ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Αχ, αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%

Οι πρόσφατες εσωκομματικές διαδικασίες για την εκλογή νομαρχιακών και τοπικών επιτροπών στον ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξαν προβλήματα που έφερε η διεύρυνση, συχνά σημαντικότερα από αυτά που περιμέναμε να λύσει.

Θα ξεκινήσω με ένα ακραίο αλλά ενδεικτικό παράδειγμα. Ο Α. Τόλκας, γραμματέας του τομέα Αυτοδιοίκησης του ΚΙΝΑΛ, παραιτήθηκε τον Οκτώβριο του 2018, διαφωνώντας με την πολιτική του κόμματός του, και προσχώρησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2019, τοποθετήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα υφυπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Άγγελος Τόλκας, υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Ημαθίας το 2019, υπέβαλε ένσταση κατά της εκλογής της Φρόσως Καρασαρλίδου, από την οποία υπολειπόταν λίγες ψήφους.

Και εδώ αρχίζουν οι κωμικοτραγικές καταστάσεις. Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο βουλευτές πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, τι αναφέρει η προσφυγή του Α. Τόλκα προς το Εκλογοδικείο. Φαίνεται όμως ότι γνωρίζει ο δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών Δ. Κουκλουμπέρης, ο οποίος σε ένα παραπολιτικό του σχόλιο ανέφερε ότι η εκλογή της Φρ. Καρασαρλίδου ήταν προϊόν νοθείας! «Πολύ κοντά στην επιστροφή του στο Κοινοβούλιο βρίσκεται ο Άγγελος Τόλκας, ο οποίος για ελάχιστες ψήφους δεν μπόρεσε να εκλεγεί τον Ιούλιο με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στο Νομό Ημαθίας. Καθώς, όμως, διαπίστωσε βάσιμα ενδείξεις νοθείας, προσέφυγε στο Ανώτατο Εκλογοδικείο. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Εφ.Συν.», η εισήγηση είναι υπέρ του 43χρονου δικηγόρου (…) Η ουσία είναι ότι ένα από τα πιο αξιόλογα στελέχη που προσχώρησαν στον ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο της διεύρυνσης είναι στο κατώφλι τα επανόδου».

Η σιωπή δεν είναι χρυσός

Η Φρ. Καρασαρλίδου αντέδρασε άμεσα. Με επιστολή της στην εφημερίδα όχι μόνον απάντησε, αλλά και απείλησε τον κατά τα άλλα σύντροφό της με προσφυγή στη δικαιοσύνη: «Η νοθεία στην εκλογική διαδικασία προϋποθέτει συνέργεια. Ο κ. Τόλκας στο δημοσίευμα της στήλης «Πολιτικά Παρασκήνια» της Εφημερίδας των Συντακτών με Αρ. Φύλλου 2.449 που φιλοξενεί την άποψή του, ισχυρίζεται ότι ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συνέργησα με δικαστικούς αντιπροσώπους, προκειμένου να αλλοιώσω το εκλογικό αποτέλεσμα. Με βάση το δημοσίευμα αυτό ζητώ από τον κ. Τόλκα να διαψεύσει τον ισχυρισμό αυτό, ειδάλλως θα κληθεί να εξηγήσει τον ισχυρισμό του ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης». Εξ όσων γνωρίζω, ο Α. Τόλκας δεν έχει απαντήσει ακόμα στην εσωκομματική του αντίπαλο, με την οποία όλως παραδόξως ανήκουν, για όσους γνωρίζουν τη γεωγραφία του κόμματος, στο λεγόμενο «προεδρικό μπλοκ».

Πώς αντιμετωπίζει η ηγεσία του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας αυτή την εξωφρενική και πρωτόγνωρη για το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς κατάσταση; Αν δεν μου έχει διαφύγει κάτι, δια της σιωπής. Η σιωπή όμως δεν είναι πάντα χρυσός. Ιδιαίτερα σε τόσο σοβαρά ζητήματα.

Βέβαια, οι κατηγορίες αυτού του τύπου, ο πόλεμος μέχρι εσχάτων με τις πλέον αθέμιτες πρακτικές για θέσεις, ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο στο ΠΑΣΟΚ. Δυστυχώς με τη λεγόμενη διεύρυνση με αμφιλεγόμενα στελέχη από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, το φαινόμενο αυτό μεταφέρθηκε και στον ΣΥΡΙΖΑ. Οι συνέπειες ήδη φαίνονται.

Στις πρόσφατες εκλογές για τις νομαρχιακές, οι αυτοαποκαλούμενοι οπαδοί του μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της αριστεράς σε μια προοδευτική παράταξη της κεντροαριστεράς, χρησιμοποίησαν μεθόδους, οι οποίες προέρχονται από το παραδοσιακό οπλοστάσιο του ΠΑΣΟΚ της ύστερης και χειρότερης φάσης του (Σημίτη και Γεωργίου Παπανδρέου).

Τα παραδείγματα είναι δυστυχώς πολλά. Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες, αν όχι και εκατοντάδες, αλλά δεν έχει νόημα. Νομίζω ότι όλα αυτά θα συζητηθούν στο επερχόμενο συνέδριο.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα…

Η διαμάχη είναι βέβαια παλιά. Όπως έψαχνα στο αρχείο μου, ανακάλυψα ένα άρθρο μου που είχε δημοσιευτεί το 2014 στην Εποχή, με τίτλο «Υπάρχει συνταγή επιτυχίας για την αριστερά που θέλουμε; Βεβαίως ναι».

Το άρθρο αφορούσε στις διενέξεις οι οποίες είχαν προκληθεί από τις διαμαρτυρίες των προερχομένων από το ΠΑΣΟΚ, κυρίως ηγετικών στελεχών, οι οποίοι αμφισβητούσαν, αμέσως με την είσοδο τους στο κόμμα, το σύνολο των ιδεολογικών παραδόσεων και θέσεων της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς. Είχα θέσει τότε, μαζί με άλλους και άλλες, ορισμένα ερωτήματα:

«Ποιοι είναι αυτοί που αναφέρονται συνεχώς και απαξιωτικά στους «μαξιμαλιστές του ΣΥΡΙΖΑ του 4%»;

Ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι υπάρχει συνειδητή πολιτική «αποκλεισμών» για τα στελέχη τα προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ από τις «οργανώσεις του αρχικού ΣΥΡΙΖΑ»;

Ποιοι είναι αυτοί που, αναφερόμενοι σε άλλες τάσεις του κόμματος, υποστηρίζουν ανερυθρίαστα ότι «η θρησκευτική εμμονή στην «ιδεολογική καθαρότητα» των διαψευσμένων ονειρώξεων και των φανταστικών κόσμων, αντικειμενικά οδηγεί σε πλήρη και οριστική παράδοση μας στους δανειστές»;

Ποιοι είναι αυτοί που εγκαλούν συνεχώς τους «διεθνιστές» του κόμματος -έτσι ακριβώς, εντός εισαγωγικών- και εκτιμούν ότι «ο διεθνισμός, η μεγάλη δύναμη του παγκόσμιου προλεταριάτου κατά τον Μαρξ, έμεινε ουτοπία»;

Ποιοι είναι αυτοί που ζητούν «την αποδυνάμωση ή και απόσυρση ορισμένων παραδοσιακών μας στελεχών στο συνδικαλιστικό χώρο, τη νεολαία, τα Επιστημονικά Σωματεία, τις Αγροτικές Ενώσεις και αλλού, τα οποία αδυνατούν να βοηθήσουν στην αντιστοίχηση της κινηματικής μας επιρροής με τη διευρυμένη κοινωνική μας βάση».

Ποιοι είναι αυτοί που διαμαρτύρονται ότι «στο μεσαίο στελεχιακό δυναμικό και στα απλά μέλη έχουν διαμορφωθεί σχέση δυσανεξίας και φοβικά σύνδρομα σχετικά με ό,τι προέρχεται από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ»;

Ποιοι είναι αυτοί που με αφορμή το θέμα της υποψηφιότητας της Σ. Σαμπιχά υποστηρίζουν ότι χειρισμοί του κόμματος «υπέδειξαν μια μονομέρεια εις βάρος του «πατριωτικού» υποσυνόλου του κόμματος και υπέρ του «διεθνιστικού» ή «πολυπολιτισμικού» μέρους του»;

Ποιοι είναι αυτοί που αναφέρονται στους «φρουρούς της αριστεροσύνης» μέσα στο κόμμα, οι οποίοι αντιδρούν ως «παλαιοί μέτοχοι» στα ανοίγματα του κόμματος και που «ευτυχώς ακόμα δεν έχουμε φτάσει στην απαίτηση [τους] να περνάνε οντισιόν και οι ψηφοφόροι»;

Ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι «η άποψη των ανοιχτών συνόρων και της διαρκούς νομιμοποίησης των πάντων, η άποψη ότι δεν πρέπει να απελαύνεται κανείς ποτέ αντικειμενικά βοηθά την ακροδεξιά και την γενικότερη αστική εθνικιστική δημαγωγία και απονομιμοποιεί την αριστερά σε μεγάλο τμήμα του λαού. Χαρίζει τα πιο φτωχά και αμόρφωτα τμήματα της εργατικής τάξης στον φασισμό. Είναι λανθασμένη και πρέπει να διορθωθεί»; (…)

Ποιοι είναι αυτοί που κατηγορούν τους «υπεραριστερούς» του κόμματος ότι αδιαφορώντας «για τους τεράστιους κινδύνους και τις ευθύνες απέναντι στον ελληνικό λαό το κάνουν από την … ασφαλή θέση της ‘ισόβιας αντιπολίτευσης, καθώς ξέρουν πως όλες αυτές οι ανιστόρητες ανοησίες που ξεφουρνίζουν, δεν πρόκειται να δοκιμαστούν ποτέ στην πράξη»;»

Δεν περίμενα ότι τα ερωτήματα που θέταμε το μακρινό 2014, θα χρειαζόταν να τα επαναλάβουμε και σήμερα και ενώ έχουν μεσολαβήσει σημαντικά γεγονότα – ένα από αυτά και η διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν αντιδρά μόνο «το 3%»

Βέβαια, ακόμα και σήμερα ο βουλευτής Π. Κουρουμπλής, ο οποίος μετά από ένσταση επέστρεψε στο κοινοβούλιο, συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Εφημερίδας των Συντακτών ο κ. Κουρουμπλής «έκανε λόγο για κάποιους εντός ΣΥΡΙΖΑ, που επιθυμούν να κρατήσουν χαμηλά το κόμμα, ώστε να χάσει τις εκλογές και αυτό να δρομολογήσει εξελίξεις» (Εφ.Συν. 30 Μαρτίου 2021). Αν το ρεπορτάζ είναι αληθές, τότε πρόκειται περί απύθμενου θράσους.

Οι θιασώτες του μετασχηματισμού, κυρίως η τάση της «Κίνησης Μελών», δεν πέτυχαν την ολοκληρωτική, όπως ευελπιστούσαν, επικράτηση των απόψεών τους. Οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες και όχι μόνον από τον «ΣΥΡΙΖΑ του 3%», αλλά και από τα μέλη που προέρχονται τόσο από την αριστερά όσο και από το ΠΑΣΟΚ, τα οποία έχοντας προσχωρήσει στον ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια, είναι δραστήρια, σέβονται τους νέους συντρόφους τους και δεν θέλουν να ξαναβρούν μπροστά τους το κόμμα που εγκατέλειψαν, το ΠΑΣΟΚ του πολιτικού και όχι μόνον εκφυλισμού.

Το να μεγαλώνει το κόμμα και να αυξάνει τα μέλη του είναι πολύ καλό. Η προσχώρηση νέων μελών αυξάνει την παρουσία και την ισχύ του κόμματος στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Αποτελούσε πάντα στόχο όλων των αριστερών κομμάτων. Η ταύτιση του μέλους με τον ψηφοφόρο είναι ένα νέο στοιχείο, το οποίο, ανεξάρτητα από προθέσεις, αμφισβητεί επί τους ουσίας το ρόλο και την ίδια την ύπαρξη του κόμματος της αριστεράς. Αντιστοιχεί σε μια εκλογική παράταξη, σε έναν εκλογικό μηχανισμό. Ένας μετασχηματισμός αυτού του τύπου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια εκδήλωση ανίατης γεροντικής ασθένειας, όπως απέδειξε και η ιστορία του Ιταλικού ΚΚ στην τελευταία φάση της ύπαρξης του.

Υπάρχει μόνον ο δρόμος της αριστεράς

Στο σημείο αυτό θέλω να υπενθυμίσω ότι στη μεγάλη διαμάχη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Αλέκο Αλαβάνο (τότε ήμουν μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ), διαμάχη που είχε φέρει το κόμμα στα πρόθυρα μιας πρόωρης διάσπασης, πολλοί και πολλές από εμάς είχαμε υποστηρίξει τον Α. Τσίπρα. Τότε δηλαδή που, βασιλικότερος του βασιλέως σήμερα, ο Π. Κουρουμπλής ήταν ακόμα βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Το αναφέρω αυτό γιατί ποτέ τα πρόσωπα δεν είναι πάνω από το κόμμα. Γι’ αυτό μπορούμε να εκφέρουμε ελεύθερα την άποψη μας, χωρίς να φοβόμαστε ότι θα κάνουμε «κακό» στο κόμμα. Η αλήθεια δεν κάνει πότε κακό. Έτσι μπορώ να πω ότι ο Αλέξης Τσίπρας έχει ευθύνη που αφήνει το κόμμα να υποφέρει από τόσο δυνατούς εσωτερικούς τρανταγμούς. Που αφήνει τις διάφορες, διαλυτικού τύπου κατηγορίες, όπως αυτή του Κουρουμπλή, να αιωρούνται. Έχει ευθύνη, γιατί εκτιμά –εντελώς λάθος κατά την γνώμη μου- ότι το άνοιγμα στα στελέχη του τέως ΠΑΣΟΚ και η στροφή προς την κεντροαριστερά θα διευκολύνει την επάνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας. Ότι χρειάζεται στην ουσία ένα νέο κόμμα.

Τι έχει δείξει όμως πάνω σε αυτό το θέμα η πρόσφατη ιστορία; Από του «Νέους Εργατικούς» του Τόνι Μπλερ μέχρι τους «ρεαλιστές» του Σρέντερ και των επιγόνων του στο γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και από τους «μεταρρυθμιστές» του Ιταλικού ΚΚΙ -οι συνεχείς μεταλλάξεις του οποίου το μετέτρεψαν σε ένα άνευρο «δημοκρατικό κόμμα»- μέχρι τους «εκσυγχρονιστές» του ΠΑΣΟΚ, οι «μετασχηματισμοί» των κομμάτων αυτών αποδείχτηκαν οδυνηροί. Οδηγήθηκαν στην απαξίωση. Δεν είναι τυχαίο ότι η «πασοκοποίηση», ως πολιτικός χαρακτηρισμός, κατέληξε να είναι συνώνυμη με την πλήρη αποδυνάμωση και τη διάλυση ενός κόμματος.

Η κεντροαριστερά στη χώρα μας εξέπνευσε μαζί με το ΠΑΣΟΚ. Καμιά διασωλήνωση δεν πρόκειται να την επαναφέρει στη ζωή. Το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στην αριστερά.

Ποια αριστερά όμως θέλουμε; Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι η Αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να είναι δημοκρατική, συλλογική, πλουραλιστική, πολυτασική και ριζοσπαστική. Πρέπει να είναι κοινωνικά και ταξικά μεροληπτική, διεθνιστική, αντιφασιστική, αντιρατσιστική και φεμινιστική. Ελπίζω να καταφέρει να είναι και ανατρεπτική. Να είναι δηλαδή η δύναμη η οποία όχι μόνο θα αποτελέσει την εναλλακτική λύση στη καταστροφική ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και ότι θα δώσει ριζικές λύσεις και θα φανεί αντάξια των προσδοκιών για μια άλλη κοινωνία, της μεγάλης πλειοψηφίας του εργαζόμενου ελληνικού λαού και ιδιαίτερα της νεολαίας.