ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

«Αλλαγή» / Η οκταετία Ανδρέα Παπανδρέου (1981-1989)

Στις βουλευτικές εκλογές (18 Οκτωβρίου 1981) το ΠΑΣΟΚ επικράτησε με ποσοστό 48,1% (172 έδρες), αφήνοντας τη ΝΔ –με επικεφαλής το Γεώργιο Ράλλη, πρωθυπουργό από τον Μάιο του 1980– στο 35,9% (115 έδρες). Οι ραγδαίες μεταβολές που παρατηρήθηκαν στο πολιτικό σύστημα μετά από τις εκλογές του 1977 είχαν συμβάλει ιδιαίτερα στη διαμόρφωση αυτού του αποτελέσματος.

Η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ οφειλόταν κυρίως στην σχεδόν απόλυτη απορρόφηση της εκλογικής βάσης αριστερά της ΕΔΗΚ –με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της εκλογικής βάσης του κόμματος του Α. Παπανδρέου. Ταυτόχρονα, υπήρξε εντυπωσιακή μετακίνηση ψηφοφόρων από τη ΝΔ προς το ΠΑΣΟΚ, σε μέγεθος που θα μπορούσε να υπολογιστεί ότι υπερέβαινε το 10% του συνολικού εκλογικού σώματος. Το ΚΚΕ ήταν το τρίτο κόμμα, με την εκλογική του δύναμη να εμφανίζει μικρή άνοδο (10,9% και 13 έδρες), ενώ κανένα άλλο κόμμα δεν κατάφερε να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο. Το ΚΚΕ Εσωτερικού περιορίστηκε στο 1,34% και μόνο στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν την ίδια μέρα απέσπασε το 5,29%. Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια πως οι εκλογές του 1981 υπήρξαν το σημείο τομής για τη διαμόρφωση και τη σταθεροποίηση ενός αποκλειστικά τρικομματικού συστήματος (τα τρία κόμματα που εκπροσωπούνταν στο Κοινοβούλιο συγκέντρωσαν συνολικά το 95% των ψήφων), παραπλήσιου ως έναν βαθμό με τον τρικομματισμό της δεκαετίας του ’60 (6).

Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος του παραδοσιακά κεντρώου χώρου. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κυριαρχία του στο προπύργιο της Κρήτης (όπου έλαβε συνολικά το 60,6% των ψήφων), καθώς και στη βορειοδυτική Πελοπόννησο (όπου το ΠΑΣΟΚ ξεπέρασε το 50%). Ωστόσο, παρά την άμεση ιστορική συνέχεια του ΠΑΣΟΚ με την προδικτατορική ΕΚ, είναι σημαντικό να επισημανθούν ορισμένες σημαντικές διαφορές: α) Η σαφής διαφοροποίηση της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ (για παράδειγμα η βάση του ξεπέρασε το 50% των ψηφοφόρων στους λαϊκούς και εργατικούς δήμους της περιφέρειας της πρωτεύουσας, ενώ παρέμεινε περίπου στο 35% στα μεσοαστικά και μεγαλοαστικά προάστια). β) Η ριζική ανανέωση των πολιτικών προσώπων• ο κύριος χώρος από όπου το ΠΑΣΟΚ αντλούσε την κοινοβουλευτική του στήριξη κατά την πρώτη αυτή μεταδικτατορική περίοδο ήταν η αριστερή πτέρυγα που είχε διαμορφωθεί στην προδικτατορική ΕΚ (ιδιαίτερα μετά την πολιτική κρίση του 1965) και κυρίως πρόσωπα που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο από την οργάνωση νεολαίας της Ένωσης Κέντρου (Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία — ΕΔΗΝ), που σε μεγάλο βαθμό αντιπροσώπευαν επίσης τη ριζοσπαστικοποίηση των δυναμικά νέων κοινωνικών στρωμάτων. Γι” αυτό τον λόγο, ο πολιτικός λόγος του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980, ιδιαίτερα στη λαϊκιστική εκδοχή του, χαρακτηριζόταν από συνεχείς αναφορές στις πολιτικές κρίσεις της δεκαετίας του 1960. Η διαμόρφωση ενός σοσιαλιστικού κόμματος (στην ελληνική εκδοχή του) πραγματοποιήθηκε, λοιπόν, από πολιτικά πρόσωπα που σε μεγάλο βαθμό δεν είχαν προηγούμενη κοινοβουλευτική εμπειρία (από τους 170 βουλευτές που εξέλεξε το ΠΑΣΟΚ το 1981, οι 150 εξελέγησαν για πρώτη φορά μετά τη δικτατορία με το ΠΑΣΟΚ) και ήταν εξαιρετικά νέοι σε ηλικία (τα 2/3 της πρώτης κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ ήταν κάτω των 50 ετών).

Πρωτοσέλιδο εφημεριδα βραδυνή 1981

Η ΝΔ, με το χαμηλότερο ποσοστό (σε βουλευτικές εκλογές) στη μέχρι τότε ιστορία της, φάνηκε να επιστρέφει στο εκλογικό προφίλ της προδικτατορικής παραδοσιακής Δεξιάς. Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της επιστροφής ήταν η μεγάλη αναντιστοιχία εκλογικής επιρροής μεταξύ των αγροτικών περιοχών (όπου εξασφάλισε το 39,5% των ψήφων) και των αστικών κέντρων (όπου περιορίστηκε στο 30,9%). Άμεσος αντίκτυπος αυτής της διαφοράς ήταν το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των προ δικτατορίας βουλευτών στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ (περίπου 30%). Επιπλέον, η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από την αλλαγή ηγεσίας που επιχειρήθηκε την επαύριο της εκλογικής της ήττας, με τον Ευ. Αβέρωφ να διαδέχεται τον Ράλλη.

Αντίθετα, το ΚΚΕ –συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία– έτεινε να προσεγγίζει τα ποσοστά της προδικτατορικής ΕΔΑ, ενώ, σε μεγάλο βαθμό, η γεωγραφική κατανομή της ισχύος του παρέμεινε ίδια είτε με εκείνη των πρώτων χρόνων μετά τον Εμφύλιο, είτε ακόμα και με εκείνη της περίοδου του Μεσοπολέμου. Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικό αυτής της μακρόχρονης ιστορίας ότι το ΚΚΕ, εκτός από την περιοχή της πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης, εξέλεξε βουλευτές σε τρεις μόνο εκλογικές περιφέρειες (στη Λάρισα, τη Μαγνησία και τη Λέσβο) όπου ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου είχε συμπαγή και ευρεία στήριξη, η οποία του προσέφερε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση(7) .

αφίσα ΚΚΕ 1981
(Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας)

Το πολιτικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό από την αλλαγή εξουσίας που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1981. Ταυτόχρονα, τα μέτρα που υιοθετήθηκαν από τις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (εξασφαλίζοντας αφενός την ανακατανομή του εισοδήματος και συμβάλλοντας, αφετέρου, άμεσα ή έμμεσα, στην εκμηδένιση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου) διευκόλυναν την ενσωμάτωση σημαντικών στρωμάτων του εκλογικού σώματος εντός του πολιτικού συστήματος και υπονόμευσαν τα θεμέλια των κληροδοτημένων διχασμών του παρελθόντος. Πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές οι μεταβολές ανελήφθησαν στο πλαίσιο συνεχούς ενίσχυσης ενός ρεύματος λαϊκιστικού τύπου.

Η κύρια μέριμνα του ΠΑΣΟΚ τα τέσσερα πρώτα χρόνια ήταν να διατηρήσει την κυριαρχία του στο πολιτικό σύστημα. Από τη μια πλευρά επιδίωξε μια ευνοϊκή (για το ίδιο) συγχώνευση των ρήξεων του παρελθόντος σε μια απλουστευμένη μορφή, που συμπυκνώθηκε συμβολικά στην αντιπαράθεση «Δεξιάς και Αντι-Δεξιάς», και από την άλλη με τακτικές ενέργειες καθιστούσε αυτή τη διαφορά περιστασιακά επίκαιρη. Η πιο χαρακτηριστική τακτική αυτού του είδους υπήρξε η αποκαλούμενη «ρήξη της 9ης Μαρτίου του 1985», όταν ετέθη τέλος στη συνύπαρξη του Προέδρου της Δημοκρατίας (θέση που κατείχε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά την περίοδο 1980-1985) με μια κυβέρνηση που προερχόταν από διαφορετικό πολιτικό και κομματικό χώρο.

αφίσα ΠΑΣΟΚ 1985
(Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας)

Οι βουλευτικές εκλογές στις 2 Ιουνίου 1985 επιβεβαίωσαν τις τακτικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ, εξασφαλίζοντάς του μια δεύτερη τετραετία στην εξουσία με ποσοστό 45,8% (161 έδρες), παρά τη σχετική άνοδο της ΝΔ (40,8% και 126 έδρες), στην ηγεσία της οποίας βρισκόταν από τον Σεπτέμβριο του 1984 ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η πιο σημαντική διάσταση των εκλογών του 1985 ήταν ο συνδυασμός του τρικομματικού διαχωρισμού του εκλογικού σώματος με μια ιδιαίτερα έντονη διπολική μορφή προεκλογικού αλλά και κυβερνητικού ανταγωνισμού (η «σύγκρουση των δύο κόσμων»).

Ο διπολισμός προκάλεσε επίσης σημαντική ώσμωση και ρευστότητα μεταξύ των δύο (αντι-Δεξιών) πόλων του τρικομματικού συστήματος (του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ). Όπως αποδεικνύεται και από εμπειρική μελέτη αυτής της περιόδου, σχεδόν το ήμισυ της εκλογικής βάσης της κομμουνιστικής Αριστεράς αντιμετώπιζε θετικά το ΠΑΣΟΚ, ενώ την ίδια στιγμή σημαντικό τμήμα υποστηρικτών του ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιζαν θετικά το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού. Εξαιρώντας αυτούς τους κομματικούς δεσμούς, ίσως ο πλέον καθοριστικός παράγοντας ήταν η σχετικά κοινή ιδεολογική σύνθεση, στο επίπεδο της εκλογικής βάσης, των δύο (αντι-Δεξιών) πολιτικών δυνάμεων. Οι τελευταίες πρόβαλλαν ως κύριο ιδεολογικό άξονα την αρνη-τική στάση προς τις ΗΠΑ, τους εκπροσώπους του κεφαλαίου καθώς και την εμπειρία από το μετεμφυλιακό «κράτος της Δεξιάς». Σε συνδυασμό με την απόλυτη απόρριψη της ΝΔ, αυτό δημιούργησε το πραγματικό υπόβαθρο για τη παγίωση της σχηματικής διαμάχης «Δεξιάς και Αντι-Δεξιάς»(8) .

Κωνσταντινος Μητσοτάκης

Οι εκλογές του 1985 δεν μετέβαλαν σημαντικά τον εκλογικό χάρτη, επαλήθευσαν ωστόσο ορισμένες κρίσιμες συσπειρώσεις της εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΚΚΕ. Σε σύγκριση με τις εκλογές του 1981, η ΝΔ αύξησε αισθητά την επιρροή της στα αστικά κέντρα (από 30,9% στο 38,7%). Δεν κατόρθωσε, όμως, να αυξήσει σημαντικά τα εκλογικά της κέρδη στις αγροτικές περιφέρειες (42,5% σε σύγκριση με το 39,5% του 1981). Τα κέρδη αυτά εξηγούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη συρρίκνωση της Άκρας Δεξιάς και την απορρόφηση ορισμένων υπολειμμάτων της Κεντροδεξιάς.

Αντιθέτως, το ΠΑΣΟΚ διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την επιρροή του στις αγροτικές περιοχές (46,5% από 48%), αλλά εμφάνισε σημαντική πτώση στα αστικά κέντρα (44,9% από 48,2%), με τις απώλειες να εντοπίζονται κυρίως στα μεσαία και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η πτώση του ΠΑΣΟΚ στα αστικά κέντρα θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη εάν δεν είχε ενισχυθεί σε κάποιο βαθμό από μερικά περιορισμένα, αλλά αξιοσημείωτα κέρδη, τα οποία προέρχονταν από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που σε προηγούμενες εκλογές είχαν υποστηρίξει το ΚΚΕ. Πράγματι, ενώ η εκλογική επιρροή του ΚΚΕ στις αγροτικές περιφέρειες παρέμενε σταθερή (8,2% το 1985 σε σύγκριση με 8,3% το 1981), εμφάνισε σημαντική πτώση στα αστικά κέντρα (12,2%, σε σύγκριση με το 14,6% το 1981) και μάλιστα σε περιοχές που ώς τότε θεωρούνταν ισχυρά προπύργιά του. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το ΚΚΕ στη διαπίστωση ότι «η μήτρα της ΕΑΜικής αντίστασης εξαντλεί το δυναμικό της για να υποστηρίζει το κόμμα μας» και στην απόφασή του να υπονομεύσει το σχήμα της αντιπαράθεσης «Δεξιάς και Αντι-Δεξιάς» (9) .

Την ίδια στιγμή, η ΝΔ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η ιδεολογική χρήση της ιστορίας πλέον λειτουργούσε ευνοϊκά μόνο για το ΠΑΣΟΚ. Το τελευταίο είχε κατορθώσει να επιβάλει ως κυρίαρχη ερμηνεία της ιστορίας την αντιπαράθεση μεταξύ «Δεξιάς και Αντι-Δεξιάς», η οποία έθετε πολλά διλήμματα. Αυτό βέβαια αποτελούσε για το ΠΑΣΟΚ μια εκλογικά επικερδή σύνθεση των πολλαπλών αντιθέσεων του παρελθόντος. Έτσι, από τις αρχές του 1986, η ΝΔ προσπάθησε να εκμηδενίσει την πολιτική σημασία αυτών των κληρονομημένων ρήξεων και να προτάξει το στόχο της «εθνικής συμφιλίωσης». Συγκεκριμένα, υιοθέτησε μια προσέγγιση πολιτικής αντιπαράθεσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που είχε μέχρι τότε (η οποία είχε κορυφωθεί στην αποχώρησή της από το Κοινοβούλιο τον Αύγουστο του 1982, όταν αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά η ΕΑΜική αντίσταση). Αυτές οι νέες επιλογές δοκιμάστηκαν με αναπάντεχη επιτυχία στις δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 1986, όταν οι υποψήφιοι της ΝΔ εκλέχτηκαν στους τρεις μεγαλύτερους δήμους της χώρας (Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη), όπου έως τότε επικρατούσαν οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς. Στις δημοτικές εκλογές του 1986 παρατηρήθηκαν, επίσης, μεταβολές στην εκλογική τακτική του ΚΚΕ: αρνήθηκε να υποστηρίξει τον υποψήφιο του ΠΑΣΟΚ στην Αθήνα στις επαναληπτικές εκλογές του δεύτερου γύρου, εκφράζοντας με αυτόν τον συμβολικό τρόπο την αντίθεσή του προς τη λογική της αντιπαράθεσης «Δεξιά, Αντι-Δεξιά» που είχε υιοθετήσει το ΠΑΣΟΚ.

Χαρίλαος Φλωράκης Λεωνίδας Κύρκος

Αυτές οι εξελίξεις, οι οποίες φανέρωσαν τα όρια του ιστορικού προσανατολισμού των πολιτικών ταυτοτήτων, αποτελούν μέρος μιας γενικότερης μεταμόρφωσης του πολιτικού βίου, η οποία έλαβε χώρα κατά τη δεύτερη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ. Ξεκινώντας με το πρόγραμμα σταθεροποίησης –με το οποίο επιβλήθηκαν δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας– του 1985 και τη συνακόλουθη κρίση στο εργατικό κίνημα, η επιρροή του ΠΑΣΟΚ από το 1986 και μετά μειωνόταν με σταθερό ρυθμό. Την ίδια στιγμή, το κόμμα έχασε την επαφή του με τις συγγενικές ομάδες τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Η πολυσυλλεκτικότητά του είχε αρχίσει να φθίνει, ενώ η δημόσια εικόνα του αρχηγού του δεν είχε την ευρεία απήχηση του παρελθόντος. Το τελευταίο που έγινε ακόμα πιο έντονο με την ασθένεια του Ανδρέα Παπανδρέου το καλοκαίρι του 1988 και από τα σκάνδαλα που αποκαλύφθηκαν την ίδια περίοδο. Παρά το έκδηλα αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί για το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα προς τα τέλη του 1988, τα υπόλοιπα κόμματα δεν φάνηκαν ικανά να απορροφήσουν αυτή τη δυσαρέσκεια κατά το άμεσο χρονικό διάστημα που ακολούθησε. Η ΝΔ δεν έπειθε επαρκώς τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους ούτε για την ικανότητά της να κυβερνήσει ούτε για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής της εικόνας. Την ίδια στιγμή, το ΚΚΕ και η Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ) –όπως πλέον ονομαζόταν το ΚΚΕ Εσωτερικού– συγκρότησαν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, τον Φεβρουάριο του 1989. Ωστόσο, παρά την ευφορία που δημιουργήθηκε λόγω αυτού στις τάξεις της Αριστεράς, ο Συνασπισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με την κρίση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», γεγονός περιόριζε την πολιτική του απήχηση(10) .

Οι εξελίξεις μέχρι τις βουλευτικές εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 φανέρωσαν την έκταση της θεσμικής κρίσης, την κρίση του πολιτικού συστήματος, καθώς και τις τεράστιες δυσκολίες για την υπέρβαση αυτής της κρίσης. Φυσικά, η διαμόρφωση ενός συστήματος αναλογικής εκπροσώπησης, την άνοιξη του 1989, δημιούργησε τις θεσμικές προϋποθέσεις για τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνασπισμού. Εντούτοις, δεν υπήρξε η απαραίτητη πολιτική σύγκλιση για κάτι τέτοιο. Γι” αυτό τον λόγο, η αναλογική εκπροσώπηση δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος και για την αρμονική λειτουργία των θεσμών. Το κύριο εμπόδιο ήταν το σταδιακά αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των οπαδών του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού, η οποία εντάθηκε εξαιτίας των πολιτικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν ως αποτέλεσμα των «σκανδάλων» και της «κάθαρσης από τη διαφθορά». Έτσι, την παραμονή των εκλογών του Ιουνίου του 1989, η πλειονότητα των υποστηρικτών του Συνασπισμού αντιμετώπιζε το ΠΑΣΟΚ τελείως αρνητικά, σχεδόν όσο αρνητικά αντιμετώπιζε τη ΝΔ. Συνεπώς, το παραδοσιακό τρικομματικό σύστημα έχασε ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του: τη διπολική σύγκρουση «Δεξιάς και Αντι-Δεξιάς» (11) .

*Ο Ηλίας Νικολακόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ

**Το κείμενο του Ηλία Νικολακόπουλου συμπεριλαμβάνεται στης ιστοσελίδα metapolitefsi.com των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας 


(6) Η. Νικολακόπουλος, Άτλας των Βουλευτικών Εκλογών της 18ης Οκτωβρίου 1981, Αθήνα: ΕΚΚΕ, 1984, K. Featherstone, D. Katsoulas (επιμ.), Political Change in Greece: Before and After the Colonels, London: Croom Helm, 1985.
(7) Η. Νικολακόπουλος, Άτλας των Βουλευτικών Εκλογών.., όπ. π.
(8) Χ. Λυριντζής, Η. Νικολακόπουλος (επιμ.), Εκλογές και κόμματα στη δεκαετία του ’80. Εξελίξεις και προοπτικές του πολιτικού συστήματος, Αθήνα: Θεμέλιο, 1990.
(9) Χ. Λυριντζής, Η. Νικολακόπουλος (επιμ.), όπ. π., σ. 212.
(10) Γ. Βούλγαρης, Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης 1974-1990. Σταθερή δημοκρατία σημαδεμένη από τη μεταπολεμική ιστορία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2002.
(11) Χ. Λυριντζής, Η. Νικολακόπουλος (επιμ.), όπ. π.