ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Προς τα κάτω

Αυτός ο άνθρωπος στεκόταν δίπλα στην πόρτα, με το κεφάλι στραμμένο στον ουρανό και τα μάτια κλειστά. Πεισματικά κλειστά. Τραβούσε βαθιές ρουφηξιές στο τσιγάρο του, χωρίς να δίνει σημασία στους γύρω. Ώρα τώρα, να μένει ατάραχος στην ίδια στάση. Δεν έχει επάνω του τίποτα το περίεργο. Πεντακάθαρος, φροντισμένος. Τον προσπερνάω. Προχωρώ μερικά βήματα και γυρίζω να δω. Εκεί αυτός. Στην προσευχή του.
 
Γεμάτο γκρεμούς και χαράδρες είν’ το μυαλό. Εικόνες, λέξεις, ήχοι και χρώματα μπαίνουν με φορά και χάνονται στον γυρισμό. Μένουν εκεί, παγιδευμένα. Τι σκέφτεται άραγε αυτός ο άνθρωπος; Μου απαντάει τ’ απέναντι με την «Αφήγηση» του Σεφέρη.
 
«Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα».
 
Αχ, οι χαμένες αγάπες, οι χαμένες ψυχές. Καλοκαίρι, εδώ, στον Βράχο Πρεβέζης. Ο ήλιος δύει λοξά απ΄ τα δεξιά όπως κοιτάμε τη θάλασσα. Ο νότος βρίσκεται μπροστά μας και κάτω. Τραβάει ο άνθρωπος με κλειστά μάτια μια νοητή γραμμή, τραβάω κι εγώ μία άλλη. Και βλέπω απάνω της ξαπλωμένη τη Δήμητρα, παγωμένη, νεκρή. Αγκάλιαζε ο Τάκης με στοργή το κεφάλι της κι εμείς κοιτάγαμε προς τα κάτω.
 
«Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες
που γερνούνε δύσκολα».
 
Σαν να τους βλέπω. Τελειώνει το καλοκαίρι κι αρχίζει η καινούργια χρονιά. Όλοι θα πάνε πίσω στις δουλειές τους. Βλοσυρά πρόσωπα θα συνεδριάζουνε και θα κάνουν συνέχεια κι απ’ την αρχή τον λογαριασμό. Έσοδα, έξοδα, απώλειες, κέρδη. Ατέλειωτα νούμερα, ατέλειωτα λόγια. Όλα στα ψέματα. Και όλα ψέματα. Μόνο τα κοριτσάκια με τις μαντήλες θα γελάνε ακόμα, κρατώντας τον ήλιο ανάμεσα στα δόντια τους. Στους άλλους θα βγαίνει ο φθόνος, το πολύ κίτρινο, η πέτρα, η τερηδόνα. Θα κοιτάνε όλοι προς την ίδια κατεύθυνση: εκεί, προς τα κάτω.
 
«Άλλοι τον άκουσαν να μιλά
μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς».
 
Τώρα καταλαβαίνω προς τι οι βαθιές ρουφηξιές. Η παλινδρομική κίνηση του καπνού, μια μέσα, μια έξω, έχει κάτι πολύ ανακλαστικό, σαν να κοιτάς στον καθρέφτη. Μεγεθύνει αυτό την αναπνοή, την κάνει βαθύτερη, πιο συνειδητή. Μια δίνεις, μια παίρνεις. Μικρά πακέτα αέρα γεμάτα σπασμένες κουβέντες και σπασμένες στιγμές. Μια τα ρουφάς και μια τα εξακοντίζεις, μπας κι αγκιστρώσουνε κάπου. Μάταιος όμως ο κόπος. Κι όταν το καταλάβεις, δεν έχεις που αλλού να στραφείς. Σκάβεις, βαθύτερα πια, προς τα κάτω.
 
«Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
Σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
Και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε∙
προσκυνώ».
 
Τα συνηθίσαμε όλα, μα όλα. Κι αυτόν εκεί και τα κλεισμένα μάτια του. Ένα μόνο είναι το ανεξήγητο, που δεν το έχουμε συνηθίσει: γιατί το κεφάλι του είναι στραμμένο στον ουρανό. Αυτός γνωρίζει, αλλά εμείς δεν το ξέρουμε ακόμα. Γι’ αυτό, με μάτια υγρά και πολύ ηττημένα, κοιτάμε αμήχανα προς τα κάτω.
 
Ποιος θα μιλήσει για τα παιδάκια απ’ το Αφγανιστάν; Κλείστε ερμητικά τα μάτια!