ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Ο Τολστόι που αγαπώ

 

Παίρνω μεγάλη ευχαρίστηση από την ανάγνωση του Τολστόι, και όσο περισσότερο τον διαβάζω, τόσο πιο πολύ μου αρέσει. Τα μυθιστορήματά του  αναδύονται από τις μικρές λεπτομέρειες του καθημερινού ημερολογίου του, από εντυπώσεις της παιδικής του ηλικίας, από οικογενειακούς θρύλους. Μου αρέσει να διαβάζω για τις σχέσεις του με τους διάσημους συγχρόνους του, για τη ζωή και τις ιδέες του, κυρίως για την χαρακτηριστική του ηθική ότι το μόνο που υπάρχει δίπλα μας είναι ο άλλος άνθρωπος και η δική μας ύπαρξη αντλεί το νόημά της από την παρουσία του.

Ο Ντοστογιέφσκι έχει σαφείς στόχους και συγκεκριμένη δράση. Η αυλαία ανοίγει και βλέπουμε πώς μια άθεη ύπαρξη οδηγείται αμείλικτα στην αμαρτία και το κακό. Το έγκλημα γίνεται τιμωρία. Αντίθετα, όταν η Άννα Καρεντίνα του Τολστόι ρίχνει τον εαυτό της κάτω από ένα τρένο δεν ξέρουμε ακριβώς γιατί.

Ο Λέων Τολστόι που αγαπώ είναι ο σκεπτικιστής, ο ηδονιστής, ο αγωνιστής, ο τραγικός. Μου αρέσει το  πρόσωπό του, η γενειάδα του και η παιδική αναζήτηση για ένα μαγικό  ραβδί που οδηγεί στην ευτυχία αλλά και η χειμωνιάτικη παγωνιά στο «Αφέντης και Υπηρέτης «όταν ο θάνατος, παραμερίζοντας τους ταξικούς τους διαχωρισμούς, ενώνει τον αφέντη με τον μουζίκο.

Ο Κόμης Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, ο άνθρωπος που πίστευε ότι «δεν υπάρχει μεγαλείο εκεί που δεν υπάρχει απλότητα, καλοσύνη και αλήθεια», γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1828 στη Γιασνάγια Πολιάνα, μια εξοχική έπαυλη, διακόσια χιλιόμετρα νότια της Μόσχας. Το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου του 1910 φεύγει από το σπίτι του. Πεθαίνει τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, στο Αστάποβο της Περιφέρειας Ριαζάν, από πνευμονία, στο σπίτι του σταθμάρχη ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Οι τελευταίες του λέξεις: «Να αναζητάτε, πάντοτε να αναζητάτε…». Σύμφωνα με τις επιθυμίες του κηδεύτηκε πολιτικά και θάφτηκε στο δάσος κοντά στο σπίτι του.

«Πιστεύω στα παρακάτω: Πιστεύω στο Θεό, που τον οποίο αντιλαμβάνομαι ως πνεύμα και πηγή των πάντων. Πιστεύω ότι είναι μέσα μου και είμαι μέσα του. Πιστεύω ότι η θεία θέληση βρίσκεται πολύ καθαρά και καταληπτά στη διδασκαλία του ανθρώπου Χριστού, τον οποίο το να θεωρούμε Θεό και στον οποίο να προσευχόμαστε το θεωρώ τη μέγιστη βλασφημία». Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα της απάντησής του  στο συνοδικό Έδικτο που τον αναθεμάτιζε το 1901.

Τον αντισυστημικό Χριστιανισμό του εκφράζει στο μεγάλο του διήγημα «Οι Κοζάκοι». Γράφει: «Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο για να τον χαίρεται ο άνθρωπος. Πουθενά δεν υπάρχει αμαρτία. Να κοίταξε το ζώο: ζει παντού… Τρώει και πίνει ό,τι του στέλνει ο Θεός. Κάθονται και μας λεν πως αν και μεις ζούσαμε έτσι, την άλλη μέρα θα βράζαμε στην κόλαση. Μα εγώ τίποτε από αυτά δεν πιστεύω. Θα ψοφήσουμε, το χορτάρι θα φυτρώσει στο μνήμα μας. Αυτό είναι όλο!» (βλ. Νικ. Καζαντζάκη, Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα). Τα φιλοσοφικά πεζογραφήματά του «Το κράτος του ζόφου» και «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» είναι δύο κείμενα αντισυστημικού χριστιανισμού. Η σκέψη για την ηθική υπεροχή του απλού λαού, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα όλης της δημιουργίας του Τολστόι, είναι διάχυτη και στο Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς καθώς δείχνει για μια ακόμα φορά πως μονάχα στο λαό, στους μουζίκους, διατηρείται η φυσική σχέση με τη ζωή, η καθαρή ηθική.

Για την Γκόλντμαν ο Τολστόι ορίζει τον εθνικισμό σαν «την αρχή που καθορίζει την εκπαίδευση των αδίστακτων δολοφόνων και πολεμοκάπηλων» (Emma Goldman: Εθνικισμός, το δηλητήριο της Δημοκρατίας -ομιλία που δόθηκε στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια (1908). Για άλλους ο Τολστόι είναι ο πιο διάσημος Χριστιανός Αναρχικός (βλ. Alexandre Christoyannopoulos, Tolstoy the peculiar Christian anarchist) καθώς υποστηρίζει ότι «…όλες οι υποχρεώσεις προς το κράτος είναι ενάντια στη συνείδηση του Χριστιανού – ο όρκος υποτέλειας, οι φόροι, οι νομικές διαδικασίες, η στρατιωτική θητεία. Και όλη η κυβερνητική ισχύς στηρίζεται πάνω στις υποχρεώσεις αυτές»(Leo Tolstoy, The Kingdom of God is Within You). Οραματίζεται μία κοινωνία ή μία «εκκλησιαστική» ζωή στην οποία όλοι φροντίζουν ο ένας τον άλλο, μοιράζονται τα πράγματα από κοινού και προσπαθούν, ως εκ τούτου, να δημιουργήσουν ένα είδος συλλογικής ζωής που είναι τελείως διαφορετικό από το είδος ζωής των μετα-βιομηχανικών κοινωνιών.

Στο δοκίμιο του «Για την αναρχία» γράφει: «Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα. Kαι στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης και στον ισχυρισμό ότι, χωρίς Αρχή, δεν θα μπορούσε να υπάρχει χειρότερη βία από αυτή της Αρχής κάτω από τις τωρινές συνθήκες. Κάνουν λάθος μόνο στο να νομίζουν ότι η Αναρχία μπορεί να ιδρυθεί μέσω επανάστασης. Αλλά μπορεί να ιδρυθεί μόνο με το να υπάρχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι δεν επιζητούν την προστασία της κυβέρνησης… Μπορεί να υπάρξει μόνο μία μόνιμη επανάσταση – μιά ηθική: Η αναγέννηση του εσωτερικού ανθρώπου».

Η αρετή του και η ευφυΐα του τον οδήγησαν στην απόρριψη της  κρατικής εθνικής Εκκλησίας. Θα απελευθερώσει τους δούλους του, αργότερα θα φτιάξει δημοκρατικά σχολεία στο κτήμα του για τα παιδιά των μουζίκων, θα κληροδοτήσει τη γη του στους αγρότες, θα ταχθεί κατά της θανατικής ποινής. Το 1859 ίδρυσε στη γενέτειρά του Γιάσναγια Πολιάνα ένα σχολείο, χρησιμοποιώντας ως χώρο το ίδιο του το σπίτι και το κτήμα του. Η διδασκαλία πραγματοποιούνταν από φοιτητές, τους οποίους ο Τολστόι βρήκε στη Μόσχα, και από τον ίδιο. Στο σπίτι του στην Γιάσναγια Πολιάνα, τα παιδιά μελετούσαν τις τροχιές των ουράνιων σωμάτων, Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά και φυσικά, τον μεγαλύτερο ρόλο είχε η Λογοτεχνία. Ενώ οι απόψεις του Τολστόι αρχικά δεν έβρισκαν υποστήριξη μεταξύ των ανώτερων κυβερνητικών υπαλλήλων, το σχολείο του ασκούσε μεγάλη επιρροή στο λαό. Ως το 1862 υπήρξαν τουλάχιστον δεκατρία χωριά με αγροτικά σχολεία στην περιοχή του, και οι δάσκαλοί τους ήταν όλοι ενθουσιώδεις υποστηρικτές της παιδαγωγικής του προσέγγισης. Στο ημερολόγιό του έγραφε: «Ένα πράγμα με βασανίζει όλο και πιο πολύ: η απάτη της απερίσκεπτης πολυτέλειας δίπλα στην άδικη κατάσταση της δυστυχίας και της ανέχειας γύρω μου».

Στην «Εξομολόγηση» γράφει: «Είμαι ένα ταπεινό παράσιτο, ένα ελεεινό σκουλίκι που τρώει το δέντρο. Μια μονάχα σωτηρία: Να εγκαταλείψω τα πάντα – οικογένεια, περιουσία, δόξα – και να ζήσω πιο ελεύθερα, σύμφωνα με τα αγνά παραγγέλματα του Χριστού». Ο Καζαντζάκης, από την «Εξομολόγηση», σημειώνει: «Ο Τολστόι απελπίζεται να βρει απάντηση (στο υπαρξιακό ζήτημα και στην ηθική) στα βιβλία και στα φιλοσοφικά συστήματα και στους επίσημους θεολόγους. Στρέφεται στους απλούς ανθρώπους – τους μουζίκους, τους προσκυνητές, τους καλόγερους κι από το απλοϊκό τους στόμα περιμένει την απάντηση. Τη βρίσκει: «Να γυρίσουμε πίσω στις πρώτες, άδολες χριστιανικές κοινωνίες (εννοεί τη ζωή της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, η οποία συνεχίζεται στον ανόθευτο μοναχισμό). Η ζωή πρέπει να γίνει απλή. Ο δρόμος του ιδανικού είναι δύσκολος και πρέπει ακατάπαυστα να αγωνιζόμαστε και με  εγκαρτέρηση να υποφέρουμε. Ό,τι μας εμποδίζει να φτάσουμε το ιδανικό μας – περιουσία, Εκκλησία, Κράτος, πόλεμοι – πρέπει να το αποφεύγουμε, να το αρνούμαστε, μα όχι βίαια, με παθητική, ακλόνητη αντίσταση. Να μην αντιστέκεσαι βίαια (δηλαδή με κακό) στο κακό (για να μην αναπαράγεται ο φαύλος κύκλος του κακού) – να η κεντρική ηθική διδασκαλία του Τολστόι» (Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας).

Σε συνέντευξη που δόθηκε στον Χάρολντ Ουίλιαμς και δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1905 στην εφημερίδα «Μάντσεστερ Γκάρντιαν», της οποίας ο Ουίλιαμς ήταν ανταποκριτής στην Αγία Πετρούπολη, απάντησε στο ερώτημα αν τον απασχολεί ο θάνατος ως εξής:

«Είμαι γέρος και δεν θα αργήσω να πεθάνω. Εκείνο που τώρα με απασχολεί περισσότερο είναι η σκέψη της αιώνιας ζωής και όχι των μορφών αυτού του κόσμου. Και με δεδομένο ότι κανένας άνθρωπος δε γνωρίζει πότε θα πεθάνει, είναι σημαντικό να ασχοληθούν όλοι με την αιώνια ζωή. Όταν με ρωτούν “πού θα είμαι μετά θάνατον”, δεν μπορώ παρά να καταφύγω και πάλι στον αγαπημένο μου Καντ, που επεσήμανε πως οι έννοιες του χρόνου και του χώρου δεν είναι παρά διανοητικά κατασκευάσματα του ανθρώπου. Η ερώτηση “πού;” υπονοεί ένα χώρο. Κι η ερώτηση “θα είμαι;” υπονοεί ένα χρόνο. Αλλά στην αιώνια ζωή δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος. Καθένας μας αποτελεί τμήμα μιας οικουμενικής ζωής, που είναι υπεράνω χρόνου και χώρου».