ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Άνθρωπος άχαρου βαδίσματος

Καναβούρης Κώστας

Σε ντύνουν, σε ταΐζουν, σε ερωτεύονται, σε μισούν και σε κρατούν διαρκώς σε μια εκδικητική ψευδαίσθηση κίνησης για να μην πεθάνεις από συνείδηση ακινησίας. Αυτό το μαρτύριο στη γλώσσα τους λέγεται κολακεία

Είσαι άνθρωπος άχαρου βαδίσματος. Διότι το βάδισμα μαθαίνεται με την οδοιπορία κι εσύ δεν οδοιπόρησες ποτέ. Και πουθενά. Ούτε καν απ’ έξω προς τα μέσα ή το αντίθετο. Βλέπεις, μονάχα οι άνθρωποι που οδοιπορούν αποκτούν σιγά – σιγά ένα χορευτικό περπάτημα. Αποκτούν ρυθμό, επειδή το σώμα τους τούς μαθαίνει ότι χωρίς ρυθμό δεν φτάνεις πουθενά.

Κι έτσι συν τω χρόνω (που είναι «το αλατοπίπερο της ζωής», όπως λέει ο Έριχ Μαρία Ρέμαρκ) αποκτούν μια μουσική αίσθηση του σύμπαντος χώρου. Γίνονται, δηλαδή, γεωμέτρες του κόσμου. Κάποτε μόνο και μόνο για να φτάσουν μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Ή στη δουλειά που θα τους θρέψει, αυτούς και τα παιδιά τους.

Αλήθεια, εσύ περπάτησες ποτέ για να θρέψεις τον εαυτό σου ή για να θρέψεις ένα παιδί; Άσε, μην απαντήσεις. Άλλοι έθρεψαν κι εσένα και τα παιδιά σου. Εκείνοι που στη ζωή τους το ρήμα «οδοιπορώ» δεν έχει παρατατικό, αλλά μονάχα ενεστώτα. Διαρκείας.

Θέλω να πω ότι η οδοιπορία γι’ αυτούς κρατάει μια ολόκληρη ζωή. Οδοιπορούν για να δουλέψουν. Οδοιπορούν για να ονειρευτούν. Άλλοτε για να μεγαλώσουν τον καιρό μ’ ένα τραγούδι απελπιστικά ωραίο, όταν η απελπισία γίνεται ιδανική συνθήκη, άλλοτε μόνο και μόνο για να φτάσουν «στο τελευταίο χαράκωμα», που είναι η σιωπή, κι άλλοτε οδοιπορούν χορεύοντας για να φτάσουν στον έρωτα.

Χορεύουν τσακισμένα όταν ο έρωτας φεύγει ή τους διώχνει. Χορεύουν για να φύγουν από την οδύνη, για να χαρούν, για να πενθήσουν. Περπατούν και έρχονται, περπατούν και φεύγουν. Έτσι φτάνουν περπατώντας και χορεύοντας ώς το τέλος του βίου τους. Με απέραντη και βαθύτατα αληθινή κομψότητα.

Εσύ όμως δεν ξέρεις από αυτά, ούτε από αυτούς. Ούτε καν φαντάζεσαι ότι υπάρχουν. Εσύ δεν περπάτησες ποτέ. Γι’ αυτό ποτέ δεν έφτασες πουθενά. Σε μεταφέρουν από ’δώ έως εκεί, ανερμάτιστο, άβροχο, αταξίδευτο, χωρίς ποτέ να συναντήσεις «το μεθυσμένο κορίτσι, τον Αλκιβιάδη», ή τον ποιητή Δ.Π. Παπαδίτσα (την Τετάρτη συμπληρώθηκαν 33 χρόνια από τον θάνατό του) να σου λέει: «Την καρδιά ν’ ακούς / Ν” ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο / Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα φεγγάρια».

Νομίζεις ότι προχωράς, αλλά δεν είναι αλήθεια. Δες: Περνάει η ποδηλάτισσα του Οδυσσέα Ελύτη. Ποτέ δεν περπάτησες «τον δρόμο πλάι στην θάλασσα» για να βρεις «το κουδουνάκι και το σάλι της». Αυτό που ακούγεται σαν κουδούνισμα ποδηλάτου που απομακρύνεται είναι ο χρόνος που περνάει από μπροστά σου γεμίζοντας απόηχους τις τσέπες σου κι εσύ γίνεσαι όλο και πιο βαρύς. Διότι ο χρόνος, όταν δεν οδοιπορείς, γίνεται ακατανόητος.

Δεν ξέρεις να βαδίζεις. Άρα δεν ξέρεις να χορεύεις. Είσαι ένας άχαρος άνθρωπος. Ούτε να πας μπορείς ούτε να επιστρέψεις. Κι έτσι στο τέλος ούτε έχεις προορισμό να πας ούτε έχεις τόπο να επιστρέψεις. Η πόρτα είναι ανοιχτή κι εσύ δεν μπορείς να φύγεις. Είσαι εδώ κι από πουθενά δεν έχεις επιστρέψει. Οι υπηρέτες βγάζουν από τις βαλίτσες κάτι ακατανόητα ρούχα από όλες τις ηλικίες σου: βαφτιστικά, γαμπριάτικα ή νυφικά, σάβανα χάρτινου πένθους που τα σκορπίζουν τις απόκριες. Ποιος τα φόρεσε; Πότε χρειάστηκαν;

Οι υπηρέτες δεν απαντούν. Η πλάτη τους είναι ένας μεγάλος καθρέφτης. Το πρόσωπό τους είναι ένας μεγάλος καθρέφτης, τα χέρια τους είναι φέρετρα καμωμένα από καθρέφτες. Αυτοί είναι οι υπηρέτες που σε ντύνουν, σε ταΐζουν, σε ερωτεύονται, σε μισούν και σε κρατούν διαρκώς σε μια εκδικητική ψευδαίσθηση κίνησης, για να μην πεθάνεις από συνείδηση ακινησίας. Αυτό το μαρτύριο στη γλώσσα τους λέγεται κολακεία.

Ωστόσο ούτε κι αυτό κρατάει για πάντα. Όσο κι αν έρχονται στιγμές που οι υπηρέτες πληθαίνουν και το είδωλό σου πολλαπλασιάζεται στις πλάτες, στα πρόσωπα, στα χέρια των υπηρετών. Όσο κι αν εσύ νομίζεις ότι το είδωλό σου είναι οι άλλοι. Νομίζοντας, έτσι, ότι περπατάς. Είναι όμως οι άλλοι που περπατούν και σε ποδοπατούν. Και κάποια στιγμή φεύγουν.

Οι καθρέφτες αποσύρονται. Τους σκεπάζει το πένθος ενός χρόνου που δεν χάθηκε, μήτε κερδήθηκε˙ απλώς δεν υπήρξε. Κι έτσι τώρα δεν υπάρχει κανείς. Δεν υπάρχει καν ο εαυτός σου. Ο εαυτός ενός ανθρώπου που δεν περπάτησε ποτέ. Δηλαδή ενός ανθρώπου που δεν υπήρξε. Διότι δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει.

Όταν έρθει η ώρα, θα καταλάβεις. Θα είναι η ώρα που η ορχήστρα θα μαζεύει τα όργανα: πυξίδες, εξάντες, έγχορδα πλεύσεως, χάρτες πορείας, κρουστά βροχής, χάλκινα πνευστά του εφιάλτη, ξύλινα του θρήνου, άρπες των αποχαιρετισμών, βαρύαυλους, οξύαυλους, πίφερα, φλάουτα και ξαφνικά τρομπόνια των επαναστάσεων. Θα φεύγει η ορχήστρα. Θα φεύγει η μουσική. Θα φεύγουμε κι εμείς μαζί της. Οδοιπορώντας πάντοτε.

Κι εσύ θα είσαι μόνος. Ακίνητος. Ποτέ δεν χόρεψες. Άχαρος άνθρωπος. Σαν άχαρος νεκρός.