ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Η απελπισμένη ειλικρίνεια των μετρήσεων

Εγώ τις πιστεύω τις μετρήσεις. Πιστεύω απόλυτα την ειλικρίνεια και την ακρίβεια των δημοσκοπήσεων που δίνουν θηριώδες προβάδισμα 17 και 18 και 20 μονάδων στη Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη και τον αναδεικνύουν ως καταλληλότερο πρωθυπουργό με αβυσσαλέα διαφορά 25 και πλέον μονάδων. Πιστεύω τις μετρήσεις αυτές πολύ περισσότερο από τα προσηλωμένα στην κυβέρνηση ΜΜΕ, που το τελευταίο διάστημα τις καταχωνιάζουν όλο και χαμηλότερα, σε ταπεινά μονόστηλα, σχεδόν σαν να θέλουν να τις κρύψουν. Γιατί τους φαίνονται τόσο απίστευτες, ώστε αναρωτιούνται αν κάνουν περισσότερη ζημιά από όσο όφελος θέλουν να φέρουν.

Πιστεύω στις δημοσκοπήσεις που αποτυπώνουν την απελπισμένη αφοσίωση των λίγων ανθρώπων που δέχονται να απαντήσουν στα τηλεφωνικά ερωτήματα των κακοπληρωμένων «ερευνητών», οι οποίοι έχουν μπουχτίσει να δέχονται αρνήσεις ή να τους κλείνουν το τηλέφωνο πριν καν αρθρώσουν το πρώτο ερώτημα. Πιστεύω στις απαντήσεις των ελάχιστων πρόθυμων να αφιερώσουν τα πέντε – δέκα λεπτά ενός ερωτηματολογίου που μπορεί να περιλαμβάνει μια πρόθεση ψήφου και ένα ερώτημα για τους δημοφιλέστερους υπουργούς πριν από μια δεκάδα ερωτήματα για το δημοφιλέστερο αντισηπτικό, για την αναγνωρισιμότητα ενός ιδιώτη παρόχου ενέργειας ή για την αλυσίδα λιανικής με τις καλύτερες προσφορές.

Οι δημοσκοπήσεις λένε την αλήθεια. Την αλήθεια του 10% -το πολύ- που δέχεται να απαντήσει σε ερωτήσεις με την πειθαρχία ενός ομήρου βαριά πάσχοντα από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Φυσικά και λένε την αλήθεια για τους πολιτικούς συσχετισμούς οι μετρήσεις ανάμεσα στους λίγους που διατηρούν κάποιες ελάχιστες προσδοκίες από την πολιτική όταν η τεράστια κοινωνική πλειονότητα έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ή την αναζητεί πολύ μακριά από τους πολιτικούς θεσμούς.  Όταν ακόμη και τα φιλικά προς τη Ν.Δ. του Μητσοτάκη προάστια της Αττικής εξαγριώνονται με το φιάσκο της «Μήδειας» και των μπλακ άουτ, όταν ακόμη και ο βαθύς αντικρατιστής Στέφανος Μάνος φωνάζει με οργή «πού είναι το κράτος;», οι δημοσκοπήσεις περιορίζονται σε ένα παραπλανητικό συνονθύλευμα που απλώς αντηχεί τον εαυτό του.

Αυτό συνέβη σε έναν βαθμό και την περίοδο μετά το 2015 και τον συμβιβασμό του ΣΥΡΙΖΑ με το τρίτο Μνημόνιο. Τα στρώματα που τον πλαισίωσαν με την προσδοκία μιας ραγδαίας αλλαγής απογοητεύτηκαν, αλλά δεν στράφηκαν μεμιάς στο αντίπαλο δέος. Περισσότερο έχασαν τις προσδοκίες τους από την πολιτική, «εξουδετερώθηκαν», αφήνοντας στις δημοσκοπήσεις την εντύπωση του στάσιμου πολιτικού χρόνου και την παγίωση μιας εικονικής υπεροχής που τροφοδοτούνταν από τους λίγους με προθυμία και κουράγιο να απαντήσουν.  Ήταν η υπεροχή μιας παραπλανητικής συγκατάβασης που μέχρι τα μέσα του 2019 διατηρούσε στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ την ψευδαίσθηση της αμφίρροπης αναμέτρησης.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, αν και ο πολιτικός χρόνος δεν έχει πυκνώσει τόσο ώστε να επισπεύσει μια εκλογική αναμέτρηση, έχει μεγεθυνθεί θεαματικά η κοινωνική αποστασιοποίηση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναμετριέται καθημερινά με όλα τα κοινωνικά στρώματα που κέρδισε συστηματικά τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως αυτά της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας που βρίσκονται σε κατάσταση βρασμού και απόγνωσης. Αν πάρει κανείς τοις μετρητοίς όσα λέγονται δημόσια από τους εκπροσώπους τους -εμπόρους, εστιάτορες, ξενοδόχους, βιοτέχνες, επαγγελματίες-, ακόμη κι αυτούς που προέρχονται ή πρόσκεινται στη Ν.Δ., αναρωτιέται πώς η δυσφορία τους και η αντίδρασή τους στην ανεπάρκεια των κυβερνητικών μέτρων αντανακλώνται στις δημοσκοπήσεις.

Και η πιθανή απάντηση είναι ότι δεν αντανακλώνται γιατί, πολύ απλά, δεν συναντώνται. Δεν είναι θέμα τήρησης της δεοντολογίας των δημοσκοπήσεων, αλλά μιας κοινωνικής συμπεριφοράς πλημμυρισμένης από απογοήτευση και φόβο για την οικονομική επιβίωση μετά την πανδημία. Με τόσα εκατομμύρια ανθρώπων κλεισμένους στα σπίτια λόγω πανδημίας και αναστολής δραστηριότητας, κανονικά η δουλειά των δημοσκόπων θα ήταν πιο εύκολη από ποτέ. Αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η δουλειά τους είναι μια αναμέτρηση με αναρίθμητες αναπάντητες κλήσεις και απρόθυμες απαντήσεις. Κι αυτό δεν είναι μια επινόηση για να δικαιολογήσει την παραδοξότητα μιας κυβέρνησης που διατηρεί πολιτικό προβάδισμα ευθέως ανάλογο με τις αποτυχίες και τις ανοησίες της. Είναι η αληθινή εμπειρία που μας μεταφέρουν άνθρωποι που έχουν τύχη ή την ατυχία να πασχίζουν να αποσπάσουν λίγες πρόθυμες απαντήσεις.