ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Το φως που βγήκε…

Στην Πόπη Κ…

 

Η καθιερωμένη απογευματινή βόλτα της καραντίνας στο Πεδίο του Άρεως έφτανε προς το τέλος της. Σ” ένα παγκάκι προς την πλευρά της λεωφόρου Αλεξάνδρας ο Γ. τελείωνε το «Άνθρωποι και σπίτια» του Αντρέα Φραγκιά. Συγκλονισμένος από τις ιστορίες των ανθρώπων μιας φτωχογειτονιάς του Πειραιά σηκώθηκε και πήρε το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια. Χώθηκε στα στενά του κέντρου της Αθήνας με την σκέψη και τα πόδια βαριά απ” ό,τι διάβασε σε αυτές τις τριακόσιες τριάντα σελίδες. Στ” αυτιά του η μουσική του ραδιοφώνου. Το δρομολόγιο προς το σπίτι περίπου το ίδιο. Τελευταία στιγμή όμως η ρουτίνα των ίδιων κτηρίων, των ίδιων δρόμων, της ίδια άθλιας εικόνας της πόλης τον έκαναν να κάνει μια μικρή παραλλαγή του δρομολογίου. Χάλια και αυτή η επιλογή… Ο κάθετος αυτός δρόμος οδηγούσε προς έναν μεγαλύτερο με πολλή κίνηση.

Έπιασε το δεξί πεζοδρόμιο και ξάφνου είδε να βγαίνει από μια πολυκατοικία ένας τύπος μ΄ ένα καρότσι λαϊκής γεμάτο βιβλία αφήνοντάς το δίπλα στον κάδο που βρισκόταν ακριβώς έξω από την πολυκατοικία. Κι αμέσως μετά να μεταφέρει άλλη μια κούτα. Νέο παιδί, γύρω στα τριάντα. Παρουσιαστικό που θα έλεγες ότι μπορεί να έχει μια κουλτούρα διαβάσματος… Ο Γ. τον κοίταξε περίεργα κι αυτός έπιασε το βλέμμα. 

-Τα πετάς τα βιβλία φίλε;

-Ναι, απάντησε ατάραχος αυτός.

-Μπορώ να κοιτάξω φαντάζομαι…

-Ε, ναι…

Ο Γ. έσκυψε στην κούτα έριξε μια ματιά και παράλληλα πρόσεξε τα βιβλία που ξεχείλιζαν στο καρότσι. Αμέσως κατάλαβε ότι έπεσε σε θησαυρό. Σε πολύτιμο θησαυρό για την ακρίβεια… Δεν περίμενε τέτοιο πλούτο. Που να το φανταστεί! Όση ώρα κοιτούσε και επέλεγε ποια θα κρατήσει, ο τύπος πετούσε κι άλλα άχρηστα πράγματα που είχε αυτό το σπίτι αφήνοντάς τα μέσα στο καρότσι με τα βιβλία! Σκουπίδια και βιβλία όλα μαζί. Ο Γ. σκέφτηκε ότι μόλις θα είχε μετακομίσει σ” αυτό το διαμέρισμα και θα τα βρήκε μέσα. Δεν άντεξε και ρώτησε.

-Δικά σου είναι τα βιβλία;

-Όχι, της μητέρας μου.

Ο Γ. έμεινε άφωνος, αν και γνωρίζει ότι τις περισσότερες φορές τα παιδιά είναι αυτά που πετούν ολόκληρες βιβλιοθήκες των γονιών τους στα σκουπίδια… Θλίψη… Παρόλα αυτά, άλλο να το ξέρει κι άλλο να τ” ακούει τόσο κυνικά…

-Και γιατί τα πετάς ρε φίλε;

-Τι να τα κάνω; Έχει τόσα πάνω…

-Αμαρτία ρε φίλε τα βιβλία της μητέρας σου…

-Τουλάχιστον δώσ” τα σε μια βιβλιοθήκη, σε μια δομή…

Η χαρά του Γ. για αυτόν τον απρόσμενο θησαυρό μετριαζόταν μπροστά στην άνεση που ένας άνθρωπος αφήνει τόσο πολύτιμα βιβλία στα σκουπίδια. Από το μυαλό του πέρασε στιγμιαία η δική του βιβλιοθήκη… Μετά από λίγο δισταγμό και σκέψη, αντιλαμβανόμενος τη φρίκη που προκάλεσε στον Γ., που χωμένος ανάμεσα στον κάδο και σ΄ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο ξεψάχνιζε την κούτα, ο τύπος του είπε ότι τώρα δεν θα πάνε χαμένα…

Και κάπου εκεί η συζήτηση τελείωσε… Πέταξε μερικά σκουπίδια ακόμα κι έφυγε. Η δουλειά έγινε. Το σπίτι ξαλάφρωσε από τόσο βάρος…

Κι αν τη φρίκη διαδέχτηκε η χαρά για τα βιβλία που άρχιζαν να στοιβάζονται στο σκαλάκι της πολυκατοικίας και η σκέψη για τον τρόπο που θα μεταφέρονταν στο σπίτι μιας και δεν χωρούσαν όσα διάλεξε στην τσάντα, το δεύτερο χτύπημα που δέχτηκε ήταν ακόμα πιο καίριο! Σε τρία απ” αυτά τα βιβλία, στην πρώτη τους σελίδα, υπήρχαν χειρόγραφες αφιερώσεις στο ίδιο άτομο… Προφανώς στη μητέρα του ή στη γιαγιά του κρίνοντας από τις ημερομηνίες. «Στην Πόπη Κ.». Αφιερώσεις τρυφερές, αφιερώσεις γεμάτες κουράγιο και δύναμη… Αμέσως ο Γ. έβαλε αυτά τα βιβλία στην τσάντα του προσεκτικά για να τα προστατέψει κι αυτός δεν ξέρει από τι… Η σκουπιδιάρα δεν θα είχε ποτέ τη χαρά να τα αλέσει στο μύλο της και να τα στείλει κάπου στη Δυτική Αττική μαζί με ό,τι άλλο πετάμε οι κάτοικοι αυτής της άχαρης πόλης. Όχι κυρία Πόπη, μπορείς να είσαι ήσυχη. Η Αλκυόνη Παπαδάκη, ο Ντίνος Βλαχογιάννης και η άγνωστη φίλη σου που σου έγραψαν τόσο γλυκά λόγια μπορούν επίσης να μην ανησυχούν… Τα πολύτιμα δώρα τους είναι σε καλά χέρια! Θα διαβαστούν, θα τοποθετηθούν στο ράφι της βιβλιοθήκης με αγάπη κι ο τωρινός τους κάτοχος, ο Γ., θα φροντίσει να μην έχουν την ίδια τύχη με αυτή που παραλίγο να είχαν… Το φως που βγήκε απ” αυτή την σκοτεινή πολυκατοικία του κέντρου της Αθήνας θα συνεχίσει να φωτίζει το διαμέρισμα ενός άλλου ανθρώπου. Και πόσο όμορφο θα είναι να ζεστάνουν τα σπίτια κι άλλων ανθρώπων στο μέλλον… Όσο αντέχουν οι σελίδες τους στο πέρασμα του χρόνου…