ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Το αυτονόητο του τώρα στη λογοτεχνία όταν δεν ήταν αυτονόητο…

Για όσους και όσες από εμάς, η ανάγνωση και η αγάπη μας για τα βιβλία είναι δεύτερη φύση, θεωρούμε κάποια πράγματα αυτονόητα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο φυσιολογικό από το να επισκεφτούμε ένα βιβλιοπωλείο, να χαζέψουμε τα ράφια με τις νέες κυκλοφορίες ή να κατευθυνθούμε προς το μέρος εκείνο που φιλοξενεί βιβλία του ενδιαφέροντός μας. Τα κατεβάζουμε απ’ τα ράφια, τα ξεφυλλίζουμε, διαβάζουμε την υπόθεση στο οπισθόφυλλο, αντλούμε πληροφορίες για τον/τη συγγραφέα απ’ τ’ αυτιά του βιβλίου. Αποφασίζουμε αν θα το πάρουμε, κι αν ναι, γυρίζουμε χαρούμενοι στο σπίτι μας έτοιμοι να βυθιστούμε στον κόσμο του… Άλλον έναν κόσμο, άλλη μια ζωή! Τελειώνοντάς το, με την ίδια ευκολία θα συζητήσουμε γι’ αυτό, θα το προτείνουμε σε φίλους αν μας άρεσε ή θα το απορρίψουμε. Τόσο απλά! Κι η αναγνωστική μας περιπέτεια θα συνεχιστεί με το επόμενο και το επόμενο και το επόμενο. Ξανά και ξανά!
Σκεφτήκαμε όμως άραγε από πότε όλη αυτή η διαδικασία θεωρείται σαν ένας φυσιολογικός κύκλος ροής; Δηλαδή στη γενιά μας, σε όσους και όσες ενδιαφέρονται όπως προ είπαμε, κυλάει κάπως έτσι αυτό το ταξίδι σε παράλληλες με τη ζωή μας ζωές. Τις ζωές των ηρώων των βιβλίων μας. Το ίδιο και στην πριν από εμάς γενιά και στην ακόμα πιο πίσω που πραγματικά ήταν ολιγάριθμη, αλλά για την εποχή της τόσο φωτισμένη… Μέχρι εκεί; Άντε και σε μια ακόμα πιο μειοψηφική, σχεδόν ανύπαρκτη τέταρτη γενιά πριν από εμάς…
Αυτοί λοιπόν οι ελάχιστοι κι ασήμαντοι σε αριθμό πως μπήκαν σ’ αυτή τη διαδικασία; Τι διάβασαν; Ή μάλλον ποιοι έγραψαν για να διαβάσουν αυτοί; Και σε ποια ακριβώς γλώσσα; Την καθομιλουμένη; Την «επίσημη» που δεν καταλάβαινε κανείς; Μεγάλο μπλέξιμο! Ας γυρίσουμε λοιπόν αρκετά το χρόνο πίσω, ας ταξιδέψουμε στο σημερινό ελλαδικό χώρο (ας αφήσουμε τον ευρωπαϊκό στην ησυχία της Αναγέννησης του γιατί από ‘δω δεν πέρασε καν αυτή…) κι ας δούμε πως αυτό το τόσο αυτονόητο για εμάς «χτίστηκε» και με τι υλικά από το μηδέν…
Μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους το 1830 η μόνη σύνδεση του τότε ελλαδικού γεωγραφικού χώρου με την αρχαιότητα ήταν η γλώσσα. Καμιά άλλη συνοχή δεν υπήρχε καθώς απ’ τον 3ο ακόμα αιώνα με τις συνεχείς επιδρομές άλλων νέων λαών καταστράφηκε η παλιά ζωή, ξέπεσε η θρησκεία του δωδεκάθεου και έγινε τεράστια αλλοίωση του φυλετικού χαρακτήρα του πληθυσμού με την εγκατάσταση σλαβικών φύλων. Δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση κάποια συνέχεια της αρχαίας πολιτιστικής παράδοσης και ούτε καν κάποια ανάμνηση απ’  την παλιά ζωή και τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Όλος αυτός ο παλιός κόσμος ουσιαστικά αγνοείται κι έρχεται απ’ έξω η Ευρώπη που θαύμαζε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό να τον θυμίσει στο μόλις απελευθερωμένο από την οθωμανική αυτοκρατορία κόσμο του ελλαδικού χώρου.
Η μόνη σύνδεση, και η πιο σημαντική ίσως, ήταν η γλώσσα. Που διατηρήθηκε ζωντανή και ήταν η πιο μεγάλη κληρονομιά από τον αρχαίο κόσμο. Μια κατακερματισμένη όμως γλώσσα, χωρίς κανόνες, χωρίς από κάπου να μπορείς να πιαστείς. Που αλλιώς μιλιόταν απ’ το λαό, αλλιώς απ’ τις κυρίαρχες τάξεις που την κρατούσαν στο σκοτάδι για να μπορούν να φοβίζουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού με τη δήθεν επισημότητά της. Και πέρασε ένας αιώνας για να λυθεί το περίφημο γλωσσικό ζήτημα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Με τον νεοελληνικό κόσμο θα γεννιόταν κι η νεοελληνική λογοτεχνία, κάτι τελείως άγνωστο τότε (η λογοτεχνία) μέσα σ’ εκείνον τον εντελώς αμόρφωτο κόσμο εκείνης της εποχής. Αυτή ήταν άλλη μια κληρονομιά του νέου ελληνικού κόσμου. Η πλήρης αμορφωσιά του πληθυσμού.
Είχαν λοιπόν οι βασανισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής τα ερεθίσματα για να γράψουν. Αλλά το να γράψεις ήταν κάτι άγνωστο τότε στον ελλαδικό χώρο. Έτσι οι πρώτες δεκαετίες της «απελευθέρωσης» ήταν άνυδρες κι έναν περίπου αιώνα πίσω από την ευρωπαϊκή πεζογραφία. Μέχρι που άρχισαν δειλά δειλά να εμφανίζονται οι πρώτοι γραφιάδες. Ρομαντικοί στην αρχή αλλά σύντομα πλέον βγήκε στο προσκήνιο ο ρεαλισμός με θέμα του τώρα πια τη σύγχρονη ελληνική ζωή εκείνης της εποχής. «Επικεφαλής» τους ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
Και ξαφνικά γίνεται σεισμός! Κάποιοι αναιδείς υποστηρίζουν με πάθος το δημοτικισμό κόντρα στην καθαρεύουσα! Μάχες επί μαχών! Όλα τα προοδευτικά στοιχεία τάχθηκαν υπέρ της! Η καθομιλουμένη γλώσσα του λαού έπρεπε να περάσει στην φτωχή έως τότε πεζογραφία μας. Δεν είναι ο χώρος εδώ αρκετός για να αναπτυχθεί το ζήτημα. Εκδίδεται το Ταξίδι του Ψυχάρη και μετά απ’ αυτό γίνεται μια έκρηξη! Όλο και πιο πολλοί γράφουν! Συστρατεύονται στον μεγάλο αυτό αγώνα. Κι έρχονται κι άλλα ερεθίσματα για να γράψουν ολοένα και πιο πολλοί. Η Μικρασιατική Καταστροφή. Νέο ερέθισμα. Ο πόνος, η προσφυγιά, η φτώχεια. Και μπαίνουν κι οι γυναίκες στη γραφή. Σπάνε τα στερεότυπα και γίνονται αυτές οι λίγες πρωτοπόρες! Γράφουν πια στη δημοτική! Ο λαός, οι λίγοι στην αρχή που γνωρίζουν γράμματα διαβάζουν. Τα λογοτεχνικά περιοδικά ανθίζουν! Στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε πολλές ακόμα πόλεις της επαρχίας ιδρύονται περιοδικά. Άνθρωποι μαζεύονται σε καφενεία, σε πατάρια, σε σαλόνια και συζητούν με πάθος για βιβλία, για ποιήματα. Γράφουν! Οι εφημερίδες δημοσιεύουν καθημερινά σε συνέχειες τις ιστορίες τους! Και ξάφνου νέα προβλήματα! Η δημοτική έχει ευτυχώς υπερισχύσει! Αλλά οι κανόνες; Η γραμματική; Η έκφραση; Δεν είναι ενιαία, δεν είναι κοινή… Πρέπει κάποιοι να την φτιάξουν. Να μπει μια τάξη. Να συνεννοούμαστε και μέσω του γραπτού λόγου κοινά. Νέοι αγώνες, νέες αγωνίες. Ορίζονται κι αυτά κι έρχεται και ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος…  Νέα ερεθίσματα απ’ όλη αυτή τη δυστυχία.. Και όλο πιο πολλοί και πολλές βουτάνε την πένα τους βαθιά μέσα τους και γράφουν, γράφουν, γράφουν… Κι αυτοί που γράφουν την Αλήθεια λογοκρίνονται από αμόρφωτους και αστοιχείωτους πορωμένους υπηρέτες του καθεστώτος… Βιβλία απαγορεύεται να κυκλοφορούν, συγγραφείς και ποιητές δικάζονται για τα γραπτά τους και στέλνονται στις εξορίες. Κι η ιστορία συνεχίζεται… Νέοι εκδοτικοί οίκοι γεννιούνται, ο κόσμος των Ιδεών αναπτύσσεται, η λίμνη του ονείρου όλο και μεγαλώνει… Αλλά και πάλι τα πράγματα δεν είναι τόσο ιδανικά. Γραφιάδες και εργαζόμενοι στο χώρο αυτό γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από αυτούς που εκμεταλλεύονται τη δίψα του ανθρώπου για μόρφωση, για ψυχαγωγία, για το όνειρο και την καταφυγή του σε αυτό μέσα από ένα χαρτί γεμάτο μελάνι  από είκοσι τέσσερα σύμβολα…
Αυτή και άλλη τόση είναι η ιστορία που κρύβεται κάθε φορά, που με τον πιο φυσικό τρόπο κατεβάζουμε ένα βιβλίο από ένα ράφι ενός βιβλιοπωλείου… Αυτές οι λίγες γραμμές λοιπόν είναι αφιερωμένες σε αυτούς και αυτές… Το φωτεινό και δύσβατο μονοπάτι που άνοιξαν ας φροντίσουμε με τις ιδέες μας και την αγάπη μας για τα γράμματα να το ξανοίξουμε, να το φαρδύνουμε και να το κάνουμε φωτεινή λεωφόρο για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος κι η ζωή πιο υποφερτή για όλους. Τους το χρωστάμε…