ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Ιστορία

4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1936 Η μεταξική δικτατορία και ο πολιτικός κόσμος της εποχής

Όταν στις 5 Μάρτη του 1936 ο βασιλιάς Γεώργιος έκανε τον Ι. Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή, πολλοί ήταν αυτοί που νόμισαν- κι ακόμη περισσότεροι αυτοί που διέδωσαν- πως ο μονάρχης παρενέβαινε δυναμικά για να αποφύγει μια δικτατορία. Φαινομενικά έτσι είχαν τα πράγματα, αφού το πρωί της ίδιας ημέρας- και φυσικά πριν υπουργοποιηθεί ο Μεταξάς- πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών σύσκεψη της ανώτατης ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας με θέμα την κήρυξη δικτατορίας. Μάλιστα μετά τη σύσκεψη ο, μέχρι εκείνη τη στιγμή, υπουργός Στρατιωτικών, Αλ. Παπάγος, πήγε στα ανάκτορα και ζήτησε από το βασιλιά να παύσει την κυβέρνηση Δεμερτζή και να ορίσει νέα, εξωκοινοβουλευτική, της εμπιστοσύνης των ανακτόρων και των Ενόπλων Δυνάμεων1.
Ο Γκαίμπελς, υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ, δίπλα στον Μεταξά, όταν επισκέφθηκε την Ελλάδα, μετά από πρόσκληση του δικτάτορα. Η παραίνεσή του προς τα Σώματα Ασφαλείας, ήταν μονολεκτική: «Βασανήστε…»

Ακόμη κι αυτός ο Ε. Βενιζέλος φαίνεται να παρασύρθηκε από εκείνες τις εξελίξεις και σε επιστολή που έστειλε από το Παρίσι στο φίλο του Λουκά Ρούφο, στις 9/3/1936, σχολίαζε ως εξής την υπουργοποίηση του Μεταξά: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τον Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν. Με την ενέργειάν του αυτήν ο βασιλεύς απέκτησε πάλιν ακέραιον το κύρος του, τόσον απαραίτητον διά την αποκατάστασιν της ψυχικής ενότητος του ελληνικού λαού και την οριστικήν επάνοδον της Χώρας εις κανονικόν πολιτικόν βίον… Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς!»2.

Εντελώς διαφορετικά σχολίασε την υπουργοποίηση του Μεταξά ο «Ριζοσπάστης» ο οποίος έγραφε3: «Η παρουσία του Μεταξά στο υπουργείο Στρατιωτικών, όχι μόνο δεν αποτελεί καμιά εγγύηση για το λαό, αλλά αντίθετα αποτελεί πρόκληση κατά των εργαζομένων. Ο Μεταξάς είναι ο πιο ραφιναρισμένος φασίστας με καθαρά χιτλερικό, φασιστικό πρόγραμμα. Δεν είναι ανάγκη ν’ αναφέρουμε τις αλλεπάλληλες δηλώσεις του και τις ενέργειές του, που απέβλεπαν πάντα σε μια προσωπική δικτατορία. Η εγκαθίδρυσή του σήμερα στο υπουργείο Στρατιωτικών, δείχνει μια ανακατάταξη δυνάμεων μέσα στους στρατιωτικούς – δικτατορικούς κύκλους και μια προσπάθεια της μοναρχίας συγκέντρωσης όλων των αυλόδουλων στρατοκρατικών δυνάμεων για εγκαθίδρυση μιας βασιλικής δικτατορίας, δεδομένου πως τόσο ο ίδιος ο Μεταξάς, όσο και οι στρατιωτικοί πάνω στους οποίους στηρίχθηκε είναι της απολύτου εμπιστοσύνης του Βασιλιά».

Η ακρίβεια με την οποία η εφημερίδα του ΚΚΕ εκτίμησε τα γεγονότα και πρόβλεψε όσα θα επακολουθούσαν είναι ομολογουμένως καταπληκτική. Δυο, περίπου, μήνες αργότερα, στις 27 Απρίλη 1936 ο Μεταξάς αντικατέστησε τον αποθανόντα Δεμερτζή στη θέση του πρωθυπουργού και η κυβέρνηση που σχημάτισε πήρε την ψήφο εμπιστοσύνης όλου, σχεδόν, του αστικού πολιτικού κόσμου. Στη συνέχεια, για την ακρίβεια τρεις μέρες μετά την ψήφο εμπιστοσύνης, η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη, αφού προηγουμένως έδωσε στη μεταξική κυβέρνηση το δικαίωμα να εκδίδει διατάγματα. Ετσι εγκαθιδρύθηκε στη χώρα ένα ιδιότυπο καθεστώς που αργότερα πολύ εύστοχα ονομάστηκε «καθεστώς της 3 1/2 Αυγούστου»4. Η ολοκλήρωση την πορείας προς τη φασιστική δικτατορία ήρθε στις 4 Αυγούστου του 1936, όταν στις 8 το βράδυ ο Μεταξάς, έχοντας πλήρη κάλυψη από τα ανάκτορα, συγκάλεσε υπουργικό συμβούλιο και ζήτησε από τους υπουργούς του να υπογράψουν δύο διατάγματα, όπου με το πρώτο αναστελλόταν η ισχύς βασικών άρθρων του Συντάγματος και με το δεύτερο διαλυόταν η Βουλή. Ως βασική αιτία για την επιβολή της δικτατορίας προβαλλόταν ο λεγόμενος κομμουνιστικός κίνδυνος. Το γνωστό δηλαδή άλλοθι που χρησιμοποιεί η άρχουσα τάξη για κάθε είδους περιστολή των λαϊκών ελευθεριών, όταν αυτό επιτάσσουν τα συμφέροντά της.

Η δικτατορία και τα αστικά κόμματα
Ο Μεταξάς εν μέσω υποτακτικών του που χαιρετάνε φασιστικά

Η επιβολή της Μεταξικής δικτατορίας ασφαλώς δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η άρχουσα τάξη της χώρας και ο αγγλικός ιμπεριαλισμός, που είχε τον πρώτο λόγο στις ελληνικές υποθέσεις, προετοιμάζονταν χρόνια για μια τέτοια εξέλιξη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ο μόνιμος Βρετανός υφυπουργός, Ρ. Βάνσιτταρτ, έγραφε σε υπόμνημά του6 το Μάη του 1937 ότι το καθεστώς Μεταξά σε σχέση με την Αγγλία ήταν «πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα». Κι ούτε είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι ο Μεταξάς συγκέντρωσε πολύ εύκολα τις εξουσίες που του χρειάζονταν για να κάνει τη δικτατορία, έχοντας τη σκανδαλώδη στήριξη ή ανοχή του αστικού πολιτικού κόσμου.

Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι ο δικτάτορας είχε φροντίσει πολύ έγκαιρα να κάνει γνωστές τις προθέσεις του. Για παράδειγμα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή»7, το Γενάρη του 1934, είχε, μεταξύ άλλων, υπογραμμίσει: «Το κοινοβουλευτικόν σύστημα είναι εν απολύτω αδυναμία να ανταποκριθή εις τα νέα προβλήματα, τα οποία εδημιούργησεν η ζωή των λαών… το πρόβλημα δεν είναι πώς θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους».

Αλλά δεν ήταν μόνο ο Μεταξάς που έθετε στην ημερήσια διάταξη τη δικτατορία. Με το ενδεχόμενο της δικτατορίας ερωτοτροπούσαν όλοι οι κορυφαίοι αστοί πολιτικοί της εποχής, ενώ άλλοι βοηθούσαν αντικειμενικά στην επιβολή της, ανεξαρτήτως αν το αντιλαμβάνονταν. Τα πιο ακραιφνή φιλοδικτατορικά στοιχεία συγκεντρώνονταν στο χώρο της λεγόμενης Δεξιάς, η δράση της οποίας άλλωστε υπονόμευε ανοικτά την προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία του 1924 και πρωταγωνιστούσε στην παλινόρθωση της μοναρχίας, πράγμα που έγινε με το δημοψήφισμα της βίας και νοθείας της 3ης Νοέμβρη του 1935. Το γεγονός αυτό, η επιστροφή της μοναρχίας δηλαδή, αποτέλεσε την αντίστροφη μέτρηση προς την 4η Αυγούστου, αλλά και την αναγκαία προϋπόθεση γι’ αυτήν.

Η εξ αντικειμένου ευνοϊκή, για την επιβολή της δικτατορίας, δράση της λεγόμενης δεξιάς δε σημαίνει πως τα κόμματα του Κέντρου – με κορυφαίο το κόμμα των Φιλελευθέρων, του Ελ. Βενιζέλου – πήγαιναν πίσω. Απ’ αυτό το χώρο, άλλωστε, ξεκίνησαν δύο αποτυχημένα στρατιωτικά κινήματα για την κατάληψη της εξουσίας. Το πρώτο, ήταν ένα πραξικόπημα – οπερέτα, με επικεφαλής τον Πλαστήρα, που εκδηλώθηκε στις 6 Μάρτη του ’33 (μια μέρα μετά τις εκλογές) και κράτησε λίγες ώρες. Το δεύτερο είναι το γνωστό Βενιζελο-πλαστηρικό κίνημα της 1ης Μάρτη του ’35, που έστω κι αν είχε στις γραμμές του πολλούς δημοκρατικούς αξιωματικούς, είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως άνοιξε το δρόμο στην αντίδραση για να προωθήσει από καλύτερες θέσεις τα αντιδημοκρατικά της σχέδια.

Η φασιστικοποίηση της νεολαίας ήταν μια από τις κύριες επιδιώξεις της Μεταξικής δικτατορίας
Η δικτατορία και οι κορυφαίοι αστοί πολιτικοί

Πέρα από το ρόλο που έπαιξαν τα αστικά κόμματα στην προετοιμασία της Μεταξικής δικτατορίας, εξίσου αξιοσημείωτος και αξιοπρόσεκτος είναι ο αντίστοιχος ρόλος κορυφαίων αστών πολιτικών ηγετών εκείνης της εποχής.

Ο Ελ. Βενιζέλος, για παράδειγμα, μιλώντας από το βήμα της Βουλής στις 15/3/1933 αποκάλυπτε πως είχε μια συνομιλία με τον Πλαστήρα, λίγο πριν αυτός κάνει το γνωστό κίνημα, όπου συμφώνησαν ότι θα ήταν καλή για την Ελλάδα μια δικτατορία. Η μόνη διαφωνία τους ήταν στο γεγονός ότι ο Βενιζέλος δε θεωρούσε τον Πλαστήρα ικανό να παίξει το ρόλο του Μουσολίνι την Ελλάδας. «Διά να υπάρξη μία τοιαύτη δικτατορία – ισχυρίστηκε ο Βενιζέλος ότι είπε στον Πλαστήρα – πρέπει να υπάρξη δικτάτωρ, και τέτοιο δικτάτορα εγώ δεν τον βλέπω. Εγώ νομίζω αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα ότι δεν είσαι ικανός να κάνεις τον δικτάτορα ως ο Μουσολίνι»8. Επίσης, όπως προκύπτει από δικές του επιστολές το Φλεβάρη του ’35, ο Βενιζέλος έκρινε ως αναγκαία – με περιορισμένη, όμως χρονική διάρκεια – την επιβολή δικτατορίας στη χώρα9.

Ο Πλαστήρας , με τη σειρά του ήταν κατ’ απόλυτο τρόπο οπαδός μια δικτατορικής λύσης στο ελληνικό πολιτικό πρόβλημα. Πρωταγωνίστησε, άλλωστε, στα δύο στρατιωτικά κινήματα που προαναφέραμε. Ακόμη, πριν ο Μεταξάς εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του, ο Πλαστήρας με δηλώσεις του, στις 29/6/1936, φρόντισε να ταχθεί αλληλέγγυος, λέγοντας ανάμεσα στα άλλα10: «Πρόκειται συγκεκριμένως περί των κατά τας ημέρας αυτάς διαδόσεων προς εγκαθίδρυσιν δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνώντων σήμερον. Θα ήτο τη αληθεία ευχής έργον, εάν ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθή η ιδέα αύτη το ταχύτερον, διότι προσωπικώς πιστεύω, όπως πάντα και τώρα, ότι μόνον μία ηθική και αφατρίαστος δικτατορία είναι δυνατόν να σώση την χώραν από την πλήρη αποσύνθεσιν».

Ο Θ. Σοφούλης , ως επικεφαλής του κόμματος των Φιλελευθέρων είχε υπογράψει με το Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ-αγροτιστές), στις 19/2/1936, σύμφωνο συνεργασίας (γνωστό ως σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) από το οποίο στη συνέχεια υπαναχώρησε υποστηρίζοντας μαζί με το κόμμα του και το δεξιό Λαϊκό Κόμμα τη λύση Δεμερτζή, την κυβέρνηση Μεταξά και το καθεστώς της «3 1/2 Αυγούστου». Ακόμη, λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας με δηλώσεις του, φρόντιζε να αποπροσανατολίζει το λαό, διαβεβαιώνοντας ότι κίνδυνος για τους «ελεύθερους κοινοβουλευτικούς θεσμούς» δεν υπήρχε11.

Ο Σοφοκλής Βενιζέλος – γιος του Ελ. Βενιζέλου και διάδοχος του πατέρα του στο κόμμα των Φιλελευθέρων – όπως ο ίδιος αποκάλυψε δημόσια στα 193912 είχε συζητήσει και είχε συμφωνήσει με το Μεταξά για την επιβολή της δικτατορίας, προβάλλοντας κάποιους όρους δευτερεύουσας σημασίας.

Τέλος, ο Γ. Παπανδρέου και ο Α. Παπαναστασίου λίγο πριν ο Μεταξάς πραγματοποιήσει τα σχέδιά του – κι ενώ ο κίνδυνος ήταν κάτι παραπάνω από φανερός – αρθρογραφούσαν κατά του ΚΚΕ13. Για τον Γ. Παπανδρέου μάλιστα αξίζει να προσθέσουμε και τούτο. Το Φλεβάρη του 1935 με άρθρο του στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» υποστήριξε τα εξής για το θέμα της δικτατορίας14: «η δικτατορία ως προσωρινόν μέτρον προς αντιμετώπισιν εξαιρετικών εθνικών περιστάσεων, το οποίον συμπαρέρχεται μαζί με τας εξαιρετικάς αυτάς περιστάσεις, ως υπαγόρευσις και υπέρτατος νόμος εθνικής σωτηρίας, δεν ημπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτισιν».

Τη δικτατορία ως αναγκαιότητα προέβαλε και ο αστικός Τύπος. Πρωταγωνιστές η «Καθημερινή» του Γ. Βλάχου, που το έγραφε ανοικτά στις σελίδες της, και το «Βήμα» του Λαμπράκη που υποστήριξε το Μεταξά στην πορεία του προς την εξουσία, με αξιοζήλευτη συνέπεια.

Το ΚΚΕ στην πάλη κατά του φασισμού και της δικτατορίας

Το ΚΚΕ ήταν το μοναδικό πολιτικό κόμμα που με συνέπεια πάλεψε κατά του φασισμού και της επερχόμενης δικτατορίας. Εγκαιρα είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους και είχε απευθύνει προσκλητήριο αντιφασιστικής συσπείρωσης και πάλης. Η αντιφασιστική πάλη του Κόμματος σ’ όλο το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30 – και πριν την 4η Αυγούστου του ’36 – ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί εδώ. Ενας όμως σημαντικός σταθμός αυτού του αγώνα, που πρέπει να τον αναφέρουμε, είναι το πολυσυζητημένο σύμφωνο Σκλάβαινα – Σοφούλη15. Συγκεκριμένα το Γενάρη του ’36 το ΚΚΕ συγκρότησε με το Αγροτικό Κόμμα (παράταξη Βογιατζη) το συνασπισμό του Παλλαϊκού Μετώπου, ο οποίος σημείωσε επιτυχία στις εκλογές που έγιναν στις 26 του ιδίου μήνα. Οι εκλογές εκείνες δεν έδωσαν αυτοδύναμη κυβέρνηση, αλλά το Παλλαϊκό Μέτωπο δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Στις 19/2 ήρθε σε συμφωνία με το κόμμα των Φιλελευθέρων του Θ. Σοφούλη και ανέλαβε την υποχρέωση να ψηφίσει τους Φιλελεύθερους για προεδρείο της Βουλής, καθώς και να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση που θα συγκροτούσε αυτό το κόμμα, στη βάση ενός μίνιμουμ δημοκρατικού, φιλολαϊκού, αντιφασιστικού προγράμματος. Το σύμφωνο αυτό – εκτός από την περίπτωση της εκλογής του προεδρείου της Βουλής – δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με ευθύνη του κόμματος των Φιλελευθέρων, γιατί οι τελευταίοι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, προτίμησαν να ανοίξουν το δρόμο στον Μεταξά. Μόνο το ΚΚΕ και οι σύμμαχοι του αντιτάχθηκαν στην προσπάθεια της ντόπιας ολιγαρχίας και του ξένου παράγοντα να συγκεντρώσει ο Μεταξάς στα χέρια του όλες τις εξουσίες που χρειαζόταν ώστε να πραγματοποιήσει με επιτυχία τη δικτατορία. Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου παράξενο που το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, από την επομένη της εγκαθίδρυσής του, ξεκίνησε έναν απηνή διωγμό κατά των κομμουνιστών έχοντας ως κύριο στόχο του να εξαφανίσει από προσώπου Γης το κόμμα τους.

Σπ. Λιναρδάτου: «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου», εκδόσεις «Θεμέλιο» 1965, σελ. 178

«Ελεύθερο Βήμα» 18/3/1936

«Ριζοσπάστης» 6/3/1936

«Φοίβου Γρηγοριάδη»: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909 – 1940», εκδόσεις «Κ. Καπόπουλος», τόμος 4ος, σελ. 141 κ.ε.

Βλέπε «Ημερολόγιο Ι. Μεταξά», εκδόσεις «Γκοβόστη», τόμος 4ος (7ος), σελ. 222 – 225

Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις «Διογένης», σελ. 25

«Καθημερινή», 6/1/1934

Ν. Ψυρούκη: «Ο Φασισμός και η 4η Αυγούστου», εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελ. 62 και Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις «Ικαρος» 1955, τόμος β’, σελ. 183

Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», τόμος β’, σελ. 290

10 Μ. Μαλαίνου: «Η 4η Αυγούστου», Αθήναι 1947, σελ. 86

11 Ν. Ψυρούκη: «Ο Φασισμός και η 4η Αυγούστου», εκδόσεις «Επικαιρότητα», σελ. 73

12 Σπ. Λιναρδάτου, στο ίδιο, σελ. 233 – 236

13 Δ. Σάρλη: «Η πολιτική του ΚΚΕ κατά του μοναρχοφασισμού», Αθήνα 1975, σελ. 397

14 «ΕΘΝΟΣ» 9/2/1935

15 «Το ΚΚΕ – Επίσημα κείμενα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος Δ’ σελ. 342 – 343

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πηγή: Ριζοσπάστης 4η Αυγούστου – Μεταξάς: Η άρχουσα τάξη βρίσκει τον φασίστα της στον φίλο του Γκαίμπελς

 

 

4η Αυγούστου – Μεταξάς: Η άρχουσα τάξη βρίσκει τον φασίστα της στον φίλο του Γκαίμπελς

Σαν σήμερα, στις 4 Αυγούστου 1936, επιβλήθηκε μια από τις στυγνότερες χούντες που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος: Η χούντα του φασίστα Μεταξά. Ο λόγος της δικτατορίας; Μα τι άλλο; “Η αντιμετώπισης βεβαίας κομμουνιστικής επαναστάσεως”… 

(εφημερίδες της εποχής – από candiadoc)

Υπενθυμίζουμε:

    1) Ο Μεταξάς ήταν αυτός που το 1936, λίγους μήνες πριν κηρύξει επίσημα τη φασιστική δικτατορία, είχε διοριστεί πρωθυπουργός από τον βασιλιά Γεώργιο και είχε λάβει στη Βουλή την ψήφο εμπιστοσύνης όλων των αστικών κομμάτων. Κι όμως:

Το Γενάρη του ίδιου χρόνου στις εκλογές που είχαν προηγηθεί είχε λάβει μόλις 50.000 ψήφους και κατείχε μόλις 7 έδρες στη Βουλή.

Χαρακτηριστική είναι τα λόγια του τότε βουλευτή Ηλείας του Λαϊκού Κόμματος, Βάσου Στεφανόπουλου κατά την αγόρευσή του στη Βουλή (29.4.1936):

“Εχρεωκοπήσαμεν ως Κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως Συνέλευσις […] Εχάσαμεν ίσως και τον ψυχικόν σύνδεσμον προς τον λαόν, τον οποίον ενετάλημεν να διακυβερνήσωμεν. Διότι, τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή, όταν ο μεν λαός φωνάζει δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες προς την κραυγήν ταύτην του απαντώμεν: Και όμως θα σε κυβερνήση ο κ. Μεταξάς».

Τόσο… δημοκρατικό το αστικό καθεστώς, λοιπόν. Από τα γεννοφάσκια του. Τόσο ώστε να παραδίδει την εξουσία με όλους τους κοινοβουλευτικούς τύπους σε φασίστες.

Τόσο… «αντισυστημικός» και ο φασίστας Μεταξάς, ο διορισμένος από τα ανάκτορα, ο εκλεκτός της άρχουσας τάξης. «Αντισυστημικός», όσο και τα ναζιστόμουτρα – επίγονοί του…

    2) Μετά τη στάση πληρωμών του 1932, η Ελλάδα πλήρωνε μετά από συμφωνίες με τους δανειστές το 30% των τόκων που χρωστούσε. Το καθεστώς Μεταξά είναι αυτό που εξασφάλισε σε τοκογλύφους και κερδοσκόπους αποπληρωμές που έφτασαν μέχρι και το 43%.

Τόσο… «πατριωτικό» το καθεστώς Μεταξά . Όσο και τα ναζιστόμουτρα – απόγονοί του…

    3) «Εκτός από τους χώρους της πολιτικής και του στρατεύματος, το καθεστώς (σ.σ. Μεταξά ) άντλησε τα στελέχη του και από τον επιχειρηματικό κόσμο του αντιβενιζελικού χώρου και τους τραπεζιτικούς και χρηματιστικούς κύκλους, κυρίως από τα υψηλόβαθμα κλιμάκια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΕΤΕ), του μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος της χώρας, και δευτερευόντως της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ).

    Οι βιομήχανοι Ανδρέας Χατζηκυριάκος (ως πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών αλλά και ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας μέχρι τις 24 Ιουλίου 1937), Επαμεινώνδας Χαρίλαος και Πρόδρομος («Μποδοσάκης”) Αθανασιάδης στήριξαν ενεργά την άνοδο και την οικονομική πορεία της μεταξικής κυβέρνησης.

    Ο Αλέξανδρος Κορυζής, υποδιοικητής (και από το 1939 διοικητής) της ΕΤΕ, ανέλαβε το υπουργείο Προνοίας (αργότερα μετονομασθέν σε Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως) και το 1941 διαδέχθηκε τον Μεταξά στην πρωθυπουργία.

    Από τον χώρο της ΕΤΕ προήλθε και ο διάδοχος του Χατζηκυριάκου στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (ο Ιωάννης Αρβανίτης, ο οποίος τον Απρίλιο του 1938 ανέλαβε παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών και παρέμεινε εκεί, στα δύο οικονομικά υπουργεία, μέχρι τον Απρίλιο του 1941).

    Ο οικονομολόγος καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος διατήρησε τη θέση του υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, μέχρι την παραίτηση του Εμμ. Τσουδερού το 1939 – στον Βαρβαρέσο είχε προσφερθεί το αξίωμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, αλλά εκείνος το αρνήθηκε, προσφέροντας ωστόσο ανελλιπώς τις οικονομικές του συμβουλές στην κυβέρνηση.

    Ο Αλέξανδρος Ν. Κανελλόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ), διατέλεσε κυβερνητικός επίτροπος της ΕΟΝ (1937-41)».

(Σπυρίδων Πλουμίδης, «Το καθεστώς Μεταξά », 1936-1940)

Τόσο… «αντικεφαλαιοκράτης» ο Μεταξάς. Ο Μεταξάς των βιομηχάνων, των τραπεζιτικών και χρηματιστηριακών κύκλων . Όσο και τα ναζιστόμουτερα-κληρονόμοι του…

Ο «πατριώτης» Μεταξάς - το ίνδαλμα των Κασιδιάρηδων - απαθανατίζεται με το συρφετό του να του αποδίδει τιμές σε άψογο ναζιστικό χαιρετισμό...

Ο «πατριώτης» Μεταξάς – το ίνδαλμα των Κασιδιάρηδων – απαθανατίζεται με το συρφετό του να του αποδίδει τιμές σε άψογο ναζιστικό χαιρετισμό…

    Αυτός ήταν ο «πατριώτης» Μεταξάς .

Καθόλου τυχαίο, επομένως, που σε αυτόν αποδίδει τιμές ο σημερινός απόπατος της πολιτικής ζωής του τόπου.

Και πολύ καλά κάνουν τα χιτλεροειδή καθώς για το μόνο που είναι άξιοι είναι να διαφημίζουν και να διατυμπανίζουν τη «μαυρίλα» τους μέσα από τα έργα των «αξιότιμων» πατρώνων τους.

Ιδού μερικά από αυτά:

     «Τα βασανιστήρια που εφάρμοσαν οι χαφιέδες της δικτατορίας (σ.σ.: τουΜεταξά ) εναντίον των αντιπάλων του καθεστώτος, των κομμουνιστών, σοσιαλιστών, δημοκρατικών, εναντίον των πρωτοπόρων εργατών, φοιτητών, αγροτών και διανοουμένων είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν.

    Το ρετσινόλαδο και ο πάγος ήταν από τις κυριότερες μεθόδους βασανισμού για την απόσπαση «ομολογιών” και «δηλώσεως μετανοίας”. Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμοζόταν περίπου με τον παρακάτω τρόπο:

    Στο τραπέζι του ανακριτή – βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο.

    Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι. Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, τη φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού.

    Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής – ανακριτής το έκρινε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμιών.

    Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη «ανάκρισις” και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμιών.

    Σ’ αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο.

    Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος.

    Το δεύτερο βασανιστήριο ήταν η στήλη πάγου. Ανέβαζαν τον κρατούμενο στην ταράτσα της Ασφάλειας και τον υποχρέωναν να καθίσει γυμνός πάνω σε μια στήλη πάγου. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με του ρετσινόλαδου. Ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος. Πολλές φορές οι βασανιστές τον υποχρέωναν να κάθεται τόση πολλή ώρα πάνω στον πάγο, ώστε ορισμένοι κρατούμενοι πάθαιναν κρυοπαγήματα (…).

    Άλλο βασανιστήριο ήταν το τράβηγμα των νυχιών με τσιμπίδες. Σε άλλους έβαζαν σπίρτα στα νύχια και τα άναβαν ή τους έκαιγαν το κορμί με τσιγάρο. Αλλους τους χτυπούσαν με σακουλάκια άμμο στα πόδια. Το ξύλο και τα βασανιστήρια γίνονταν συνήθως στην ταράτσα της Γενικής ή Ειδικής Ασφάλειας για να μην ακούγονται οι φωνές του κρατουμένου (…).

    Οι βασανιστές του Κ. Μανιαδάκη χρησιμοποιούσαν και πολλά άλλα μέσα για να αποσπάσουν «ομολογίες” ή «δηλώσεις” και να υποτάξουν τους δημοκράτες στο φασιστικό καθεστώς. Μια μεσαιωνική μέθοδος βασανισμού που χρησιμοποιούσαν ήταν το σιδερένιο στεφάνι. Το περνούσαν στο κεφάλι του κρατουμένου και το έσφιγγαν σιγά σιγά όσο προχωρούσε η ανάκριση.

    Άλλο μέσο ήταν η περίφημη «πιπεριά” που προκαλούσε φοβερό άγχος στον κρατούμενο και η «γάτα” που καταξέσκιζε τις σάρκες. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος ήταν η «φάλαγγα”. Αφού επί ώρες έδερναν οι βασανιστές τον κρατούμενο στα πέλματα με δεμένα πόδια σ’ ένα κρεβάτι ή μια καρέκλα, ύστερα τον υποχρέωναν να τρέχει ξυπόλυτος στην ταράτσα της Ασφάλειας. Η ίδια ομάδα βασανιστών στην Ασφάλεια χρησιμοποιούσε και μια ακόμα βάρβαρη μέθοδο: Αφού έκανε ράκος τον κρατούμενο από το ξύλο, τον περιέλουζε κατόπιν με κουβάδες βρώμικο νερό (…).

    Υπολογίζεται ότι εκτός από τους δεκάδες αγωνιστές που πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές και τις εξορίες και τις εκατοντάδες που παραδόθηκαν από το ξενοκίνητο καθεστώς της 4ης Αυγούστου στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές και εκτελέστηκαν, 12 τουλάχιστον δολοφονήθηκαν στην περίοδο της 4ης Αυγούστου κατά τον ίδιο τρόπο στα διάφορα φασιστικά κάτεργα.

    Γενική αρχή του καθεστώτος ήταν «σακατεύετε, αλλά μη σκοτώνετε”. Οι αφηνιασμένοι βασανιστές δεν μπορούσαν πάντα να συγκρατήσουν το «ζήλο” τους σε ορισμένα όρια.   

    Έπειτα, πολλές δολοφονίες έγιναν προμελετημένα, γιατί το καθεστώς ήθελε να «ξεπαστρέψει” και μερικούς για να φοβηθούν και να «σπάζουν” ευκολότερα οι άλλοι. Σε πολλές δεκάδες φτάνουν οι πολίτες που τρελάθηκαν, έγιναν φυματικοί ή ανάπηροι ή υπέφεραν για πολλά χρόνια ύστερα από τα βασανιστήρια (…)».

(Από το βιβλίο του Σπύρου Λιναρδάτου, «Η 4η Αυγούστου»).

Ο Μεταξάς με τον αγαπημένο φίλο του, καλεσμένο του στην Αθήνα, τον Γκαίμπελς.

    Τι χρειάζεται, λοιπόν, αυτός ο τόπος; Αυτός ο τόπος «χρειάζεται Μεταξάδες»…

Έτσι το είχε δηλώσει ο λάτρης του Μουσολίνι, ο φωτογραφηθείς ακόμα και με το μουσουλμανικό φέσι των Ες-Ες, ο χρυσαυγίτης υποφυρερίσκος, ο πρώην βουλευτής Παππάς (24/4/2013) στη Βουλή.

Την αστική, δηλαδή, Βουλή. Οπως αστική ήταν και εκείνη η Βουλή του ’36, εντός της οποίας οι πλουτοκράτες και τα τότε κόμματά τους διόρισαν πρωθυπουργό τον δικτάτορα της 4ης Αυγούστου.

Αλλά, γιατί ο τόπος «χρειάζεται τους «πατριώτες” Μεταξάδες»; Για να κάνουν τι;

  • Μήπως, για να δολοφονούν εργάτες, όπως ο Μεταξάς τους καπνεργάτες το ’36;
  • Μήπως, για να παραδίδουν πραγματικούς πατριώτες, δημοκράτες, κομμουνιστές στην Γκεστάπο,όπως έκανε το καθεστώς Μεταξά το ’41;
  • Μήπως, γιατί ο φασισμός ξέρει να διατηρεί ισχυρές τις «φιλίες» των κεφαλαιοκρατών προς πάσα ιμπεριαλιστική κατεύθυνση, όπως εκείνες οι φιλίες του Μεταξά που, και προσωπικός φίλος του Γκαίμπελς ήταν, και θιασώτης του Χίτλερ και του Μουσολίνι ήταν, αλλά (ταυτόχρονα) και υπηρέτης και μαριονέτα των Αγγλων, ήταν;
  • Μήπως, για να διαδοθούν τα «φώτα του ελληνικού πολιτισμού», που σαν τέτοια θεωρούν τα ναζιστοειδή τις μεθόδους του Ελληνα «Μέγκελε», του αρχιδολοφόνου Μανιαδάκη, δεξί χέρι του Μεταξά (και αργότερα βουλευτής του «εθνάρχη» Καραμανλή), που πολλές από τις μεθόδους του στα μπουντρούμια της Ασφάλειας εφαρμόστηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα και στα μπουντρούμια των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής;
  • Μήπως, για να επανδρωθούν νέα Τάγματα Ασφαλείας, δωσιλόγων, μαυραγοριτών, από «πατριώτες» σαν αυτούς του καθεστώτος Μεταξά;
  • Μήπως, για νέες ρεμούλες και κομπίνες σαν εκείνες με τους «υπέρ Αεροπορίας» εράνους επί Μεταξά ;
  • Μήπως, για να έχουμε μια κυβέρνηση που θα απαρτίζεται απευθείας από τραπεζίτες, από βιομήχανους και από εφοπλιστές, όπως εκείνη του Μεταξά ;

Για όλα αυτά «χρειάζεται Μεταξάδες» ο τόπος, κατά τα ναζιστόμουτρα και τα φασοστοειδή με “φιλελεύθερο” προσωπείο. Και για όλα τα άλλα που ο ίδιος ο Μεταξάς τα περιέγραφε σαν «επιτεύγματα» του φασιστικού του καθεστώτος. Ένα καθεστώς με το οποίο, όπως ο ίδιος ομολογούσε:

    «Η Ελλάδα έγινε ένα Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό…».

Και, φυσικά, ένα τέτοιο κράτος, που θα διαχειρίζεται πολιτικά τις υποθέσεις των καπιταλιστών όπως τις διαχειριζόταν ο Μεταξάς, ένα κράτος που η δικτατορία της αστικής τάξης θα ασκείται χωρίς προσχήματα, όπως το επιθυμούν οι κάθε λογής φασίστες, όντως έχει αποδειχτεί ιστορικά «χρήσιμο».

Αλλά για ποιους, άραγε; Για το λαό, προφανώς, όχι. Για τους κεφαλαιοκράτες, όμως, αυτούς δηλαδή που έκαναν πρωθυπουργό τον δικτάτορα Μεταξά , που έκαναν καγκελάριο τον Χίτλερ και που «θρέφουν» κάθε λογής “μαυρίλα”,  σίγουρα.

 

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

[email protected] facebook.com/mpogiopou