννη ή Γιαννακό Αλύτη-Βόμβα, ήδη «μεταγραμματισμένο» ομότεχνο ενός κάποιου Οδυσσέα Ελύτη-Αλεπουδέλη.