ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Επικαιρότητα

Οι εκλογές του “μικρότερου κακού”

clidontrab

Όπως πλησιάζει η 8 Νοεμβρίου έχουμε μια αίσθηση déjà vu. Οι ΗΠΑ φαίνεται να ακολουθούν τη Βρετανία του Brexit, την Γαλλία της Μαρίν Λεπέν ή την Ιταλία του Πέπε Γκρίλο. Όταν ο Τραμπ μπήκε στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών όλοι είπαν «αδύνατον». Όταν κέρδισε το χρίσμα, όλοι είπαν «δεν μπορεί να κερδίσει την προεδρία». Όσο πλησιάζουν οι εκλογές το αδύνατο αρχίζει να φαίνεται δυνατό. Η πολιτική τρελάθηκε, λένε οι διαψευσμένοι σχολιαστές.

Μεταδημοκρατία των καρτούν

Και όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι δυτικές κοινωνίες, εξουθενωμένες από τη μακρόχρονη καπιταλιστική κρίση και την υποχώρηση των αξιακών τους θεμελίων, στέκονται αμήχανα μπροστά στις δραματικές αλλαγές στην εργασία και την κοινωνική αναπαραγωγή. Ο ύστερος καπιταλισμός χρειάζεται ανοικτά σύνορα και ενιαίες αγορές αλλά αυτό οδηγεί σε δομική ανεργία, τεράστια αύξηση των ανισοτήτων και απονομιμοποίηση του συστήματος. Η πολιτική αντιμετωπίζει με δύο τρόπους τα τεράστια υπαρξιακά προβλήματα. Ο πρώτος, business as usual. Μας ξέρετε καλά, έχουμε κυβερνήσει για δεκαετίες, έχουμε την τεχνογνωσία και την εμπειρία της εξουσίας, τους ειδικούς και τις επιστημονικές απαντήσεις που θα λύσουν τα προβλήματα. Απέναντι, ο δεξιός λαϊκισμός: ρητορική υπεράσπιση του λαού, των ανέργων και των χαμηλόμισθων, επίθεση στο πολιτικό κατεστημένο και τις μειονότητες. Και αυτό δεν αποτελεί αμερικανική ιδιαιτερότητα.

Βρισκόμαστε στην καρδιά της «μεταδημοκρατικής» συνθήκης, της επιβολής των τεχνοκρατικών λύσεων και της οικονομίας της αγοράς επί της πολιτικής. Οι κεντροδεξιοί και οι κεντοραριστεροί έχουν συγκλίνει στο νεοφιλελεύθερο κέντρο. Η παντοδυναμία των τεχνοκρατών στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι τα πολύπλοκα κοινωνικά προβλήματα έχουν επιστημονικά σωστές λύσεις που δεν πρέπει να μπαίνουν σε δημόσια διαβούλευση.

Ο λαός δεν καταλαβαίνει, κάνει λάθη. Καλύτερα λοιπόν να μην ανακατεύεται λένε οι μεν, κάτι που μετά την ψευτο-δημοκρατική ρητορική του Ψυχρού Πολέμου δημιουργεί σε άλλους δικαιολογημένες αλλά και ακραίες αντιδράσεις. Αν οι αμερικανικές εκλογές αποτελούν εξαίρεση, αυτό οφείλεται μόνο στον πρωταγωνιστή, που μοιάζει με καρτούν από έργο του Ντίσνεϋ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε διάσημος ως παρουσιαστής του τηλεοπτικού παιχνιδιού Apprentice. Σ« αυτό επαναλάμβανε με σαδιστική ικανοποίηση την κεντρική φράση »Απολύεσαι« (You are fired). Πώς είναι δυνατόν ένας δισεκατομμυριούχος, που κομπάζει ότι »ομορφιά μου είναι ότι είμαι πολύ πλούσιος», να έχει χτίσει την εκλογική του εκστρατεία γύρω από την προστασία των φτωχών και των εγκαταλελειμμένων της οικονομικής κρίσης;

Αντίπαλός του η Χίλαρι Κλίντον. Βαρετή και προβλέψιμη, χωρίς συναισθηματική φόρτιση και έμπνευση, η Χίλαρι βρίσκεται στην καρδιά του αμερικανικού κατεστημένου. Σύζυγος προέδρου, υπουργός Εξωτερικών, ένθερμη υποστηρικτής των στρατιωτικών επιχειρήσεων, στενά συνδεδεμένη με την Wall Street, που την υποστηρίζει οικονομικά και πολιτικά.

Η Κλίντον υιοθετεί κοινωνικά φιλελεύθερες πολιτικές και απευθύνεται στη μεσαία τάξη ανεξάρτητα από κομματικές ή ιδεολογικές προτιμήσεις στρατολογώντας επιφανείς Ρεπουμπλικανούς όπως η Ράις, ο Παόυελ ή ο Κίσινγκερ. Ο Τραμπ αντίθετα εγκαταλείπει τη μεσαία τάξη και οργανώνει τη στρατηγική του γύρω από μια επιφανειακά «λαϊκή» και ταξική πολιτική.

Για πολλά χρόνια η πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ εστιαζόταν στους «πολέμους της κουλτούρας» (culture wars): τις φυλετικές διακρίσεις, την πολιτική ορθότητα, τις αμβλώσεις, την προστασία του ιδιωτικού βίου. Εδώ βρίσκεται το δεύτερο μέτωπο. Η Κλίντον υιοθετεί τις φιλελεύθερες θέσεις και απευθύνεται στις γυναίκες, τους μαύρους και τους Latinos. Ο Τραμπ επιτίθεται στις μειονότητες (μετανάστες, μουσουλμάνους, ΛΟΑΤ, μαύρους) με επίδειξεις ανδρισμού, φραστικής βίας και πολιτικού θράσους.

Η κεντρική αντίθεση των εκλογών δεν είναι λοιπόν Δεξιά εναντίον Αριστεράς. Για τον Τραμπ είναι λαός εναντίον ελίτ. Για την Κλίντον η συνέχιση των πολιτικών του Ομπάμα και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων αντιμετωπίζει έναν τρελό και ψεύτη αντίπαλο που δεν δικαιούται να διεκδικεί το ύπατο αξίωμα. Έτσι διαμορφώνεται η πολιτική του 21ου αιώνα.

Λαός vs ελίτ

Στη μεταδημοκρατική εποχή η πολιτική περιφρονεί και απωθεί τους πολίτες. Αυτή η υποτιμητική αντιμετώπιση βρίσκεται πίσω από την άνοδο του Τραμπ αλλά και του Σάντερς και του Κόρμπιν. Ο Σάντερς έχτισε την επιτυχία της εκστρατείας του από τα κάτω, υιοθετώντας το σύνθημα του Occupy Wall Street «είμαστε το 99%» και κινητοποιώντας τους ριζοσπάστες νέους. Αλλά και ο Τραμπ χρησιμοποίησε τη δυναμική του ακροδεξιού Tea Party και την αγανάκτηση ενός κόσμου που αισθάνεται προδομένος από την παγκοσμιοποίηση, το πολιτικό και χρηματοπιστωτικό κατεστημένο και τα οργανωμένα συμφέροντα.

Στη διάρκεια της προεδρίας Ομπάμα, ο αριθμός των ακραία φτωχών αυξήθηκε κατά επτά εκατομμύρια, ενώ πενήντα εκατομμύρια εξαρτώνται από κρατικά επιδόματα. Αυτός είναι ο κόσμος του Τραμπ. Με το λαϊκό και άσεμνο λεξιλόγιο, τις ασυναρτησίες, τις απειλές και τις βρισιές, ο Τραμπ θυμίζει συζήτηση σε μπαρ εργατών που έχασαν τις δουλειές τους όταν έκλεισαν τα εργοστάσια στο Κλίβελαντ και στην Ατλάντα.

Η αγανάκτηση της εγκατάλειψης, οι ζωές χωρίς ελπίδα συνδυάζονται με έναν άσφαιρο ματαιωμένο ανδρισμό και μεταφράζονται σε μίσος ενάντια σε ένα μακρινό και αόρατο αλλά παντοδύναμο κατεστημένο. Η παραδοσιακή λαϊκή καχυποψία απέναντι στο κράτος αποτελεί το τρίτο συστατικό του ιδεολογικού μείγματος. Αυτή μαζί με τη ρεπουμπλικανική παράδοση των επαναστατών «Πατέρων του Έθνους» δημιουργεί μια ισχυρή «φαντασιακή κοινότητα» χρεωμένη με την υποστήριξη του γράμματος του Συντάγματος και της κατοχής όπλων.

Μόνιμο ρεφρέν του Τραμπ είναι η καταγγελία των ελίτ, στις οποίες ανήκει η δυναστεία Κλίντον, αλλά και ο ίδιος, μια και είναι γεννημένος σε πάμπλουτη οικογένεια. Η άγνοια, οι ανοησίες, τα ψέματα ξεπερνάνε κάθε προηγούμενο. Ο Τραμπ θα χτίσει τείχος στα σύνορα με το Μεξικό που θα το πληρώσει η μεξικανική κυβέρνηση, θα απαγορεύσει την είσοδο σε όλους τους μουσουλμάνους (αργότερα το περιόρισε κάπως) και θα καταστρέψει το ISIS, το οποίο «ίδρυσε ο πρόεδρος Ομπάμα. Και θα έλεγα ότι συνιδρυτής είναι η διεστραμμένη Χίλαρι Κλίντον».

Για την Κλίντον, ο Τραμπ είναι τόσο τρελός, ώστε μπορεί να αρχίσει τον Γ” Παγκόσμιο Πόλεμο. Βασικό μήνυμα του Τραμπ όμως παραμένει η καταγγελία του ελεύθερου εμπορίου, της παγκοσμιοποίησης και της Κίνας, που ευθύνονται, όπως υποστηρίζει, για την απώλεια των θέσεων εργασίας στο αμερικανικό Mid West.

Ο Τραμπ υπόσχεται να ξανακάνει την Αμερική μεγάλη με μείωση των φόρων, δασμούς στις εισαγωγές και επιδότηση των εξαγωγών. Θα καταργήσει τις εμπορικές συμφωνίες της Βόρειας Αμερικής (NAFTA), του Ειρηνικού (TPP) και θα διακόψει τις διαπραγματεύσεις για τη Διατλαντική Συμφωνία (TΤIP), όπως ζητάει και η Ευρωπαϊκή Αριστερά.

Αλλά δεν σταματάει εκεί. Σαν μαφιόζος προστάτης, θα ζητήσει από τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους να πληρώνουν για την Αμερικανική προστασία. Αν δεν το κάνουν, οι ΗΠΑ θα καταγγείλουν τις αμυντικές συμφωνίες και θα φύγουν από το ΝΑΤΟ. Αντίθετα, ο πρόεδρος Τραμπ θα βελτιώσει τις σχέσεις με τη Ρωσία του Πούτιν, με τον οποίο υπάρχει αμοιβαίος θαυμασμός και έμμεση βοήθεια στην υποκλοπή των emails της Κλίντον.

Ο Τραμπ συνεχίζει την αμερικανική παράδοση του οικονομικού προστατευτισμού και του διεθνούς απομονωτισμού. Εντούτοις το ελεύθερο εμπόριο και η θέση του διεθνούς σερίφη αποτελούν μόνιμες οικονομικές και αμυντικές πολιτικές. Η πρόεδρος Κλίντον θα τις συνεχίσει. Αλλά και ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα σημάνει ριζική αλλαγή, παρά τις υποσχέσεις.

Όπως μάθαμε στην Ελλάδα, κυβέρνηση και εξουσία δεν ταυτίζονται. Ο Τραμπ αποτελεί εφιάλτη για τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς, που θα βρουν τρόπους να τον ουδετεροποιήσουν. Η συνέχεια του κράτους, η δύναμη των θεσμών και τα συμφέροντα του κεφαλαίου είναι ισχυρότερα από τις επιθυμίες ή φαντασιώσεις κάποιου που βγαίνει από τα πιο εξωφρενικά έργα του Hollywood.

Αλλά ο Τραμπ μας δίνει και ένα μάθημα. Το αλλοπρόσαλλο μείγμα πολιτικών και οι λαϊκές αναφορές δείχνουν ότι ο καπιταλισμός παραμένει επαναστατική δύναμη όπως και την εποχή του Μαρξ. Για να διατηρήσει την κυριαρχία, αλλάζει το δέρμα του και εγκαταλείπει παλιές ορθοδοξίες και παντοδύναμους ηγέτες. Η Αριστερά πρέπει να διδαχθεί από τον δεξιό λαϊκισμό: τη διαίρεση ανάμεσα σε λαό και ελίτ, τη συνομιλία με τα συναισθήματα -δημοκρατικά, πατριωτικά, θρησκευτικά- τη δημιουργία ενός αφηγήματος βελτίωσης της καθημερινότητας και εθνικής αναγέννησης.

Κυρίως, από τη δυνατότητα να ακούει και να κινητοποιεί τον κόσμο συνομιλώντας με τις ελπίδες και τους φόβους του. Αυτό έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ στις αντιστάσεις, αυτό έκαναν ο Σάντερς, ο Κόρμπιν, οι Ποδέμος. Αυτό πρέπει να ξαναχτίσουμε σήμερα. Παραφράζοντας τον Πουλαντζά θα λέγαμε ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει από τα κάτω ή δεν θα έρθει ποτέ.

Ο πόλεμος των φύλων

Ο πόλεμος των φύλων θα αποφασίσει το αποτέλεσμα των εκλογών. Για τις γυναίκες η άνοδος του Τραμπ είναι καταστροφική, αλλά και απελπιστικά οικεία. Τίποτα δεν δείχνει καλύτερα την κατάστασή τους στις ΗΠΑ από έναν υποψήφιο πρόεδρο που προσβάλλει τις γυναίκες με κάθε ευκαιρία. Ο Τραμπ σχολιάζει διαρκώς την εξωτερική τους εμφάνιση αποκαλώντας την πρώην Μις Υφήλιο, ηθοποιό Alicia Machado, «χοντρή» και «Κυρά Νοικοκυρά» (αναφερόμενος στη βενεζουελάνικη καταγωγή της).

Θέλει να απαγορεύσει τις εκτρώσεις και να επιβάλει «κάποια μορφή τιμωρίας» στις παραβάτριες γυναίκες και τους γιατρούς τους. Όταν η Megyn Kelly, παρουσιάστρια του καναλιού Fox, τον εγκάλεσε για τα σεξιστικά του σχόλια, ο Τραμπ αντέδρασε λέγοντας πως μάλλον η παρουσιάστρια θα είχε περίοδο. Στην τηλεμαχία με τη Χίλαρι Κλίντον, την διέκοπτε διαρκώς -25 φορές μέσα στα πρώτα 26 λεπτά- και μίλαγε συνεχώς «πάνω» της, κάτι συνηθισμένο και στη δική μας τηλεόραση.

Ο Τραμπ κομπάζει ότι «αρπάζει τις γυναίκες από το μουνί» (he grabs them by the pussy) και καμαρώνει πως «όταν είσαι σταρ, σε αφήνουν να κάνεις ό,τι θέλεις». Οι κομπασμοί του ότι «βάζει χέρι» και φιλάει τις γυναίκες χωρίς να συναινούν αποτελούν επικίνδυνη επιβεβαίωση της κουλτούρας βιασμού. Κάθε φορά που ανοίγει το στόμα του καταλαβαίνουμε ότι οι γυναίκες δεν είναι ίσες.

Αποτελεί ίσως ιστορική ειρωνεία, αλλά ο Τραμπ έχει κάνει περισσότερα για τον φεμινισμό απ” ό,τι η Κλίντον. Η συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες έχει διχάσει τους Ρεπουμπλικανούς, που αντιμετώπισαν αδιάφορα τις επιθέσεις του Τραμπ στους Μεξικανούς, τους μουσουλμάνους και τους μαύρους.

Το λεγόμενο «pussygate» έγινε μια ευκαιρία αφύπνισης. Εκατομμύρια γυναίκες έχουν αγκαλιάσει τον χαρακτηρισμό «παλιοθήλυκο» (nasty woman) που πρωτοχρησιμοποίησε ο Τραμπ εναντίον της Κλίντον. Ο Τραμπ θύμισε στις γυναίκες σ» όλο τον κόσμο ότι ο φεμινισμός έχει κεντρική θέση σε κάθε προοδευτική πολιτική.

Οι φεμινίστριες έχουν συσπειρωθεί γύρω από την Κλίντον ενθουσιασμένες με την ιδέα ότι μια γυναίκα πρόεδρος θα είναι σημαντικό σύμβολο για τις νέες, όπως ήταν και ο Ομπάμα για τους νεαρούς μαύρους -κι ας ξεθώριασε αυτή η εικόνα στην πορεία. Η Κλίντον υποστηρίζει το δικαίωμα στην έκτρωση και τους ΛΟΑΤ. Έχει υποστηρίξει ότι τα θύματα βιασμού πρέπει να χρηματοδοτούνται για να έχουν δυνατότητα έκτρωσης· υπερασπίζεται την πληρωμένη άδεια μητρότητας, φοροαπαλλαγές για την παιδική μέριμνα, όπως και την καθολική πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς. Ωστόσο ο ενθουσιασμός για την υποψηφιότητά της σταματά κάπου εδώ.

Η Κλίντον είναι κομμάτι μιας πανίσχυρης πολιτικής δυναστείας και, παρόλο που δεν είναι υπεύθυνη για τις πολιτικές του προέδρου συζύγου της, τις υποστήριξε και τις συνδιαμόρφωσε. Όταν βρέθηκε σε θέσεις ευθύνης, υπερασπίστηκε το δικαίωμα των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν στρατιωτικά οπουδήποτε στον κόσμο για να εξυπηρετήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η Κλίντον υποστήριξε τον πόλεμο στο Ιράκ, αντιτέθηκε στους περιορισμούς των ναρκών εδάφους και των βομβών διασποράς, ενώ έχει υπερασπιστεί εγκλήματα πολέμου δεξιών κυβερνήσεων.

Ως υπουργός Εξωτερικών, επέμεινε στην επέκταση των επιχειρήσεων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και αύξησε την παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Έχει υποστηρίξει ανοιχτά την εποικιστική δραστηριότητα του Ισραήλ στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η ανάμειξή της στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Υποστήριξε το πραξικόπημα του 2009 στην Ονδούρα, τον εργασιακό μεσαίωνα σε φτωχές χώρες και αντιτέθηκε στη θέσπιση κατώτατου μισθού σε πάμπτωχες χώρες όπως η Αϊτή.

Επιπλέον έχει υποστηρίξει την στρατιωτικοποίηση των συνόρων με το Μεξικό και υπερασπίστηκε τις συλλήψεις των μη καταγεγραμμένων μεταναστών. Ακόμα και η στάση της σχετικά με τις εκτρώσεις είναι διφορούμενη, αφού έχει υποστηρίξει πως πρέπει να πραγματοποιούνται «σπάνια».

Όπως είπε ο Stephen Zunes, οι εκκλήσεις της Κλίντον «για μεγαλύτερο σεβασμό των δικαιωμάτων των γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη αξιοπιστία, από την στιγμή που με αμερικανικές εντολές ανατινάζονται γυναίκες στον Λίβανο, τη Γάζα, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Πακιστάν».

Η Κλίντον είναι σύμπτωμα και σύμβολο μιας ευρύτερης κρίσης του φεμινισμού. Το κίνημα, που πάντα αποτελούνταν από διαφορετικές και συχνά ανταγωνιστικές ομάδες, έχει διασπαστεί. Από τη μια, έχουμε τις φιλελεύθερες φεμινίστριες, συνήθως μεγαλύτερες σε ηλικία, που επιδιώκουν την αναρρίχηση στην κορυφή του εταιρικού καπιταλισμού. Από την άλλη νεότερες φεμινίστριες βάζουν τη διαφορετικότητα, τη σεξουαλικότητα και τη διεθνιστική αλληλεγγύη στο κέντρο. Είναι μια συζήτηση που δυστυχώς δεν γίνεται στην Ελλάδα. Έχουμε λίγες προβεβλημένες πολιτικούς και επιχειρηματίες που θα ήθελαν να έμοιαζαν στην Κλίντον, αλλά ο σεξισμός του δημόσιου βίου δεν τους το επιτρέπει.

«Το να διαθέτει κάποια μήτρα δεν την καθιστά αυτομάτως ικανή για την προεδρία» είπε ο ράπερ Killer Mike σε συγκέντρωση του Μπέρνι Σάντερς. Θα έπρεπε τουλάχιστον να την κάνει πιο ευαίσθητη απέναντι σε ζητήματα φτώχειας και διακρίσεων εις βάρος των γυναικών. Αλλά με τη στροφή προς τη μεσαία τάξη και τη συνέχιση των οικονομικών πολιτικών η Κλίντον εγκατάλειψε τα θύματα του ταξικού πολέμου για τον πόλεμο των φύλων. Σε σύγκριση με την κ. Κλίντον, η νεαρή Χίλαρι ήταν μια ριζοσπαστική φεμινίστρια. Όπως ξέρουμε η εξουσία μεταμορφώνει τους ριζοσπάστες σε πραγματιστές, μετά σε ρεαλιστές και μετά σε εραστές της εξουσίας. Η Αμερική φαίνεται να ακολουθεί τη χώρα μας, που ξέρει από δυναστείες και αποστασίες.

Το μικρότερο κακό

Δεν έχουμε επιλογή λοιπόν μεταξύ ενός καλού και ενός κακού υποψήφιου, αλλά μεταξύ του μικρότερου και μεγαλύτερου κακού. Λευκοί, ευκατάστατοι άνδρες κυριαρχούν σε κάθε πτυχή της πολιτικής και επιχειρηματικής ζωής. «Δώστε μια ευκαιρία σε μια λευκή, ευκατάστατη γυναίκα» λέει η Κλίντον. Δεν είναι σπουδαίο σύνθημα. Αλλά είναι το μόνο που έχουμε. Η λογική του «μικρότερου κακού» αποτελεί το μεγάλο της χαρτί και φαίνεται να της δίνει ένα μικρό προβάδισμα. Αλλά τα ίδια έλεγαν και για το Brexit ή τον Κόρμπιν.

Η απάντηση της Κλίντον στο κλείσιμο της ψαλίδας είναι να κινητοποιήσει τον φόβο για τον αντίπαλο και να παρουσιάσει περισσότερους άνδρες και celebrities, περισσότερες στατιστικές και
εμπειρογνώμονες. Ξέρουμε τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής στη Βρετανία.

Όπως είπε η Χίλαρι, οι Αμερικανοί έχουν να επιλέξουν μεταξύ ενός «πραγματικού» ανθρώπου και κάποιου άλλου «ψεύτικου, φτιαχτού». Μπορεί όμως οι ψηφοφόροι να προτιμήσουν τα παραμύθια του Τραμπ από την «πραγματική» Χίλαρι. Σε μια εποχή που οι αριθμοί λένε ψέματα, ίσως τα παραμύθια να είναι η μόνη παρηγοριά.

 

* O Κώστας Δουζίνας είναι Βουλευτής στην Α” Πειραιά και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου

  • Η Joanna Bourke είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και πρόεδρος της τμήματος Ιστορίας της Βρετανικής Ακαδημίας