ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Γιάννης Ρίτσος: 11 Νοεμβρίου 1990

Έπαιρνε συχνά το πλοίο της πρώην άγονης γραμμής, όταν ακόμα το γκαράζ του γέμιζε με κανονικά και «ταπεινά» αυτοκίνητα και, πριν οι δρόμοι του να αρχίζουν να γεμίζουν από θηριώδη τζιπ με τους ξιπασμένους νεόπλουτους οδηγούς τους. Ωραίο μέρος για λίγες μέρες ήσυχων διακοπών. Κάθε φορά που ξεκινούσε από το Λαύριο φρόντιζε να καθίσει στην αριστερή πλευρά του καταστρώματος. Για να είναι πιο κοντά. Να έχει όσο πιο άμεση οπτική επαφή με το στενόμακρο κομμάτι γης που επρόκειτο να συναντήσει… Το Μακρονήσι… Και κάθε φορά το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Η ίδια συγκίνηση… Μόλις αντίκρυζε τα πρώτα βράχια σηκωνόταν. Ακουμπούσε το χέρι του στην κουπαστή. Είχε την ανάγκη να κρατηθεί από κάπου… Κι ας είχε πλησιάσει κι άλλες, πολλές φορές σε αυτό. Το παράπονο του ήταν ότι ποτέ δεν πάτησε τα Άγια χώματα του… Όχι, δεν ήταν το νησί κάποιου Άγιου. Ήταν ένα από τους μικρούς ξερότοπους που «έζησαν» χιλιάδες Άγιοι… Πραγματικοί κι όχι οι μεταφυσικοί απατεώνες των θρησκειών… Ακουμπούσε λοιπόν το χέρι του… Στα μάτια του το απαραίτητο αξεσουάρ του καλοκαιριού. Ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά ηλίου. Κάθε άλλο όμως τα φορούσε για να προστατέψει τα μάτια του από τον ήλιο. Τα φορούσε για να κρύψει από τα αδιάκριτα βλέμματα των γύρω του τα δάκρυα του… Έσφιγγε την αριστερή γροθιά του, την ακουμπούσε στην καρδιά του διακριτικά και σιγοψυθίριζε τη Διεθνή. Κάθε φορά, κάθε χρόνο, σε κάθε ταξίδι, στο πήγαινε και στο έλα. Αυτός ήταν ο τίτλος τιμής, το μεγάλο ευχαριστώ σε όσους εξορίστηκαν εκεί για έναν καλύτερο κοσμο. Και τελειώνοντας το τραγούδι των καταπιεσμένων σαν να έβλεπε τους γερόντους να κάθονται εδώ στη Μακρόνησο στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα, σαν πέτρινα λιοντάρια στην μπασιά της νύχτας… Τους γερόντους αυτούς, που άρπαξε από τα σπίτια τους στις πόλεις και την ύπαιθρο το μοναρχοφασιστικό καθεστώς, οι συνεργάτες των Ούννων, επειδή τα παιδιά τους βγήκαν για άλλη μια φορά στο βουνό…
Κάθε τόσο μας έρχονται καινούριες καραβιές γερόντοι
απ’ το Μοριά, απ’ τη Ρούμελη
Και πιο πάνω απ’ τα Τρίκαλα και τη Μακεδονία
Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ’άσπρα μουστάκια και φλοκάτες
Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι
Μέσα στα μάτια τους βελάζουν τα πρόβατα του απόβραδου
Στα τσουλούφια τους κρέμονται οι σκιές των πλατανόφυλλωνΜιλάνε λίγο δε μιλάνε καθόλου ωστόσο πότε πότε το βλέπεις
Πού’χουν συμπεθεριάσει με τα ελάτια
Μια στιγμή που σηκώνουν τα μάτια απ’ το χώμα
Και τηράνε πίσω απ’ τους ώμους μας
Όταν γαλανίζει το βράδυ τις τέντες
Κι ο αγέρας μπλέκει τα μουστάκια του στο θυμάρι
Όταν ο ουρανός κατεβαίνει απ’ τα βράχια
Δρασκελώντας τη θύμηση με τις προκαδούρες των άστρων
κι ο θάνατος κόβει βόλτες αμίλητος έξω απ’ το συρματόπλεγμα,
τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρεις τρεις, πέντε πέντε,
σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού

Και τότες πια δεν ξέρεις έτσι συναγμένοι στον αυλόγυρο της βραδιάς
αξούριστοι, άλαλοι,
δεν ξέρεις πια, σαν ανάβουν τα τσακμάκια τους,
αν είναι ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους
ή αν είναι ν’ ανάψουν το φιτίλι του δυναμίτη.

Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.

Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ’ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.

Κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά της Αθήνας,
κοιτάνε τον ποταμό του Ιορδάνη,
σφίγγοντας μια πέτρα στη χωματένια φούχτα τους,
σφίγγοντας μες στα μάτια τους τα σκάγια των άστρων,
σφίγγοντας μες στο φυλλοκάρδι τους μια δυνατή σιωπή,
εκείνη τη σιωπή που γίνεται πριν απ’ τ’ αστροπελέκι.