ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Ιστορία

Σαν σήμερα 26 Απριλίου 1937: Ο Βομβαρδισμός της Γκουέρνικα

Από το 1936 έως το 1939 η Ισπανία αντιμετώπισε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο: Ο πραξικοπηματίας φασίστας στρατηγός Φράνκο εναντίον της νόμιμης δημοκρατικής κυβέρνησης.

Οι Βάσκοι, στον βορρά της χώρας, ήταν από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τους φασίστες του Franco, καθώς αντιστέκονταν σθεναρά και συνεργάζονταν με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Μαδρίτης. Όταν, λοιπόν, την άνοιξη του 1937, οι φασίστες θέλησαν να καταλάβουν επιτέλους τον ατίθασο βορρά, η Γκουέρνικα θεωρήθηκε εξαρχής το μεγαλύτερο εμπόδιο για την κατάληψη της στρατηγικής πόλης Μπιλμπάο.

Η μικρή αυτή κωμόπολη, με τους 5.000 μόνιμους κατοίκους, αλλά και τους χιλιάδες δημοκρατικούς πρόσφυγες, βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο πάνω στο δρόμο για το Μπιλμπάο. Επιπλέον, η Γκουέρνικα ήταν σημαντική για τους Βάσκους γιατί στο κέντρο της πόλης υπήρχε μια βελανιδιά, κάτω από την οποία συνήθιζε να συνεδριάζει η Βουλή τους.

Η «Επιχείρηση Επίπληξη» (Operation Rugen), όπως ονομάστηκε ο βομβαρδισμός της Γκουέρνικα, πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 26ης Απριλίου, 1937, από τις 16:30 έως τις 19:00. Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος 20 γερμανικά μαχητικά και 3 ιταλικά. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια πολύ απλή επιχείρηση, καθώς η μικρή βασκική πόλη ήταν ανοχύρωτη. Μετά από τους απανωτούς βομβαρδισμούς γρήγορα ξέσπασαν πυρκαγιές σε πολλά σημεία της πόλης, καταστρέφοντάς την ολοσχερώς.

Μια μαρτυρία από τη φρίκη της Γκουέρνικα Ένας από τους πρώτους ανταποκριτές του εμφυλίου πολέμου που φτάνει στην κατεστραμμένη πόλη μετά τον βομβαρδισμό ήταν ο Noel Monk, της London Daily Express:

«Ήμασταν περίπου δεκαοκτώ μίλια ανατολικά της Γκουέρνικα όταν ο Άντον σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και άρχισε να φωνάζει. Έδειξε μπροστά και η ανάσα μου κόπηκε αντικρίζοντας την εικόνα. Πάνω από την κορυφή των λόφων εμφανίστηκε ένα σμήνος αεροπλάνων. Περίπου δώδεκα βομβαρδιστικά πετούσαν ψηλά στον ουρανό και χαμηλότερα συνοδευόντουσαν από έξι μαχητικά Heinkel 52.

Τα βομβαρδιστικά πετούσαν προς την Γκουέρνικα, ενώ τα μαχητικά πέταξαν χαμηλά πάνω από το αυτοκίνητό μας. Ο Άντον και εγώ πηδήξαμε σε μία τρύπα, που είχε δημιουργηθεί από βομβαρδισμό, η οποία ήταν γεμάτη με νερό και λάσπη. Κοιτάξαμε βιαστικά τα μαχητικά και μετά κατεβάσαμε τα κεφάλια μας. Δεν σηκώσαμε το βλέμμα μας μέχρι να φύγουν τα Heinkel. Μας φάνηκαν ώρες, αλλά ήταν μόλις 20 λεπτά. Τα μαχητικά πυροβολούσαν στο δρόμο όσο πετούσαν από πάνω μας. Άρχισα να τρέμω από τον φόβο μου.

Όταν τα Heinkel αποχώρησαν μαζί με τον Άντον τρέξαμε στο αυτοκίνητο. Σε μικρή απόσταση ένα στρατιωτικό όχημα είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να μεταφέρουμε τους δύο νεκρούς στην άκρη του δρόμου. Έτρεμα ολόκληρος ήταν η πρώτη φορά που είχα φοβηθεί τόσο. Ο ουρανός είχε γίνει κόκκινος από τις φωτιές στην Γκουέρνικα».

Ο Noel Monk και ο συνάδελφός του πλησίασαν με το αυτοκίνητό τους στην Γκουέρνικα σε τέτοιο σημείο, όπου άκουγαν τους ήχους από τον βομβαρδισμό. Συνέχισαν την πορεία τους για την Μπιλμπάο, όπου ο Monk ολοκλήρωσε το κείμενό του για την εφημερίδα και γευμάτισε.

Η μαρτυρία του συνεχίζεται από το σημείο που το γεύμα τους διακόπτεται από την είδηση για τον βομβαρδισμό της Γκουέρνικα.

«Ένα υπάλληλος της κυβέρνησης με δάκρυα στα μάτια μπήκε μέσα στην τραπεζαρία και φώναξε: Η Γκουέρνικα καταστράφηκε. Οι Γερμανοί βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν και βομβάρδιζαν.

Η ώρα ήταν περίπου 21.30 και ο στρατηγός Roberts χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι, ‘καταραμένα γουρούνια’. Πέντε λεπτά αργότερα κατευθυνόμασταν προς την Γκουέρνικα. Ήμασταν περίπου σε απόσταση δέκα μιλίων από την κωμόπολη όταν είδα τον κόκκινο ουρανό από τις φλόγες. Πλησιάζοντας στην Γκουέρνικα έβλεπα παιδιά, γυναίκες και άνδρες στην άκρη του δρόμου να κάθονται σαστισμένοι. Εκεί ήταν και ένας ιερέας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και πήγα προς το μέρος του.

Τι συνέβη; τον ρώτησα. Το πρόσωπο του ήταν μαυρισμένο, τα ρούχα του σκισμένα και δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά μου έδειχνε τις φωτιές, περίπου 4 μίλια μακριά. Μετά ψιθύρισε: ‘Aviones… bombas… mucho, mucho’.

Ήμουν ο πρώτος ανταποκριτής που έφτασε στην Γκουέρνικα και βοήθησα ορισμένους στρατιώτες να μαζέψουν απανθρακωμένα πτώματα. Μερικοί στρατιώτες έκλαιγαν με λυγμούς σαν μικρά παιδιά. Υπήρχαν παντού φωτιές και καπνοί και η μυρωδιά από την καμένη σάρκα ήταν ανυπόφορη. Σπίτια κατέρρεαν.

Στην κεντρική πλατεία, που περιβαλλόταν από ένα τοίχο φωτιάς, βρισκόντουσαν περίπου 100 άνθρωποι. Ένας θρήνος είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή. Ένας άνδρας που μιλούσε αγγλικά μου είπε: ‘Στις τέσσερις, πριν ακόμα κλείσει η αγορά, ήρθαν πολλά αεροπλάνα. Πέταξαν βόμβες. Κάποια πετούσαν χαμηλά και πυροβολούσαν στο δρόμο. Ο πατέρας Aroriategui προσευχόταν μαζί με άλλους ανθρώπους στην πλατεία ενώ οι βόμβες έπεφταν’.

Τα μόνα που δεν είχαν καταρρεύσει ήταν η εκκλησία, ένα ιερό δένδρο, σύμβολο των Βάσκων και ένα μικρό εργοστάσιο πυρομαχικών λίγο έξω από την πόλη. Στην πόλη δεν υπήρχαν αντιαεροπορικά. Ήταν μία επιδρομή φωτιάς. Ένα θέαμα που με έχει στοιχειώσει ήταν τα απανθρακωμένα πτώματα πολλών γυναικών και παιδιών που τα είχαν μαζέψει στην αποθήκη ενός σπιτιού».

Η Γκουέρνικα του Πικάσο

Την εποχή του βομβαρδισμού της Γκουέρνικα, ο μεγάλος Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο ετοίμαζε ένα πίνακα, παραγγελία της Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Μαδρίτης, που θα κοσμούσε το ισπανικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Μόλις πληροφορήθηκε τη μεγάλη σφαγή, ονόμασε τον πίνακα Γκουέρνικα, θέλοντας να εκφράσει την απέχθειά του προς τους φασίστες «που βύθισαν την Ισπανία στον ωκεανό του πόνου και του θανάτου».

Το έργο του Πικάσο είναι μία τεράστια ελαιογραφία (3,49 x 7,77 μ.), που περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Δείχνει ένα σκηνικό θανάτου, με διαμελισμένα ζώα και ανθρώπους, γυναίκες να κλαίνε, κρατώντας νεκρά μωρά και κατεστραμμένα κτίρια. Αρχικά, ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο, το μαύρο και το γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα.                            

Λέγεται, ότι όταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Παρίσι, με στόχο την κατάσχεση καλλιτεχνικών θησαυρών, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε στον Πικάσο τον πίνακα –Γκουέρνικα- και τον ρώτησε: δικό σας έργο; «Όχι, δικό σας!» ήταν η απάντηση.

Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και συγκέντρωσε το γενικό ενδιαφέρον. Στη συνέχεια, περιόδευσε σε μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για την προάσπιση της Δημοκρατίας στην Ισπανία. Μετά την επικράτηση του Φράνκο, το 1939, η Γκουέρνικα βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ).

Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα στην Ισπανία, μόλις αποκατασταθεί η Δημοκρατία. Αυτό έγινε το 1975, όταν πέθανε ο Φράνκο κι ενώ ο Πικάσο είχε φύγει από τη ζωή, δύο χρόνια νωρίτερα. Το 1981 η «Γκουέρνικα» επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης. Από το 1992 κοσμεί το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία» της Μαδρίτης.  

Πηγή: Σαν σήμερα – loutrakiblog.gr