ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

Αδιάκοπη ροή

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ της 4ης Αυγούστου ρίχνει στην πυρά το έργο του «Πόλεμος» και το ΚΚΕ τον διαγράφει για το «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου». Γεννιέται τέτοιες μέρες, Πρωτοχρονιά του 1912, ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Προτάθηκε τετράκις να λάβει το Νόμπελ Λογοτεχνίας για τους παρακάτω εύγλωττους λόγους:

ΤΟ ΚΑΘΑΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι./ Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές./ Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω/ δε θα τη βρεις ούτε στις Αλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας/ στριφογυρνά ώς εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται./ Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης./ Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:/ λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά/ στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας/ δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι,/ ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη./ Είναι η αγάπη.

ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ Θα φύγω σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό λιθάρι,/ να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα/ του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,/ ν’ απλώσω εκεί την πίκρα μου να λυώσει όπως το χιόνι./ Μην πιάνεσαι απ’ τους ώμους μου και με στριφογυρίζεις/ άνεμε!/ Φεγγαράκι μου!/ Καλέ μου!/ Αυγερινέ μου!/ Φέξε το ποροφάραγκο!/ Βοήθα ν’ ανηφορίσω!/ Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!/ Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!/ Κι’ ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!/ Μη με ρωτάς, καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!/ Ρίχτε στο δρόμο συννεφιά να μη γυρίσω πίσω!/ Κυττάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα, ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου. Κι αποφάσισα/ να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!

Η ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ Κάνε με αηδόνι Θεέ μου, πάρε μου όλες/ τις λέξεις κι άφησέ μου τη φωτιά,/ τη λαχτάρα, το πάθος, την αγάπη,/ να τραγουδώ έτσι απλά, όπως τραγουδούσαν/ οι γρύλοι μία φορά κι αντιλαλούσε/ η Πλούμιτσα τη νύχτα. Οπως η βρύση/ του Πουλιού μες στη φτέρη. Να γιομίζω/ με το μουμούρισμά μου τη μεγάλη/ κυψέλη τ’ ουρανού. Να θησαυρίζω/ τα νερά των βροχών και τις ανταύγειες/ απ’ το θαύμα του κόσμου. Να μ’ απλώνουν/ τις φούχτες τους οι άνθρωποι κι ένας ένας/ να προσπερνούν. Κι αδιάκοπα να ρέω/ τη ζωή, την ελπίδα, τη λάμψη του ήλιου,/ του ηλιογέρματος το γαρουφαλένιο/ ψιχάλισμα στα όρη, τη χαρά,/ τα χρώματα να ρέω του ουράνιου τόξου/ και τη βροχούλα της αστροφεγγιάς./ Ω τι καλά που ’ναι σ’ αυτόν τον κόσμο!

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Οταν κάποτε φύγω από τούτο το φως/ θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα/ ρυακάκι που μουρμουρίζει./ Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα/ στους γαλάζιους διαδρόμους/ συναντήσω αγγέλους, θα τους/ μιλήσω ελληνικά, επειδή/ δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε/ μεταξύ τους με μουσική.