ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Επικαιρότητα

Με αφορμή την ανάδειξη της Leicester City σε πρωταθλήτρια στη Premier League φέτος

lester

 «…Μολονότι  ο  οπαδός  μπορεί να  παρακολουθήσει το  θαύμα  με μεγαλύτερη  άνεση  από  την  τηλεόραση,  προτιμάει  την περιπλάνηση προς αυτόν τον τόπο προσκυνήματος, όπου θα  δει τους  αγγέλους  του  να  αγωνίζονται  με  σάρκα  και οστά ενάντια στους δαίμονες που έχουν βάρδια. Εδώ ο οπαδός κουνάει το μαντίλι του, καταπίνει το σάλιο του, γκλουπ,  καταπίνει φαρμάκι,  μασάει το σκούφο του, ψιθυρίζει  προσευχές  και  κατάρες,  και  ξαφνικά  γδέρνει το λαιμό του σε μια επευφημία και πηδάει σαν τον ψύλλο, αγκαλιάζοντας τον άγνωστο που φωνάζει γκολ δίπλα του.  Όσο  διαρκεί αυτή  η  ειδωλολατρική τελετουργία,  ο οπαδός δεν είναι ένας αλλά πολλοί. Μαζί με χιλιάδες άλλους πιστούς συμμερίζεται την πεποίθηση ότι είμαστε οι καλύτεροι, ότι όλοι οι διαιτητές είναι πουλημένοι, όλοι οι αντίπαλοι είναι ύπουλοι. Σπάνια ο οπαδός θα πει: Απόψε παίζει η ομάδα μου. Συνήθως λέει: Απόψε παίζουμε εμείς. Ο  δωδέκατος  αυτός παίκτης  γνωρίζει  καλά  ότι  αυτός  είναι  που  φυσάει τους ανέμους του πάθους που σηκώνουν την μπάλα όταν αυτή κοιμάται, όπως οι άλλοι έντεκα  παίκτες γνωρίζουν  καλά ότι  αγώνας  χωρίς  οπαδούς  είναι  σαν  να  χορεύεις  χωρίς μουσική…» (Εντουάρντο Γκαλεάνο)

Με αυτά τα λόγια ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» περιγράφει τη μαγική σχέση του παιχνιδιού αυτού με τα εκατομμύρια των πιστών φίλων του.

Με αφορμή λοιπόν την τεράστια επιτυχία της ομάδας του Leister City, που για πρώτη φορά στην ιστορία της αναδείχθηκε πρωταθλήτρια στη Premier League της Αγγλίας για το 2016, έρχεται στο προσκήνιο ξανά η συζήτηση για το ποδόσφαιρο και τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η τεράστια λαοφιλία του.

Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε πως, όπως σχολιάζει με το δικό του γλαφυρό τρόπο ο Εντουάρντο Γκαλεάνο, στο ποδόσφαιρο οι θεατές που το παρακολουθούν δεν έχουν το χαρακτήρα θεατών μια θεατρικής παράστασης, αλλά συμμετέχουν με ουσιαστικό τρόπο  στα δρώμενα στον αγωνιστικό χώρο, και πολλές φορές καθορίζουν και το αποτέλεσμα μιας ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Η περιγραφή του C. Geertz για τις κοκορομαχίες στο Μπαλί και ο τρόπος με τον οποίο σε ένα χωριό στο Μπαλί οι ίδιοι οι κάτοικοι του παίρνουν ενεργό μέρος στους αγώνες ανάμεσα στα κοκόρια, δίνοντας τους ένα πολύ ευρύτερο περιεχόμενο και νοηματοδοτώντας τη καθημερινή τους ζωή μέσα απ” αυτό το παιχνίδι, έχει μεγάλες αναλογίες με όσα συμβαίνουν γύρω απ” το ποδόσφαιρο στις σύγχρονες κοινωνίες[1]. Η επεκτεινόμενη μάλιστα χρήση του στοιχηματισμού από πάμπολλες εταιρίες στοιχημάτων, που δεν αφορούν μονάχα στο αποτέλεσμα ενός αγώνα, αλλά επεκτείνονται σε κάθε επιμέρους πτυχή του, ακόμα στη πιο ασήμαντη (όνομα σκόρερ, αριθμός τερμάτων, αριθμός corners κλπ) κάνει το ποδόσφαιρο να μοιάζει περισσότερο με το “βαθύ παιχνίδι” που περιγράφει ο Geertz για τις κοκορομαχίες. Και όπως σωστά αναφέρει ο Γάλλος εθνολόγος C. Bromberger, συγκρίνοντας το με τις κοκορομαχίες στο Μπαλί στη μελέτη του Geertz, το ποδόσφαιρο είναι ένα φιλοσοφικό παραμύθι που παράγει συναισθήματα με νοηματικούς σκοπούς[2].

Στο χώρο του ποδοσφαίρου αντιστοιχίζονται με απόλυτο τρόπο αξίες, ταυτότητες, συμπεριφορές, και νοηματοδοτήσεις που μορφοποιούν τις σημερινές σύγχρονες κοινωνίες.

Η περίπτωση της «σταχτοπούτας» Λέστερ, όπως και εκείνης της Εθνικής Ελλάδας στο EURO του 2004, δείχνει πως δεν αρκούν μόνο οι μεγάλοι παίχτες, ή ο προπονητής, ή ο μεγάλος προϋπολογισμός για να είναι κάποιος πρωταθλητής.

Το ποδοσφαιρικό γήπεδο είναι ένας κατ’ εξοχήν χώρος, όπου η σύγχρονη κοινωνία δείχνει την ενότητα, αλλά και τη διαφορετικότητά της. Είναι ίσως απ’ τους λίγους χώρους όπου δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος, όπου οι αλλαγές στην εξέλιξη ενός αγώνα μπορεί να είναι ραγδαίες από λεπτό σε λεπτό, όπου η επιτυχία είναι αποτέλεσμα ενός πολύπλοκου συνδυασμού παικτών, προπονητή, διαιτητή, γηπέδου, οπαδών και μπορεί να κριθεί από απρόβλεπτους παράγοντες. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού, είναι ταυτόχρονα και χαρακτηριστικά στη ζωή των σύγχρονων κοινωνιών. Εκεί που δεν αρκεί να είσαι ο καλύτερος για να πετύχεις, εκεί που η ζωή είναι πολύπλοκη και μπορεί να παρουσιάσει ραγδαίες αλλαγές, εκεί όπου βιώνεις την αδικία, ενώ είσαι καλύτερος,

Στο ποδόσφαιρο, όπως και στη πραγματική ζωή η τιμιότητα και τα προσόντα μπορεί να μην αρκούν για να κερδίσεις. Πολλές φορές η μικροαπάτη, (πχ. να κερδίσεις μερικά δευτερόλεπτα μένοντας στο τερέν προσποιούμενος τον τραυματία, ή να προσποιηθείς ανατροπή για να κερδίσει η ομάδα σου πέναλτι) είναι μέρος του παιχνιδιού, όπως και οι λανθασμένες αποφάσεις των διαιτητών. Στο ποδόσφαιρο όπως και στη πραγματική ζωή στις σύγχρονες κοινωνίες η ανταγωνιστικότητα είναι ουσιαστικό στοιχείο, καθώς η επιτυχία του ενός, βασίζεται στην αποτυχία του άλλου. Την ίδια στιγμή η αλληλεγγύη και η ομαδικότητα, είναι το πιο σημαντικό στοιχείο για την επίτευξη της νίκης.

Στο ποδόσφαιρο ενυπάρχουν τρεις βασικές συμβολικές αρχές που συναντούμε και στη πραγματική ζωή : η βία, η αβεβαιότητα και ο θάνατος. Κάθε ποδοσφαιρικός αγώνας είναι μια βίαιη μάχη, χωρίς εκ των προτέρων να είναι γνωστή η έκβασή της, ενώ το τέλος της σηματοδοτεί τον συμβολικό θάνατο του ηττημένου, κάτω απ’ τις επευφημίες των νικητών[3].

Η ώρα του αγώνα είναι η στιγμή που ο φίλαθλος οπαδός για 90 λεπτά θα υποτάξει το ατομικό, ώστε σύμφωνα με τον Emile Durkheim «να επιβεβαιώσει τη συνέχεια της συλλογικής συνείδησης», ταυτιζόμενος με όλους τους άλλους που ανήκουν στην ίδια με αυτόν ομάδα εναντίον του αντιπάλου. Για 90 λεπτά το ατομικό υποτάσσεται στο συλλογικό, όπου το συλλογικό είναι η «ομάδα». Και σ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες όπου ο καθένας που ανήκει στην ομάδα είναι απαλλαγμένος από καθημερινές ιεραρχήσεις δημιουργείται η αίσθηση της «communitas», που έχει χαθεί στην καθημερινή ζωή, όπου επικρατεί η ατομικότητα και ο ανταγωνισμός των ατόμων.

Το ποδόσφαιρο στις μέρες μας έχει πάψει προ πολλού να είναι απλώς ένα παιχνίδι. Όπως και ότι στον καπιταλισμό μπορεί να επιφέρει κέρδος, έχει ενταχθεί πλήρως στην οικονομία της αγοράς, είναι ένα προϊόν με πολύ μεγάλη ζήτηση στην αγορά και γύρω απ’ αυτό αναπτύσσεται μια μεγάλη βιομηχανία κερδών και πλούτου. Και σ’ αυτό, όπως και σε πολλές άλλες πτυχές των κοινωνιών μας η διαφθορά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Παρά το γεγονός όμως αυτό, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να διατηρεί και να διαπραγματεύεται κοινοτικές και συλλογικές ταυτότητες σ’ ολόκληρο τον κόσμο με τρόπο που κανένα άλλο άθλημα δεν μπόρεσε ποτέ να πετύχει.

Αλλά για το θέμα της συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων γύρω από το ποδόσφαιρο και για την νοηματοδότηση τους στις σύγχρονες κοινωνίες, ίσως χρειαστεί άλλο ένα σημείωμα στο φιλόξενο αυτό ιστότοπο!

[1] Geertz Clifford, “Βαθύ παιχνίδι, Σημειώσεις πάνω στη Μπαλινέζικη κοκορομαχία”,  Η Ερμηνεία των Πολιτισμών (Αρχική Έκδοση NewYork: Basic Books, 1973). Μετάφραση Θόδωρος Παραδέλλης Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2003

[2] Bromberger Christian, Football as world-view and as ritual, French Cultural Studies 1995 6: 293, http://frc.sagepub.com/content/6/18/293.citation Downloaded  at MICHIGAN STATE UNIV LIBRARIES on January 13, 2012

[3] Χλιαουτάκη Γιάννη, Ο ρόλος του ποδοσφαίρου στη σύγχρονη κοινωνία, Περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, Τεύχος  3, 1988 σελ. 44

Ο Δημήτρης Μάντζαρης  είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής και Ιστορικής Ανθρωπολογίας του Παν. Αιγαίου