ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Ανθρωποι Δεύτερο Θέμα

«Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός»…

http://www.dreamstime.com/royalty-free-stock-images-demolished-house-rubble-image12571309

Δημήτρης Γκιώνης

Ο Ακης Πάνου της ζωής και του τραγουδιού.

Είχαμε πρωτογνωριστεί για ένα πορτρέτο του στην τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» (Νοέμβριος 1977), γεγονός που στην αρχή είχε δεχτεί με επιφύλαξη επειδή πίστευε ότι ήταν από τους απαγορευμένους. Και τα πήγαμε πολύ καλά. Ακολούθησαν έκτοτε τρεις-τέσσερις συνεντεύξεις για την «Ελευθεροτυπία» και αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες – συχνά αργά το βράδυ, σε φιλική ατμόσφαιρα, κυρίως με ενστάσεις του κατά δισκογραφικών εταιρειών, ΑΕΠΙ, συνεργατών του τραγουδιστών, ενώ δεν έλειπαν και τα πολιτικά.

Πρόκειται βέβαια για τον Ακη Πάνου, τραγουδοποιό, αλλά και κατασκευαστή μουσικών οργάνων (κατά προτίμηση μπουζουκιών), ζωγράφο – χαράκτη, κι ας μην είχε βγάλει καν το Γυμνάσιο. Και ο λόγος που τον μνημονεύω, τις δύσκολες αυτές μέρες που περνάει ο τόπος, είναι ότι στις 7 Απριλίου συμπληρώνονται 20 χρόνια από τότε (2000) που έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από καρκίνο, στα 67 του, σ” ένα κρεβάτι νοσοκομείου.

Είχε καταδικαστεί σε ισόβια για τον φόνο, με περίστροφο, τρία χρόνια πριν (1997), του υποψήφιου συζύγου της κόρης του – σχέση την οποία δεν ενέκρινε. «Δεν μετανόησα γιατί δεν εννόησα», είπε στην απολογία του στο δικαστήριο. Και ίσως στην περίπτωση αυτή ταιριάζουν οι στίχοι (του Στράτου Ατταλίδη) στο τραγούδι του «Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός» (1983):

«Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός / Τον έζησα τον κόσμο και τον είδα / Κ’ είν’ η καρδιά μου μαύρος ουρανός / που κρύβει κεραυνούς και καταιγίδες / Την ώρα που ξεχείλισε ο πόνος / Αυτή την ώρα θέλω να ’μαι μόνος / Δεν θέλω τη συμπόνια κανενός».

«Θέλω να τα πω»…

Ηταν ένας ιδιόρρυθμος, ιδιοφυής καλλιτεχνικός δημιουργός, με τη δική του βιοθεωρία και τους ηθικούς κανόνες, στους οποίους δεν έκανε καμιά έκπτωση, όπως και σε οποιαδήποτε άποψή του. «Θέλω να τα πω / Χωρίς να με ρωτήσεις / Θέλω να τα πω / Οπως υπάρχουν στο μυαλό / Αλλο εξομολόγηση / Αλλο απαντήσεις», λέει σ’ ένα από τα τραγούδια του που ερμηνεύει ο Γιώργος Νταλάρας (1982).

Είχαν προηγηθεί άλλοι δίσκοι με τραγούδια του-επιτυχίες από τότε που είχε μπει στη δουλειά, αρχικά ως μουσικός σε νυχτερινά μαγαζιά, στη συνέχεια ως δημιουργός, με τραγούδια που τα περισσότερα έχουν συνδεθεί με πολλούς ερμηνευτές.

Μερικοί τίτλοι ανθεκτικών τραγουδιών του από τα 200 και πλέον: «Η ζωή μου όλη», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Γιατί καλέ γειτόνισσα», «Για κοίτα με στα μάτια», «Η πιο μεγάλη ώρα», «Δεν κλαίω για τώρα», «Θα κλείσω τα μάτια», «Οταν σημάνει η ώρα», «Ασ’ τον τρελό», «Αδιόρθω – αναρχί», «Ρολόι κομπολόι», «Θέλω να τα πω»… Και από (άλλους, πλην Νταλάρα) τραγουδιστές: Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Μπέλλου, Γκρέυ, Διονυσίου, Γαβαλάς, Χρηστάκης, Αγγελόπουλος, Λυδία, Λαμπράκη, Μοσχολιού, Πάνου, Μητσιάς, Μενιδιάτης, Κόκοτας…

«Με κόβουν»…

«Τα πολλά τραγούδια μου δεν είναι αυτά που έχουν βγει, αλλά που δεν έχουν βγει», είπε σε μια από τις συνεντεύξεις για την «Ελευθεροτυπία» (21 Απριλίου 1982), και έδειξε ένα πάκο δακτυλογραφημένους στίχους κι άλλα σ” ένα ντουλάπι.

● Κι όλα έχουν μουσική;

«Τα πιο πολλά».

● Και ο λόγος που δεν βγαίνουν;

«Με κόβουν όταν λέω κάτι που δεν αρέσει. Δεν θέλουν την αλήθεια ή τη θέλουν μισή […] Για μένα υπάρχει το σύστημα. Ολα είναι φτιαχτά. Το λέω και το ξαναλέω χρόνια. Δεν ακούμε τίποτα από τραγούδι. Οταν λέμε τραγούδι, εννοούμε δυο πράγματα: στίχο και μουσική. Ο λόγος, για να ξεκινήσουμε από αυτόν, δεν αναδείχθηκε. Εξελίχθηκε το τραγούδι, αλλά δεν αναδείχθηκε».

● Ούτε με τη μελοποιημένη ποίηση;

«Εδώ πια μπορούμε να πούμε ότι έχουμε την εκμετάλλευση μιας δουλειάς που την ξέρουμε: Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος. Και οι ξένοι: Λόρκα, Χικμέτ, Νερούδα. Ο λόγος στα τραγούδια αυτά είναι καινούργιος γι’ αυτούς που δεν γνωρίζουνε, γι’ αυτούς που δεν έχουνε πιάσει βιβλίο. Γι’ αυτούς που ξέρουνε, η μελοποιημένη ποίηση, στις περισσότερες των περιπτώσεων, σημαίνει κακοποίηση».

● Πάμε στη μουσική.

«Για μένα γενικά, και στον λόγο και στη μουσική, έχουμε από τελμάτωση μέχρι οπισθοδρόμηση. Περισσότερες είναι οι αναλύσεις και οι κριτικές πάνω στο τραγούδι παρά πάνω στις νέες δουλειές που βγαίνουν».

● Με τον τρόπο που μιλάς, θα ’λεγε κάποιος πως πιστεύεις ότι ο μόνος που γράφει καλά τραγούδια είσαι εσύ.

«Εγώ γράφω τα δικά μου κερατιλίκια. Εγώ πιστεύω ότι δεν έχω δώσει τίποτα ακόμα. Κι έπειτα τι να πω εγώ; Οι άλλοι που ακούνε, ας πούνε τη γνώμη τους»…

Στο πλαίσιο

Θυμάμαι, όταν έκανα τη θητεία μου, τι τραβούσε κάποιος συνάδελφος που έλαχε να έχει το επώνυμο Γλέζος (καμιά σχέση με τον πασίγνωστο). Και πόσο καλοπερνούσε κάποιος άλλος που λεγόταν Καραμανλής (απλός συνεπώνυμος). Ηταν τότε -και για πολλές δεκαετίες- που το Γλέζος σήμαινε αρχικομουνιστής, προδότης, σφαγέας, κατάσκοπος και ό,τι συναφές. Ο Μανώλης Γλέζος, ωστόσο, κατάφερε, παρά τις διώξεις, τις εξορίες, τις καταδίκες, να επιβιώσει και να φύγει από τη ζωή πλήρης ετών, τιμώμενος, ακόμα και από τους αντιπάλους του – ζωντανό σύμβολο του αγώνα και της αντίστασης.

Δεν φτάνει που είμαστε έγκλειστοι, είναι πια που δεν ξέρεις από τι και πώς να φυλαχτείς από τον πανίσχυρο ιό, με την απροσδιόριστη έκβαση, που ελλοχεύει πλέον, καθώς διαπιστώνεται, παντού. Ακόμα και στα προϊόντα που παίρνουμε από το σούπερ μάρκετ, πόμολα που αγγίζουμε, κέρματα, χαρτονομίσματα, ακόμα και τα νύχια χεριών και ποδιών (κάτω από την επιφάνεια). Στο απυρόβλητο, ευτυχώς, τα κατοικίδια (σκύλοι, γάτες).

Τι κάνουμε όντας έγκλειστοι; Δουλειές του σπιτιού, «τι θα φάμε», τηλεόραση, σταυρόλεξα, τηλέφωνο, κομπιούτερ, διάβασμα. (Τώρα, σε σχέση με το τελευταίο: «Διαβάζω, αλλά το μυαλό μου είναι αλλού!». «Για συγκεντρώσου! Και να διαβάζεις, τώρα που έχεις καιρό, και εφημερίδες – που θα πρέπει να τις βρίσκουμε και στα σούπερ μάρκετ – επειδή τίποτα χειρότερο από τη μονόπλευρη πληροφόρηση»).

ΚΑΙ… «Να δείτε που έπειτα από εννέα μήνες θα γεμίσουμε κουτσούβελα!» Εάν, εννοείται, οι υποψήφιοι γονείς δύνανται και εάν έχουν τρόπο να καλύψουν την απόσταση ασφαλείας του ενός τουλάχιστον μέτρου που επιβάλλεται ακόμα και στο σπίτι.

[email protected]