ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

ΤΟ ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ

 

 

Γράφει ο Βάσος Ι. Βόμβας

 

Κάπου εκεί στο 1960, μια παρέα φίλων, ο Βάσος Καραμάνος, με τη Μαρία Σιφναίου, ζευγάρι τότε, ο Νίκος Παπανικόλας, ο Ζάχος Μαντζαβίνος, η Βίκυ Καψιμάλη κι εγώ, φθινοπωριάτικα, κάναμε μια ημερήσια εκδρομή στην Εύβοια και συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα της, στη Λίμνη.

Ξεκινήσαμε ένα Κυριακάτικο πρωινό και μέσω Χαλκίδας φτάσαμε στον προορισμό μας. Επισκεφτήκαμε την γύρω περιοχή και απολαύσαμε το ωραιότατο πευκόφυτο δάσος, τα καταπράσινα λιβάδια, τις δαντελένιες ακρογιαλιές της και φτάσαμε μέχρι το Πευκί. Κι ήρθε η ώρα του μεσημεριάτικου φαγητού.

Ψάχνοντας για κανένα ταβερνάκι στην παραλία,  δεν ξέρω πως, περιδιαβάζοντας την πραγματικά όμορφη κωμόπολη, μέσα σ’ ένα στενό σοκάκι, ανακαλύψαμε μια ταβέρνα – εστιατόριο, που στην πρόσοψή του, είχε μια ταμπέλα που έγραφε. Εστιατόριον “ΤΟ ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ”. Χωρίς δεύτερη κουβέντα καθίσαμε εντυπωσιασμένοι από την ευρηματικότητα αλλά και το χιούμορ του ιδιοκτήτη.

Και τα χρόνια πέρασαν. Όλοι μας παντρευτήκαμε αλλά την Εύβοια δεν την ξεχάσαμε. Την επισκεπτόμασταν  συχνά – πυκνά ιδίως το καλοκαίρι  για μπάνιο και ψαροντούφεκο  και ιδιαίτερα στο νοτιοανατολικό της τμήμα,  που ήταν και σχετικά κοντά. Στη Λίμνη όμως δεν ξαναπήγαμε.

Μετά το φτιάξιμο του σπιτιού μας στη Μυτιλήνη, κατεβαίναμε πολύ συχνά ιδίως τις γιορτές των Χριστουγέννων αλλά και του Πάσχα και βέβαια πολλές φορές και μόνος μου για δουλειές δικηγορικές και σχεδόν πάντα,  όταν είχε δημοτικές εκλογές.

Την τελευταία φορά, πρέπει να ήταν οι δημοτικές του 1994. Επωφελούμενος του χρόνου που είχα στη διάθεση μου, και σίγουρος ότι θα πηγαίναμε για επαναληπτικές, πήρα και το αυτοκίνητο μου και με τους συναδέλφους μου οργώσαμε το νησί. Αμφιτρύων γαρ!

Το μεσημεράκι, προσφιλής κατάληξη μας, το κουτούκι της Τούλας και του Νίκου Ανδριώτη, που βρίσκονταν σ’ ένα στενό σοκάκι εκεί που είναι τα πηγαδάκια. Δεν ήταν μονάχα οι ωραίοι μεζέδες της Τούλας ή το πάντα χαρίεν πρόσωπο του καλλικέλαδου Νίκου, που μας τραγουδούσε ό,τι του ζητούσαμε. Ήταν οι θαμώνες του. Τότε σύχναζαν σε καθημερινή βάση, οι Μανώλης  Βουλαλάς, ο στοχαστικός φιλόσοφος, με το αξεπέραστο χιούμορ του, την βαθειά πολιτικοποίηση του και την αγάπη του ……..στο ούζο, ο ιχθυοπώλης Νικόλας Παρθένης, ο δικηγόρος Δ.Φραντζής, ο Γ.Σφούνης και ενίοτε κι ο Νικολάκης ο Βουγαζιανός, δικηγόρος κι αυτός, αλλά και άλλοι που δεν τους θυμάμαι.. Σπουδαίοι για μένα άνθρωποι, φιλόσοφοι της ζωής, γεννημένοι για παρέα, τραγούδι και μυτιληνιό ζευζέκικο πείραγμα. Καλοπροαίρετο όμως.

Κεντρικό πρόσωπο ο Παρθένης, αξεπέραστος πωλητής ιχθύων, που διατηρούσε ιχθυοπωλείο στην Κουμιδιά, την “Ωραία Καλλονή”. Όμως ποτέ δεν μπόρεσε κανείς να αντιληφθεί, πως γίνονταν,  αντί της αφρόκρεμας του φρέσκου ψαριού, που ξεχώριζε στο πάνω μέρος του τελάρου, με τρόπο ταχυδακτυλουργικό και συγχρόνως αστραπιαίο, να χώνει τις χερούκλες του, μέσα στα ψάρια, και πάνω στο ανακάτεμα, να φτάνει στο πάτο του τελάρου και να ανασύρει ψάρια κάποιων ημερών. Λέγεται ότι μια φορά που πήγε μια γριά να  αγοράσει ψάρια, της τα έβαλε στο χαρτί και  τη ρώτησε αν το σπίτι της ήταν μακριά. Αυτόπτης μάρτυς φίλος του, τον ρώτησε, προς τι αυτή η περιέργεια. Και ο κυνικός Παρθένης απαντά: Για να ξέρω αν θα προλάβει και της  μυρίσουν στο δρόμο! Αδυναμία του, τα αγοράκια. Ως ένθερμος οπαδός του ΚΚΕ, βρέθηκε κάποτε για προσκύνημα στην τότε Σοβιετική Ένωση. Φαίνεται ότι δεν βρήκε αυτά που φαντάζονταν κι όταν γύρισε και τον ρωτούσαν: Παρθένη, πως τα βρήκες εκεί τα πράγματα; Τι σου άρεσε περισσότερο; Τότε άρχισε το μπέρδεμα και κάποια εμφανής αμηχανία τον κατέλαβε. Αλλά όπως ήταν ιδιαίτερα ξύπνιος και ετοιμόλογος, είπε τούτο το ωραίο αλλά εντελώς άσχετο.  – Ρε παιδιά,  τι ήταν αυτό το Ξενοδοχείο που μας πήγαν. Ένα χιλιόμετρο περπατούσες, για να πας στο δωμάτιο σου. Χάθηκα βρε παιδιά. Όμως ευτυχώς για καλή μου τύχη, εκείνη την ώρα, που με αγωνία έψαχνα να βρώ ο δωμάτιό μου, να’ σου ένα Ρουσέλ’. 

Εμ,  τι’ ταν να το πει.

Αυθόρμητο ομαδικό ξεφωνητό και κάκανα* των συνδαιτημόνων ξέσπασαν παραχρήμα. Κι αμέσως το πονηρό ερώτημα.  Αυτό  το δυσκόλως αποκρυπτόμενο δήθεν ενδιαφέρον, αλλά στο βάθος η χαιρέκακη ικανοποίηση τους,  για το γκρέμισμα των ονείρων του. Που όμως την έσωσε η ξαφνική εμφάνιση του παιδός.

– Και τι έγινε ρε Παρθέν’. Τουν κουνόμ’σις;

 Άλλά…… όπως αρχίσαμε με το φρικτόν λάθος, μ’ αυτό και θα τελειώσουμε.

Πρέπει να ήταν μετά το 1995, όταν θυμήθηκα το εστιατόριο της Λίμνης Ευβοίας κι αμέσως μου πέρασε τούτη η ιδέα από το μυαλό. Σκέφτηκα δηλαδή να κάνω δώρο μια ταμπέλα στο φίλο μου τον Ν. Ανδριώτη και απευθύνθηκα στον κουνιάδο μου τον ζωγράφο Άγγελο Ραζή και τον παρακάλεσα να μου φτιάξει μια ταμπέλα για το μαγαζί του Νίκου, όπου θα κυριαρχούσε το ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ. Ο Άγγελος είχε πείρα τέτοιων ταμπελών γιατί τα χρόνια που έμενε και ζωγράφιζε στον Μόλυβο,  είχε φιλοτεχνήσει μπόλικες ταμπέλες για τα μαγαζιά των εκεί φίλων του.

Έτσι το καλοκαίρι, της ίδιας χρονιάς, με το ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ στα χέρια μου, έφτασα στο νησί μας και το μεσημεράκι, κατά που συνήθιζα,  πέρασα από το μαγαζί του Νίκου να του αφήσω το δωράκι μου. Κι ενώ περίμενα γέλια και χαρές, ένα ευχαριστώ βρε αδερφέ, βρίσκω ένα προβληματισμένο πρόσωπο και μια Τούλα αυθορμήτως να εκφράζει την αντίδραση της με τούτα τα λόγια.

– Τίλουγια θα του πάριν, άμα του δουν ι πιλάτις;   

Κι η δική μου άμεση αντίδραση, ελαφρώς θυμωμένη.

– Δεν πειράζει παιδιά την παίρνω πίσω..

Ο Νίκος όμως,  ευφυής ως είναι,  κατάλαβε την απήχηση, που θα είχε η ταμπέλα στους πελάτες του μαγαζιού κι αμέσως την κρέμασε σε εμφανή θέση στο στενάκι, μπροστά στην πόρτα τους και έκτοτε ζούσε και βασίλευε, μέχρι πού ο  Νίκος και η Τούλα, πήραν των ομματιών τους ( λόγω σύνταξης) και μαζί και το Φρικτόν τους λάθος και πήγαν σπιτάκι τους για να ξεκουραστούν.                                        

Και τα χρόνια πέρασαν,   κι ο ελεεινός, αυτός ο τρισάθλιος, πανδαμάτωρ χρόνος,  όπως τον ονόμασαν οι κακορίζικοι γέροντες , άφησε τα ίχνη του πάνω στα πρόσωπα μας, ειδικά στο τριχωτόν ή μη της κεφαλής μας, που δεν ξέρω πια και τι μυαλά σέρνει……..

Έτσι σήμερα, πολιός πλέον γέρων, αλλά με τις μνήμες μου ακόμα ζωντανές, πέρασα από το στέκι των αναμνήσεων μου, βρήκα το Νίκο, γέροντα κι αυτόν, με  ελλείποντες τους οδόντες του, να πίνει τον ερατεινόν του, μπροστά στην πόρτα του θρυλικού μαγαζιού και να προσπαθεί να μαντεύσει ποιος είναι ο μασκοφόρος περαστικός.

Τώρα δεν υπάρχει πια η ταμπέλα. Όμως ο νέος κτήτωρ, σεβάστηκε και διατήρησε την επωνυμία του μαγαζιού. Έτσι  στην πόρτα του ψηλά, με ωραία καλλιτεχνικά γράμματα, ξανάγραψε την παλιά  επωνυμία για να μας θυμίζει πως………. το ΦΡΙΚΤΟΝ ΛΑΘΟΣ δεν πέθανε !


* Κάκανα, τα παρατεταμένα ζωηρά και θορυβώδη γέλια.

 

Ιούλιος του 2021