ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Πως ζωγραφίζεις μια Γενοκτονία; (στη μνήμη του Γιόβαν Ντίβιακ)

Η ταινία του  Τουρκογερμανού σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν(Τhe Cut- «H Μαχαιριά» στα ελληνικά)πραγματεύεται τη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915. Διηγείται την ιστορία ενός Αρμένιου που γλιτώνει από απλή σύμπτωση: αντί να του κόψουν την καρωτίδα, τον τραυματίζουν στις φωνητικές χορδές. Ο βουβός, πλέον, μάρτυρας της Γενοκτονίας αναζητά την κόρη του που έχει επιζήσει. Το ταξίδι του, μια πραγματική Οδύσσεια, τον οδηγεί από το Χαλέπι μέχρι την Αβάνα και τη βόρεια Ντακότα των ΗΠΑ.

Από τη “Λίστα του Σίντλερ” μέχρι τον “Γιο του Σαούλ”, δεκάδες εξαιρετικές ταινίες έχουν περιγράψει τη Μεγάλη Γενοκτονία, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Ντοκιμαντέρ με φρικιαστικές εικόνες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης διαδέχονται το ένα το άλλο. Αλλά όσα φιλμ και να δούμε, για το 1915 ή το 45, η φρίκη δεν μπορεί ποτέ να αποτυπωθεί πλήρως. Και ο κινηματογράφος κάνει  τα γεγονότα να μοιάζουν λιγότερο πραγματικά.

Χωρίς τους κινηματογραφικούς φακούς, τα μάτια ενός παιδιού είναι ίσως πιο αυθεντικά. Το 1944 η Μπούμπα Weisz Sajovits, η αδελφή της Ιτσου, οι γονείς τους και ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα της πόλης Κλουζ, στη Ρουμανία  μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς. Οι γονείς πήγαν κατευθείαν στα κρεματόρια, τα 2 κορίτσια κατάφεραν να επιζήσουν, δουλεύοντας στο εργοστάσιο του στρατοπέδου και τρέχοντας να αποφύγουν τους Ναζί που ήθελαν να τις βιάσουν.

Το 1946 βρέθηκαν στο Μεξικό, χάρις στη μεγάλη αδελφή τους που ήταν ήδη εκεί και τις συμβούλεψε να μην πουν τίποτα για όσα είχαν ζήσει. Αλλά σαράντα χρόνια μετά, στα 60 της, η Μπούμπα ξεκίνησε να ζωγραφίζει για πρώτη φορά στη ζωή της, σαν να ήταν παιδί. Περιγράφοντας τη φρίκη, όπως με τα πειράματα του Μέγκελε που είχε την ατυχία να πέσει επάνω του μόλις έφτασε στο στρατόπεδο ή το τρεχαλητό της για να αποφύγει τον βιασμό. (τα σκίτσα της στο άρθρο)

Πίσω από τις ζωγραφιές ή τα φιλμ, κρύβεται αυτό το μεγάλο ερώτημα. Πως μπορεί το Κακό να είναι τόσο ύπουλο, τόσο δυνατό ώστε να κάνει άνθρωπο να σκοτώνει τον γείτονα του ή να βιάζει την παλιά του συμμαθήτρια στο σχολείο; O εμφύλιος της Γιουγκοσλαβίας τα χρόνια 1991-95 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι Γιουγκοσλάβοι, που πριν δεν ήξεραν τι εθνικότητα είχαν, σε λίγα χρόνια άρχισαν να δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Η μεγαλύτερη σφαγή στην μεταπολεμική Ευρώπη, στη Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας στο 1995, έγινε από ανθρώπους που, με κάποια από τα 7-8.000 θύματα τους, είχαν παίξει μαζί ποδόσφαιρο ή είχαν πάει μαζί σινεμά. Πως είναι δυνατόν;

Στην ταινία του για την Γενοκτονία των Αρμενίων, ο σκηνοθέτης κρύβει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πρωταγωνιστών του. Θέλει να δείξει ότι δεν είναι τα θρησκευτικά πιστεύω που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο, αλλά οι πράξεις του. Η ανθρωπιά του, οι αξίες του, ο τρόπος που έχει μεγαλώσει, πόσο γενναίος και τίμιος με τον εαυτό του είναι.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο στρατηγός Γιόβαν Ντίβιακ, επικεφαλής του στρατού που υπεράσπισε το Σεράγεβο από την πολιορκία των Σέρβων του Κάρατζιτς,, όταν το 1992 ο πόλεμος εξαπλώθηκε και στη Βοσνία. Ο Γιόβαν ήταν Σέρβος, αλλά όπως και πολλοί άλλοι ομοεθνείς του,  προτίμησε να μείνει μέσα στη πόλη του για να την υπερασπιστεί, παρά να ανέβει στους γύρω λόφους και να τη βομβαρδίζει.

Τον γνώρισα στα τέλη του 1992 στην πολιορκία του Σεράγεβο και είχα την ευκαιρία να τον ξαναδώ μερικές φορές, μετά από τα περιπετειώδη δημοσιογραφικά μπρίφινγκ. Μιλούσε άπταιστα γαλλικά, όπως πολλοί Σέρβοι αξιωματικοί είχε σπουδάσει στη γαλλική Ανώτατη Σχολή Πολέμου. Το γεγονός ότι αυτός ήταν Σέρβος κι εγώ από την Ελλάδα, όπου σύσσωμο το έθνος ήταν έτοιμο να πολεμήσει για τα «αδέλφια μας τους Σέρβους» και τον εγκληματία πολέμου Μιλόσεβιτς -οι Χρυσαυγίτες  το έκαναν πράξη παίρνοντας μέρος στο μακελειό της Σρεμπρένιτσα- μας είχε φέρει πιο κοντά.

Η θέση του δεν ήταν εύκολη. Εξαιρετικός στρατιωτικός,  έπρεπε να το αποδείξει στη πράξη οργανώνοντας καλά την άμυνα της πόλης: καχύποπτη, δηλητηριασμένη και αυτή από τον εθνικισμό, η βοσνιακή πλευρά τον υποπτευόταν ως προδότη. Μάλιστα τις πρώτες μέρες του πολέμου συνελήφθη από τους Βοσνίους, κρατήθηκε στη φυλακή για 27 μέρες και αναγκάστηκε να κάνει απεργία πείνας για να τον βγάλουν. Για να αναδειχθεί σε λίγο καιρό σε υπερασπιστή του Σεράγεβο και υπαρχηγό του Βοσνιακού Γενικού Επιτελείου.

Έτυχε να βγούμε μια δύο φορές μαζί στο δρόμο, όταν είχε κατάπαυση του πυρός. Στον πολυεθνικό πληθυσμό του Σεράγεβο ήταν εξαιρετικά δημοφιλής, ήταν ο «Θείος Γιόβο», όπως τον φώναζαν, τον χειροκροτούσαν ή του έσφιγγαν το χέρι.
 
Ήταν ήρεμος και σίγουρος ότι κάνει το σωστό. Θεωρούσε ότι οι διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμοί, οι θρησκευτικές και εθνικές πεποιθήσεις  αποτελούσαν πλούτο για την πόλη του, αυτό το πολυεθνικό, όμορφο Σεράγεβο, που τού μαχαίρωσε την καρδιά  ο αδελφοκτόνος πόλεμος. «Μεγαλοσύνη είναι όταν κάποιος ανήκει στο κόσμο, στη φύση, και δεν είναι σκλάβος μιας θρησκείας ή ενός έθνους», είχε γράψει. Είχε μείνει να πολεμήσει γιατί ήταν ηθικό σωστό. Από τιμιότητα με τον εαυτό του, αυτό που ζητούσε στις φιγούρες της δικής του ταινίας ο Φατίχ Ακίν.
 
Ήδη στη διάρκεια του πολέμου ο Γιόβαν ίδρυσε μια οργάνωση για την προστασία και την εκπαίδευση των παιδιών που είχαν χάσει τους γονείς του στον πόλεμο. Έγραψε  βιβλία στα σερβοκροατικά, το « Σεράγεβο, αγάπη μου» στα γαλλικά και κέρδισε δεκάδες διεθνείς διακρίσεις. Μας άφησε πριν από λίγες μέρες, στα 84 του. Στην κηδεία, οι φίλοι του τραγούδησαν το Bella Cao.