ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Με νύχια γαμψά …

 

 

 

 

Κάτι ήξεραν οι παλιότεροι, που μιλούσαν με παραβολές. Υπάρχει ένα μικρό πεζό του Φραντς Κάφκα, «Ο Γύπας»1, που συνοψίζει την κατάσταση μας. Ακούστε την ιστορία εν περιλήψει:

Άνθρωπος βρίσκεται άοπλος κι απροστάτευτος στο έλεος γύπα. Για να καλύψει το πρόσωπό του, αφήνει τα πόδια του ακάλυπτα να τα ξεσκίζει το όρνεο. Περαστικός βλέπει το αποτρόπαιο θέαμα και τρέχει να φέρει όπλο για να σκοτώσει τ’ αρπακτικό. Αλλά ο γύπας καταλαβαίνει τί πρόκειται να συμβεί, παίρνει γρήγορα φόρα και τρυπάει τα σωθικά του. Πεθαίνοντας, το θύμα λέει με ανακούφιση: «αισθάνθηκα λευτερωμένος, καθώς εκείνος (ο γύπας), πλημμυρίζοντας τα έσχατα βάθη μου, ξεχειλίζοντας τις έσχατες όχθες μου στο αίμα, πνιγότανε δίχως ελπίδα σωτηρίας».

Η ιστορία περιέχει πολλά μηνύματα. Πρώτα το βασικό και το πιο συνηθισμένο: όταν βρισκόμαστε στο έλεος αρπακτικών, προσπαθούμε να περισώσουμε τα πιο σπουδαία, θυσιάζοντας ό,τι δεν έχει ζωτική σημασία. Φαίνεται σοφό, αλλά μπορεί να είναι μάταιο. Το δίδαγμα απ’ τον «Γύπα» είναι ότι στο τέλος τα χάνουμε όλα. Δεύτερον: ενώ οργανώνουμε την άμυνά μας, τ’ αρπακτικά ακούνε και σκέφτονται. Αποτέλεσμα: πριν προλάβουμε ν’ αντιδράσουμε, έχουν μπήξει τα νύχια και το ράμφος τους βαθιά μέσα στα σωθικά μας. Τρίτον και κυριότερον: μερικές φορές χάνουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, τη ζωή μας, αλλά νοιώθουμε ανακουφισμένοι γιατί πήραμε -δήθεν- εκδίκηση. Αλλά αυτό είναι δώρον άδωρον.

Ας το κάνουμε λιανά. Τσιμπάει ο γύπας τις συντάξεις; Εμείς λέμε «εντάξει, φάγανε τ’ αναδρομικά απ’ τις επικουρικές· τα αναδρομικά όμως απ’ τις κύριες συντάξεις θα τα πάρουμε».  Μπήγει τα νύχια του στους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων; Εμείς σκεφτόμαστε «εντάξει, αλλά στη δημόσια εκπαίδευση κρατάμε ακόμη». Αναβάλλεται η σύγκρουση  στο Αιγαίο για έναν μήνα; Εμείς σκεφτόμαστε «εντάξει, άσε να κάνουμε τα μπάνια μας κι από Σεπτέμβριο βλέπουμε». Αυξάνονται τα κρούσματα απ’ τον ϊό; Εμείς διατηρούμε την ψυχραιμία μας «εντάξει, αλλά πεθαίνουν μονάχα οι υπερήλικες». Υπάρχει άλλωστε και το «όπλο», που ετοιμάζουν οι καλοί. Θα κάνουν οσονούπω το συνέδριό, θα βρούνε την άκρη και θα οχυρώσουν τα μέτωπα όπως παλιότερα. Αργά ή γρήγορα, θα πέσει ο γύπας. Αν δεν τον σκοτώσουμε έτσι, θα τον πνίξει το αίμα (μας).

Καλό πράγμα η ιστορική αισιοδοξία, κάκιστα όμως ο βολονταρισμός και οι αυταπάτες. Η πανδημία θερίζει οικονομικούς γίγαντες. Ποιος εγγυάται ότι δεν θα μεταφέρουν τη δική τους κρίση στα συνήθη υποζύγια; Ιστορική ημέρα για την Ευρώπη η συμφωνία για το πρόγραμμα στήριξης και πολλά τα λεφτά. Ποιος όμως μας είπε ότι όλα αυτά δεν θα έχουν ακόμα απεχθέστερους όρους κι από εκείνους των μνημονίων; Αντέχει ακόμα η Αριστερά. Ποιος όμως μας λέει ότι η κοινωνία θα βγει έγκαιρα απ’ τη νάρκη της;

Το ΚΚΕ παρελαύνει, ως συνήθως, και σιγά-σιγά εξελίσσεται σε φολκλόρ τύπου Άμις. Το ΚΙΝ.ΑΛ. βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στον κυνισμό και τον αυτισμό των ίσων αποστάσεων -που δεν είναι ίσες. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκδίδει ανακοινώσεις και καταψηφίζει. Κι η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει απερίσπαστη το έργο της. Αντικειμενικός τύπος και ουσιαστική κριτική δεν υπάρχουν, παρά μόνο σε δυο-τρία sites (σαν κι αυτό) και σε μια-δυο εφημερίδες. Τα τηλεοπτικά μέσα, τα περιοδικά και η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιολογούντων κάνουν σχόλια που βασίζονται στη μεροληψία, τα ψεύτικα νέα ή την απύθμενη ασχετοσύνη. Είναι φυσικό ο κόσμος να είναι μουδιασμένος και σε πλήρη αποπροσανατολισμό, ιδιαίτερα μετά τα πρωτοφανή που ζήσαμε -και ζούμε- με την πανδημία.

Η Αριστερά αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δυο στρατηγικές: τη διατήρηση του ριζοσπαστισμού της με τίμημα τον περιορισμό της επιρροής της και τη διεύρυνση -περίπου άνευ όρων- με προοπτική τη δημιουργία ενός πλειοψηφικού ρεύματος. Η χρυσή τομή, δηλαδή η διατήρηση της αριστερής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ με τη λελογισμένη διεύρυνση προς την κεντροαριστερά επί τη βάσει αρχών, εμφανίζεται όλο και περισσότερο σαν μια ευχή, παρά ως ένα εφικτό και υλοποιήσιμο σχέδιο.

Δεν φταίνε τα κομματικά όργανα κι οι αξιωματούχοι. Δεν φταίνε -όπως λέει ο ποιητής-  οι εκπρόσωποι, έρημοι κι απρόσωποι. Όταν η αλλαγή στρατηγικής δεν είναι αίτημα ενός αυθεντικού και ρωμαλέου κινήματος, όλες οι λύσεις στο πολιτικό πρόβλημα φαντάζουν εικονικές και επινοημένες. Ο υποκειμενικός παράγοντας κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Κι όταν ενίοτε αφυπνίζεται βρίσκεται μέσα σε παραζάλη. Πέρασε το νομοσχέδιο για τις δημόσιες συγκεντρώσεις και δεν κινητοποιήθηκαν παρά μόνο οι συνήθεις ύποπτοι. Και τα χαζοχαρούμενα της τηλεόρασης κάνουν ρεκόρ. Κι αυτό θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία …

Υπάρχει ένα θέμα, που δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμα συνείδηση στην Αριστερά: όσο κυριαρχούν οι πελατειακές σχέσεις και το «σπρώξιμο», είτε από δεξιά είτε από αριστερά, ο κόσμος δεν πρόκειται να απαλλαγεί απ’ την παθητικότητα και την ιδιοτέλεια του. Κι η αντιπροσώπευση, αυτό το θεμέλιο της σύγχρονης Δημοκρατίας, είτε θα είναι τελείως ψεύτική είτε θα στηρίζεται σε πήλινα πόδια. «Τα δικά μας παιδιά» δεν αλλάζουν καταστάσεις, όσο «αριστερά» κι αν είναι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε από το 2012 ένα πραγματικό κίνημα ανανέωσης κι εξυγίανσης της πολιτικής ζωής εν μέσω φαινομένων σήψης. Αλλά σύντομα αυτο-παγιδεύτηκε μέσα στη δίνη της διαχείρισης κάνοντας λάθη στις επιλογές προσώπων και στην ικανοποίηση συντεχνιακών και τοπικιστικών αιτημάτων -ιδίως όσο πλησίαζαν οι εκλογές. Έτσι εκπαιδευμένο και χωρίς άλλο πρότυπο, το εκλογικό σώμα προέκρινε τελικά αυτό που φαινομενικά το συνέφερε περισσότερο, δηλαδή τους λιγότερους φόρους και τις επενδύσεις, αφού η Νέα Δημοκρατία έμοιαζε πιο φερέγγυα στην προσέλκυση ζάπλουτων και πιο αρεστή στις ελίτ της Ευρώπης. Τα υπόλοιπα παραπέμφθηκαν με τον συνήθη τρόπο στους «γνωστούς», τις «άκρες» και τα «βύσματα». Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Ο γύπας ακούει …

Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει ν’ αρθρώσει ένα νέο αφήγημα, το οποιοδήποτε αφήγημα στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης και της διεύρυνσης της Δημοκρατίας,  δεν αρκεί η επίκληση της αιώνιας διαμάχης ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα πολιτικών εξειδικεύσεων που πρέπει να γίνουν, τόσο στην ηθικο-πολιτική όσο και στη διαχειριστική σφαίρα. Αλλιώς θα περιμένουμε πολύ, μένοντας με τη σαδομαζοχιστική ικανοποίηση ότι μαζί με τη ζωή μας μαραίνεται σιγά-σιγά κι ο καπιταλισμός.

(1) Το κείμενο

Ο Γύπας

Ήταν ένας γύπας και μου αγκρίφωνε τα πόδια. Ποδήματα και κάλτσες τάχε κουρελιάσει· τώρα ξέσκλιζε κιόλας τα πόδια μου. Άπαυστα χτυπούσε, φτεροκόπαε ύστερα ώρα τριγύρω μου ανήσυχα και ξακολούθαγε μετά τη δουλειά του. Ήρθε ένας άνθρωπος, κοίταξε μια στιγμούλα και μετά ρώτησε πως και τον υπομένω τούτο τον Γύπα. «Μα είμαι άοπλος», είπα εγώ, «ήρθε κι άρχισε να με ξεσκλίζει, θέλησα εγώ φυσικά να τον διώξω, δοκίμασα μάλιστα να τον πνίξω, αλλά ένα τέτοιο θηρίο έχει τρανή δύναμη· ήθελε να μου πηδήξει στο πρόσωπο, έτσι θυσίασα καλύτερα τα πόδια. Μόνο που τώρα είναι κιόλας ξεσκισμένα».

«Μα πως βασανίζεστε», είπε ο κύριος, «ένα σμπάρο, και ο Γύπας πάει, τέλειωσε». «Είναι έτσι;», ρώτησα εγώ, «και αγαπάτε να το φροντίσετε;». «Ευχαρίστως», είπε ο κύριος, «πρέπει μόνο να πάω σπίτι μου να φέρω το όπλο μου. Μπορείτε να περιμένετε ακόμα μισή ώρα;». «Αυτό δεν το ξέρω», είπα και στάθηκα μια στιγμή μαργωμένος από τον πόνο· μετά είπα πάλι: «Παρακαλώ, όπως και νάχει το πράμα, εσείς δοκιμάστε το». «Καλά», είπε ο κύριος, «θα κάνω γρήγορα».

Ο Γύπας, όσο διάρκεσε η συζήτηση, είχε αφουγκραστεί ήρεμα και πήγαινε από μένα στον κύριο τη ματιά του. Τώρα έβλεπα λοιπόν πως τάχε καταλάβει όλα, φτεράκισε ψηλά, τοξόθηκε από μακριά προς τα πίσω για να πάρει φόρα και κάρφωσε μετά το ράμφος μέσ’ απ’ το στόμα μου βαθιά στα σωθικά μου σαν ένας ακοντιστής. Πέφτοντας πίσω αιστάνθηκα λευτερωμένος, καθώς εκείνος, πλημμυρίζοντας τα έσχατα βάθη μου, ξεχειλίζοντας τις έσχατες όχθες μου αίμα, πνιγότανε δίχως ελπίδα σωτηρίας.