ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Ογδόντα χρόνια μετά, στη μνήμη του Λάκη Σάντα

Αυτές τις μέρες κλείνουν 80 χρόνια από την ανεπανάληπτη μάχη της Κρήτης. Eπίσης 80 χρόνια από το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την Ακρόπολη και  10 χρόνια από τον θάνατο του Απόστολου Σάντα, που μαζί με τον Μανώλη Γλέζο  προχώρησαν σε αυτή την κορυφαία, παράτολμη πράξη, την πρώτη μεγάλη της αντίστασης. Ο Λάκης μου την είχε διηγηθεί, σε μια μεγάλη, συναρπαστική συνέντευξη για τη ζωή του. Είναι ανέκδοτη, έχουν προβληθεί μόνο μερικά αποσπάσματα στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα:

«Μόλις είχαμε τελειώσει τον περασμένο χρόνο το Γυμνάσιο, το 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών στο οποίο πήγαινα μαζί με τον Μανόλη Γλέζο, περάσαμε εγώ στα Νομικά, ο Μανόλης στην Ανωτάτη Εμπορική.

..όταν ερχόταν η τεθωρακισμένη φάλαγγα από την Κηφισιάς,  να περάσει τη Βασιλίσσης Σοφίας, για να φτάσει στην Ακρόπολη, ούτε ένας Έλληνας δεν υπήρχε στο δρόμο. Ακόμη και τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά και μέσα απ’ τις γρίλιες παρακολουθούσε ο κόσμος. Αυτό έχει σημασία διότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης, μαθαίναμε ότι ζητωκραυγάζανε κιόλας τους Γερμανούς. Και πήγαν στην Ακρόπολη, και στον ιστό το μεγάλο που υπήρχε στο μπελβεντέρε, βάλανε τη σημαία. Δίπλα, παρακάτω, σε έναν κοντό ιστό, βάλανε μια μικρή ελληνική σημαία, δήθεν για να μας τιμήσουν. …

Μια μέρα που ήμαστε πάλι όλοι η φοιτητική παρέα στο Ζάππειο και μιλούσαμε, ήταν λιακάδα, η μάχη της Κρήτης εξελισσόταν και κοιτάζαμε προς την Ακρόπολη και βλέπαμε αυτή την τεράστια σημαία. Σε μια στιγμή ο Μανόλης μου λέει: «Λάκη κοίταξε εκεί επάνω».

Εν τω μεταξύ είχαμε συζητήσει ιδιαίτερα με το Μανόλη με τον οποίο ήμαστε πιο συνδεδεμένοι, ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Αλλά τι; Το να πειράξουμε έναν Γερμανό στρατιώτη να του αρπάξουμε το πιστόλι κτλ. θα μας σκοτώνανε επί τόπου, εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι που να πειράξει τους Γερμανούς, κάτι συμβολικό.  Και μόλις μου είπε ο Μανόλης και γύρισα και κοίταξα, μια τεράστια σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό και πάνω αριστερά είχε τον  γοτθικό στρατό του Κάιζερ, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, του λέω; «ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να τους κάνουμε».

.. Πήγαμε στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, ανοίξαμε την εγκυκλοπαίδεια στη λέξη «Ακρόπολις» και πήραμε όλα τα σχεδιαγράμματα και διαβάσαμε τα πάντα. ..το μόνο μέρος στο οποίο υπήρχε μια ρωγμή, το μέρος αυτό, η σπηλιά της Ανάγνου στο βορινό μέρος του Ερεχθείου μέχρι κάτω και από ένα σημείο και μετά είχε ένα ξεροπήγαδο εις το οποίο κατά τη μυθολογία ήταν το άνδρο, η φωλιά του Εριχθόνιου, ο οποίος ήταν ο ιερός όφις της Αθηνάς.

..Πήγαμε λοιπόν από τις 9, μπήκαμε, αυτή τη φορά είχαμε κι ένα μικρό φανάρι και ρίξαμε μέσα και είδαμε στη δεξιά μεριά, πράγματι υπήρχε ένα πλάτωμα και παραπέρα ήταν η οπή που ήταν το ξεροπήγαδο. Δεξιά όμως στο βράχο επάνω είχε μαδέρια, το οποίο ήταν το ένα έτσι, το άλλο έτσι και ανεβαίνανε προς τα πάνω. Αυτά τα μαδέρια είχαν μείνει από τις ανασκαφές τις οποίες είχαν κάνει οι Αρχαιολόγοι.

Έτσι λοιπόν ανεβήκαμε στα πρώτα μαδέρια να δούμε αν κρατάνε. Και είδαμε ότι κρατάνε το βάρος μας. Ήταν 34 μέτρα περίπου από πάνω μέχρι κάτω, βράχια που αν πέφταμε δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσουμε..

…Μετά φύγαμε, κλείσαμε πάλι την πόρτα και την Κυριακή ανεβήκαμε επάνω στην Ακρόπολη ως επισκέπτες. Πήγαμε λοιπόν, πήγαμε σιγά σιγά όταν δε μας παρακολουθούσε κανένας προς το Ερεχθείο, πήγαμε προς τα κάτω και είδαμε το βάθρο, τα σκαλιά που κατεβαίνουν και είδαμε την οπή πάλι…Και είδαμε ότι μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί. Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε ότι από εκεί θ’ ανέβουμε.

..Το θέμα είναι ότι μπροστά από το στρογγυλό το μπελβεντέρε με τον μεγάλο αυτό ιστό και τη σημαία, υπήρχε μια σκοπιά ξύλινη η οποία έμπαινε ο σκοπός όταν έβρεχε ή είχε άσχημο καιρό. Στα Προπύλαια κάτω, εκεί που βγάζουν τα εισιτήρια,  υπήρχε μια διμοιρία  Γερμανών στρατιωτών  που φύλαγε τη σημαία.

Εν τω μεταξύ στις 29 Μαίου  το βράδυ αργά, βγάλανε ανακοίνωση οι Γερμανοί ότι η μάχη της Κρήτης έληξε με νίκη των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων της Βέρμαχτ. Αμέσως ήρθε ο Μανόλης και μου χτύπησε την πόρτα, βγήκα έξω, μου λέει «Λάκη πρέπει να πάμε, πότε να πάμε;» Του λέω «να πάμε αύριο».

..Είχε ένα τέταρτο σελήνης και υπήρχε ησυχία, ηρεμία. Το θέμα ήταν τώρα εάν ο σκοπός ήταν μέσα ή έξω απ’ τη σκοπιά. Εν τω μεταξύ ακούγαμε χάχανα κτλ. από κάτω, γιορτάζανε τη νίκη της Κρήτης. Για να δούμε λοιπόν αν υπήρχε σκοπός μέσα χωριστήκαμε, ο ένας πήγε από τη μεριά του Παρθενώνα κι ο άλλος απ’ την άλλη και πετάγαμε πέτρες, ούτως ώστε αν είναι μέσα στη σκοπιά να βγει να δει τι είναι.

Είδαμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει σκοπός. Και τότε ανεβήκαμε επάνω, λύσαμε το συρματόσκοινο και προσπαθήσαμε να την κατεβάσουμε. .. Σκαρφαλώναμε, την πιάναμε, την τραβάγαμε, τίποτα. Ο μόνος τρόπος λοιπόν ήταν ή θα φεύγαμε και θα την αφήναμε έτσι, ή θα έπρεπε να βγάλουμε τα σύρματα. Και αποφασίσαμε να κάνουμε αυτό..

..εν τω μεταξύ είχε περάσει μιάμιση ώρα και απαγόρευση  κυκλοφορίας από τις 11, είχε φτάσει 00.30 η ώρα και στο τέλος κατέβηκε. Μ ένα μαχαιράκι που είχα εγώ, κόψαμε από ένα κομμάτι απ’ τον αγκυλωτό σταυρό, το βάλαμε στον κόρφο μας . Μαζέψαμε τη σημαία κι έγινε ένας μπόγος μεγάλος…. σκεφτήκαμε ότι το μόνο μέρος που μπορούσαμε να τον πάμε είναι κάτω στο ξεροπήγαδο να το ρίξουμε και μάλιστα κάναμε και καλαμπούρι για να το φυλάει ο Εριχθόνιος….

Αφήσαμε επίτηδες τ’ αποτυπώματά μας και ο ένας και ο άλλος επάνω στον ιστό της σημαίας. Αυτό έσωσε τους φύλακες και τους αρχαιολόγους τους οποίους τους συλλάβανε όλους την άλλη μέρα., είδαν ότι τ’ αποτυπώματα δεν ταιριάζανε και τους αφήσανε. Τους δικούς τους όμως τους τουφεκίσανε.

..Και πάμε τώρα τοίχο-τοίχο, είναι η ώρα 1.30, περνάμε από την Αδριανού κάτω, πάμε Μητροπόλεως, μόλις μπαίνουμε στην πλατεία που είναι η Μητρόπολη, ήταν ένα Ταμείο Δημόσιο και το φύλαγε ένας Αστυφύλακας.

Και ξαφνικά με το πιστόλι μας λέει «ψηλά τα χέρια, ποιοι είσαστε;» Αλλά ελληνικά. Είδαμε λοιπόν ότι είναι Έλληνας. Ήρθε κοντά, είδαμε ότι είναι Αστυφύλακας. Εγώ ευτυχώς είχα την ταυτότητα της Νομικής στην τσέπη μου. Του λέμε «είμαστε φοιτητές και είχαμε πάει σ’ ένα γλέντι και πέρασε η ώρα και τώρα επειδή οι δικοί μας ανησυχούν, πάμε..»

Λέει, «καλά, δεν ξέρετε..οι Γερμανοί θα σας σκοτώσουν. Στο δρόμο τέτοια ώρα; Πού είναι τα σπίτια σας;».

..Φεύγουμε λοιπόν σιγά-σιγά σπίτι, ανεβαίνω επάνω, ο πατέρας μου, ήταν όλοι όρθιοι και περίμεναν. Ο πατέρας μου, η μάνα μου –μητριά μου δηλαδή ήταν- και η αδερφή μου η μεγάλη. «Παιδί μου τι έγινε, πού ήσουνα;». Βγάζω λοιπόν το κομμάτι, μόλις το βλέπει ο πατέρας μου λέει: «Πω,πω συμφορά! Όχι μόνο θα μας σκοτώσουν οι Γερμανοί, θα μας κάψουν όλους μέχρι τρίτη γενεά».