ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Δεύτερο Θέμα Πολιτισμός

Χιλή, 11 Σεπτεμβρίου 1973…

Στον βασανισμένο λαό της Χιλής, σε όσες κι όσους πάλεψαν το θηρίο…
Σαντιάγο της Χιλής, Προεδρικό Μέγαρο, Σεπτέμβριος του 1973. 
 
Δεν γνωρίζουμε το όνομα του φωτογράφου. Είναι η τελευταία εικόνα του Σαλβαδόρ Αλιέντε: φοράει κράνος, βαδίζει με το όπλο στο χέρι, κοιτάζει τον ουρανό, τα αεροπλάνα ρίχνουν βόμβες.
 
Ο πρόεδρος της Χιλής, εκλεγμένος με ελεύθερες εκλογές, είχε πει:
 
«Δεν θα βγω ζωντανός από εδώ μέσα.»
 
Στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής, είναι μια φράση ρουτίνας: την έχουν προφέρει πολλοί πρόεδροι που, την ώρα της αλήθειας, προτιμούν να επιβιώσουν, για να εξακολουθούν να τη λένε.
 
Ο Αλιέντε δεν βγήκε ζωντανός από εκεί.
 
Εντουάρντο Γκαλεάνο: Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία
 
Κι ενώ όλη η κυρίαρχη προπαγάνδα, μέρα που είναι, θα ασχολείται με τη «μέρα που άλλαξε τον κόσμο», τα «φύλλα» θυμίζουν ότι η 11η Σεπτεμβρίου του 1973 είναι η μέρα που άλλαξε τη μοίρα του περήφανου λαϊκού  κόσμου της Χιλής. Απαγωγές, βασανιστήρια, φρικτές δολοφονίες, εξαφανίσεις, γεμάτα γήπεδα με χιλιάδες κρατούμενους, εξορίες, φυλακές, θαμμένα πτώματα στην έρημο Ατακάμα που ακόμα και σήμερα οι μανάδες ψάχνουν και κοσκινίζουν το χώμα για να βρουν απομεινάρια από τα κόκαλα των παιδιών τους. Κι όλα αυτά με την ευγενική χορηγία αυτών που σήμερα μονοπωλούν την Ιστορία… Μέσα σε όλα αυτά όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά της Αντίστασης αυτού του θαυμαστού κόσμου… Όπως η ιστορία της μελαχρινής και της ξανθιάς… Όλων αυτών των υπέροχων γυναικών και αντρών που φώτισε ο μεγάλος συγγραφέας της Χιλής Λουίς Σεπούλβεδα με την εξαιρετική του πένα και τη μεγάλη του ανθρωπιά…
 
Τις βλέπω να περνούν στους δρόμους της Βενετίας, και κάνω δύο βήματα μπρος ή πίσω για να τις δω καλύτερα, για να τις χορτάσω, γιατί είναι όμορφες και γεμίζουν το φθινοπωρινό βράδυ με αυτή την ξεχωριστή ομορφιά που χαρίζουν τα σαράντα πέντε χρόνια τους – μια ομορφιά που ωρίμασε μέσα σε χαρές και βάσανα. μέσα σε έρωτες που ρουφήχτηκαν μέχρι την τελευταία γουλιά, και μέσα σε ταραχές που ποτέ δε σβήνουν.
 
Δε γνωρίστηκαν ούτε σε κάποιο πάρκο ούτε σε κάποιο χορό, αλλά στα μπουντρούμια ενός ζοφερού στρατοπέδου που λέγεται Βίλα Γκριμάλντι και κατέχει δικαιωματικά περίοπτη θέση στο διεθνή κατάλογο της φρίκης και της ατιμίας. 
 
Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν τη μελαχρινή έξω από το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ’ το γιο της, την έσπρωξαν να μπει σ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες, και μ’ ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.
 
Σήμερα, η μελαχρινή κοιτάζει τον ήλιο που καθρεφτίζεται στα κανάλια, και χαμογελά
 
Ήταν νύχτα στο Σαντιάγο της Χιλής όταν έσυραν την ξανθιά έξω απ’ το σπίτι της, τη χτύπησαν για να την αποσπάσουν απ’ το γιο της και τη φωτογραφία του δολοφονημένου άντρα της, την έσπρωξαν να μπει σ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και μ’ ένα τσιρότο εξαφάνισαν τον κόσμο από τα μάτια της.
 
Σήμερα, η ξανθιά κοιτάζει τα περιστέρια στην Πλατεία Αγίου Μάρκου και χαμογελά.
 
Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η μελαχρινή, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη μελανιές απ’ τα χτυπήματα, καψίματα απ’ τα ηλεκτρόδια. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ’ όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».
 
Δεν ήταν ούτε νύχτα ούτε μέρα όταν η ξανθιά, γυμνή και τρέμοντας μετά τις πρώτες ανακρίσεις, σήκωσε ελαφρά το πανί που ήταν δεμένο στα μάτια της. Χρόνος νεκρός. Χρόνος αμέτρητος. Είναι γεμάτη σημάδια από τις μπότες, απ’ το ηλεκτρικό βούνευρο. Τότε, δαγκώνει τα χείλια και μ’ όλη την αγάπη του κόσμου μουρμουρίζει: « Δε θα μιλήσω, δε θα τους πω τίποτα, δε με νίκησαν».
 
Βέβαια, έκλαψαν κι οι δύο – για λίγο, γιατί οι ένδοξες γυναίκες της γενιάς μου και της Ιστορίας μου δεν αφήνουν τον πόνο να επιβληθεί σ’ αυτά που έπρεπε να κάνουν: να οργανώσουν τη σιωπή, να μπερδέψουν την ένστολη αλητεία, ν’ αντισταθούν.
 
Όταν ιδώθηκαν για πρώτη φορά κάτω απ’ τον ισχυρότατο ήλιο των είκοσι πέντε βατ που φώτιζε περιοδικά το κελί, αγκαλιάστηκαν για να ζεσταθούν, κι αφού η μία περιποιήθηκε τις πληγές της άλλης, πέρασαν στην ανταλλαγή πληροφοριών για ό,τι είχαν προλάβει να δουν. «Πρέπει να ‘μαστε σ’ αυτό το μέρος», «Είδα να βγάζουν έξω δύο συντρόφισσες που δε σάλευαν», «Μην πιεις νερό μετά το ηλεκτρικό βούνευρο».
 
Απ’ το «ματάκι» της πόρτας, οι δήμιοι τις έβλεπαν και τις νόμιζαν πεσμένες, και τις νόμιζαν χαμένες. Φουκαράδες! Πού να φανταστούν ότι αυτά τα δύο σώματα ήταν ένα πυρήνας Αντίστασης!
 
Σήμερα, θυμούνται πως κουβέντιαζαν και γι’ άλλα πράγματα: «Σου ‘τρεξε το ρίμελ» είπε η μελαχρινή, χαϊδεύοντας τα μαυρισμένα μάτια της ξανθιάς, «Χάλια είναι το κοκκινάδι σου» είπε η ξανθιά, χαϊδεύοντας τα χείλια της μελαχρινής. 
 
Ταξίδευαν απ’ το κελί τους, κι ανάμεσα σε δύο βασανιστήρια, επισκέφτηκαν τη Ρώμη, το Λονδίνο, το Τολέδο, το Σάο Πάολο. Τραγούδησαν τραγούδια του Σερά και της Βιολέτα Πάρα. Απάγγειλαν ποιήματα του Νερούδα και του Αντόνιο Ματσιάδο. Μαγείρεψαν με συστατικά ευτυχισμένων αναμνήσεων. Η μελαχρινή ήταν ποιήτρια κι ήθελε να γίνει σπουδαία ποιήτρια. Η ξανθιά ήταν δημοσιογράφος κι ήθελε να γίνει σπουδαία δημοσιογράφος. 
 
Σήμερα, η Κάρμεν Γιάνιες, η μελαχρινή, βλέπει τα ποιήματά της να δημοσιεύονται στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ιταλία, και η Μάρσια Σκαμτελμπέρι, η ξανθιά, βλέπει τα άρθρα της να δημοσιεύονται σε πολλές γλώσσες.
 
Τις βλέπω να βαδίζουν (τι όμορφες που είναι!), κάνω ένα βήμα μπρος ή πίσω, και κάθε φορά μου φαίνονται όλο και πιο όμορφες, καθώς τα περιστέρια πιάνουν να πετούν στο πέρασμά τους και να γράφουν στον ουρανό «Γεια σας συντρόφισσες!» […]. Εκείνες χαμογελούν και θυμούνται πως ένας ένστολος σατράπης της Βίλα Γκριμάλντι τις έλεγε «πουτάνες της άκρας αριστεράς» όταν του εξαντλούνταν το ρεπερτόριο με στρατιωτικές βρισιές.
 
Η μελαχρινή και η ξανθιά. Η Κάρμεν και η Μάρσια. Να τες: βαδίζουν με τη σίγουρη περπατησιά τους και την περηφάνια αυτού που τα ‘παιξε όλα. Αυτά τα σώματα μιλούν γι’ αγάπη, φυλάνε την αγάπη μην πέσει. Αυτά τα χείλια που σε προκαλούν να τα φιλήσεις, γόγγυξαν, αλλά δεν είπαν ούτε ένα όνομα ανθρώπου, δέντρου, ποταμού, βουνού, δάσους , δρόμου, λουλουδιού. Δεν είπαν τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει κάπου τους δήμιους. Κι αυτά τα μάτια που λούζονται στο φως και φωτίζουν, έκλαψαν με αξιοπρέπεια τους νεκρούς μας. 
 
Ολάνθιστες μινιφορούσες της δεκαετίας του ’70 που αναστάτωναν τις αίθουσες διδασκαλίας και τα ήθη, ανατροπείς του έρωτα και των ιδεολογιών, συντρόφισσες της ψυχής και της ελπίδας, με τι καμάρι σας κοιτάζω να περνάτε!
 
[Το διήγημα «Η ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΞΑΝΘΙΑ» βρίσκεται στο εξαιρετικο, ίσως το καλύτερο βιβλίο συλλογής διηγημάτων του Λουίς Σεπούλβεδα, «Χρονικά του περιθωρίου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «opera», σε μετάφραση πάντα του Αχιλλέα Κυριακίδη.