ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Αντρέας Φραγκιάς: Άνθρωποι και σπίτια

Η γειτονιά μας ξάπλωσε απόψε με βρεμένα ρούχα. Κουκουλώθηκε με τη νοτισμένη κουβέρτα της βροχής και θέλει να κλείσει με το ζόρι τα μάτια της. Αύριο έχει δουλειά. Θέλει να μαζέψει το νου της και να συλλογιστεί τι ανάποδο έχει γίνει στη ζωή μας που δε σ” αφήνει να κοιμηθείς ούτε να σταθείς ξεκάθαρα και να λογαριάσεις τα πράματα. Απ” τα υγρά πόδια ανεβαίνει ρίγος. Η γειτονιά έχει την ιστορία της που κατακάθεται πάνω στις στέγες και τη βαραίνει. Δεν χρειάζεται να ξεκαπακώσεις τα σπίτια για να δεις πως σιγοβράζει η κάθε κάμαρη, Οι πιο πολλοί, απ” όσους δουλεύουνε, είναι στις μικροφάμπρικες και τα εργαστήρια εδώ γύρω. Κι” αυτά κανονίζουν το τσουκάλι και το δείπνο της γειτονιάς. Και τις κουβέντες και το γέλιο της. Ακούς τη μουρμούρα της βροχής κι” ανασηκώνεσαι με κομμένα μάτια. Δε σε παίρνει ούτε ένα λεφτό ο ύπνος, ούτε κοιμήθηκες καμιά βραδιά μπόλικα, να τον χορτάσεις.

Ο δρόμοι γύρω από το δρόμο με την άσφαλτο είναι χωμάτινοι, είναι λασπωμένοι το χειμώνα, σκονισμένοι το καλοκαίρι, λυπημένοι όλο το χρόνο… Ο πόλεμος παρόλο που έχει τελειώσει ένα χρόνο είναι πάντα παρών. Τα καμένα σπίτια στο τέλος του δρόμου τον θυμίζουν. Τα έκαψαν οι βάρβαροι. Το ρημαγμένο εργοστάσιο γίνεται αξιοθέατο λύπης. Όλα τα όνειρα των ανθρώπων περιστρέφονται γύρω από το αν θα λειτουργήσει ξανά. Και τα όνειρά τους είναι ένα κομμάτι ψωμί, ν” ανάψει η φωτιά για να μπει το τσουκάλι απάνω, να μην είναι τρύπια τα παπούτσια, να μη στάζει νερό η στέγη, να γεννηθεί ένα παιδί… 

Οι άνθρωποι της γειτονιάς φτάνουν μέχρι τη γέφυρα που τους χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Λίγο πιο κάτω απ” τα «καμένα». Κανείς δεν θέλει να τα κοιτά. Οι άνθρωποί τους έφυγαν. Ανέβηκαν στην Αθήνα. Σ” ένα καρότσι χώρεσε ό,τι τους είχε απομείνει. Ένα σημάδι άφησαν στα γκρεμίσματα, ένα μήνυμα γραμμένο με καρβουνόσκονη με την καινούρια τους διεύθυνση, το μίτο για τους ανθρώπους τους, που αγνοούνται χρόνια εξαιτίας του πολέμου.

Έτσι κυλούν οι μέρες, οι εβδομάδες, αλλάζουν οι εποχές για όσους έμειναν. Με την αγωνία του μεροκάματου, με τις μνήμες, με τον αγώνα για το ψωμί. Μια μέρα μόνο ο ήλιος ανατέλλει πιο αργά. Τα παράθυρα ανοίγουν με λιγότερη βιάση. Τα κορίτσια φορούν ένα πολύχρωμο και καλύτερο φουστάνι χωρίς μπαλώματα. Κι οι άντρες ένα πουκάμισο με όλα του τα κουμπιά στη θέση τους. Η Κυριακή! Και ξεχύνονται στο δρόμο με την άσφαλτο. Κάθονται στο καφενείο. Σε όποιον έχει περισσέψει κανένας παράς πίνει κι ένα ούζο. Τα κορίτσια αγκαζέ κάνουν τη βόλτα τους. Ο καφετζής έχει βάλει το μεγάφωνο στη διαπασών. Και λίγο παρακάτω ο κόσμος μαζεύεται στο γήπεδο της συνοικίας να δει τις μπλε φανέλες της ομάδας της γειτονιάς του. Έτσι κυλάνε οι Κυριακές μέχρι που το σκοτάδι ν” αρχίσει να πέφτει και το σκοτάδι της επόμενης εβδομάδας να πλακώνει τη φτωχογειτονιά για τις επόμενες έξι μέρες και πάλι…

Όμως αυτοί οι άνθρωποι, ο Αργύρης, η Γεωργία, ο Ηλίας, ο Κοσμάς, η Βάσω, η Στέλλα, ο Νίκος, η Αγγελική, οι απλοί φτωχοί άνθρωποι χίλιες φορές θα πέσουν και χίλιες μία θα ξανασηκωθούν. Είναι το αντίθετο των τρωκτικών που έκατσαν στο σβέρκο αυτού του τόπου. Είναι αυτοί που μάτωσαν στην Κατοχή, αυτοί που πείνασαν και πέθαναν, κρύωσαν και βράχηκαν αλλά και αγάπησαν και αγωνίστηκαν, που δεν το έβαλαν κάτω και με τα λίγα μέσα τους απ” τον πηλό “φτιάξαν λουλούδι…

 

 

Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι

για τους καημούς σου, που σεργιανούν στη γειτονιά.

Φτωχολογιά, που απ” τον πηλό φτιάχνεις λουλούδι

και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά…

 

Το απόσπασμα με τα μαύρα πλάγια γράμματα μεταφέρθηκε από το βιβλίο στο μονοτονικό σύστημα, διατηρώντας παράλληλα την ορθογραφία του πρωτότυπου.

 

Αντρέας Φραγκιάς

Άνθρωποι και σπίτια

Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ