ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Αμυντική στάση ή ριζοσπαστική αντίσταση;

Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στο πεδίο της σύγκρουσης με όπλο τις παντός είδους παραπολιτικές «αποκαλύψεις», θα έπρεπε να προκαλούν ανησυχία όχι μόνο στην πλευρά που δέχεται τις επιθέσεις, αλλά γενικότερα. Υπάρχει έκδηλος ο κίνδυνος να πυροδοτηθεί ένας ανεξέλεγκτος κύκλος, που θα ευνοεί μόνο όσους επιθυμούν να παρεμβαίνουν και να υποκινούν εξωθεσμικά τις πολιτικές εξελίξεις. Όσους ενισχύουν την παραπολιτική ισχύ τους, για να μπορούν να επιβάλλουν επιλογές πολιτικές, οικονομικές ή άλλες, που εξυπηρετούν κυρίως τα δικά τους συμφέροντα και ενισχύουν τον εξωθεσμικό ρόλο τους.
Στη σημερινή μιντιακή πραγματικότητα η διαδικασία αυτή τείνει να γίνει απειλή για το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς η κυριαρχία τους στο πεδίο της πληροφόρησης και κυρίως της παραπληροφόρησης δεν αξιοποιείται μόνο για την προώθηση μηνυμάτων, αλλά και για την εξαφάνιση πολιτικών γεγονότων. Εχθρός τους, τελικά, δεν είναι μόνο μια συγκεκριμένη κάθε φορά πολιτική, αλλά η ίδια η πολιτική αντιπαράθεση με όρους πολιτικής και όχι επικοινωνιακής παραπολιτικής.

Έχουν μυριστεί χρήμα

Αν είναι αλήθεια ότι το πραγματικό διακύβευμα για τα επόμενα αρκετά χρόνια είναι με ποιο τρόπο θα γίνει η διαχείριση των δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ του Ταμείου Ανασυγκρότησης, ποιοι θα επωφεληθούν από αυτό, ποιο θα είναι το κόστος του για την κοινωνία και την οικονομία και ποιοι κυρίως θα το επωμιστούν, με ποιο γνώμονα θα σχεδιαστούν οι δαπάνες και οι επενδύσεις, ποια θα είναι η σχέση τους με το περιβάλλον, τότε το ερώτημα αν οι επιλογές θα γίνουν μετά από πραγματική πολιτική αντιπαράθεση συγκρουόμενων σχεδίων και όχι καθ’ υπόδειξη ισχυρών εξωθεσμικών συμφερόντων που καραδοκούν διαμορφώνοντας ήδη τους συσχετισμούς, είναι καίριο για τις τύχες όχι κάποιων κομμάτων, αλλά της πλειονότητας του ελληνικού λαού.
Δεν είναι τόσο μακρινή η δεκαετία του 1960, όπου όλοι ομολογούσαν ότι συγκροτήματα του τύπου ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις. Ούτε η δεκαετία του 1980, όπου τέτοιου είδους συγκροτήματα συνέπηξαν συμμαχία, όταν είδαν ότι κάποιοι άλλοι επιχειρούσαν να μπουν σ’ αυτά που ανέκαθεν θεωρούσαν χωράφια τους. Ούτε ήταν κάποιος ριζοσπάστης πολιτικός, που στη δεκαετία 2000 μιλούσε για νταβατζήδες με τους οποίους όφειλε να ανοίξει πόλεμο, αρχηγός της ΝΔ ήταν. Στην πρώτη πενταετία της κρίσης η δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τα πολιτικά πράγματα ελαχιστοποιήθηκε εξαιτίας της λαϊκής κινητοποίησης. Τώρα επιχειρούν να επανέλθουν δυναμικά εκμεταλλευόμενοι την ανοχή της ηγεσίας της ΝΔ. Καθώς στην Ελλάδα δεν φαίνεται να διαμορφώνονται ακόμα συνθήκες για μετεγκατάσταση του μπερλουσκονικού φαινομένου, η παρέμβασή τους τείνει να πραγματοποιείται με την παραπολιτική και ηθικολογική (με πρόταγμα την κάθαρση) μεταμφίεση των υπαρκτών πολιτικών αντιθέσεων.

Ποιος θα τους αντισταθεί;

Αν οι εκτιμήσεις αυτές έχουν κάποια δόση αλήθειας, τότε δεν μπορούμε να περιμένουμε από μια παράταξη όπως η δεξιά, που στο βασικό κορμό της είναι εθισμένη στη συνύπαρξη με αυτή την πραγματικότητα, να πάρει την πρωτοβουλία για την αντιμετώπισή της. Αυτό μπορεί να το επιχειρήσει η παράταξη που θίγεται από αυτή, η δημοκρατική και προοδευτική παράταξη γενικότερα, και στη συγκεκριμένη περίσταση η αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι σύμμαχες δυνάμεις.
Γι’ αυτό η αναφορά του Αλ. Τσίπρα στην ομιλία του στην ΚΟ του κόμματος για τον πόλεμο λάσπης που βρίσκεται σε εξέλιξη ότι «οφείλουμε να μετράμε μία και δύο φορές κάθε μας βήμα και να είμαστε όλοι προσεκτικοί» και ότι πρέπει «να υψώσουμε συλλογικά ισχυρό ανάχωμα στις επιθέσεις», είναι ορθή αλλά όχι αρκετή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ζήτημα άμυνας του κόμματος απέναντι σε εχθρικές επιθέσεις. Πρόκειται για ένα ζήτημα επίθεσης πανεθνικής σημασίας, ένα ζήτημα κατοχύρωσης της δημοκρατικά κατακτημένης δυνατότητας να ασκείται πολιτική με βάση την αντιπαραθετική σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών και όχι με τα ψευδώνυμά τους ή τις μεταμφιέσεις τους. Ούτε είναι ζήτημα μόνο ανάληψης της προσωπικής ευθύνης, ακόμα κι όταν είναι υπαρκτή. Η ευθύνη, η επανεκτίμηση και η αυτοκριτική είναι διαδικασίες συλλογικές.
Αυτό που χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, είναι μια ριζοσπαστική τοποθέτηση και για τις δικές του ανάγκες και λόγω του ρόλου που οφείλει να παίξει στη διαμόρφωση των όρων της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η ώρα της πορείας προς το συνέδριό του, στο οποίο δίνει ιδιαίτερη, σχεδόν επανιδρυτική, σημασία, είναι η καταλληλότερη για μια κριτική επανεξέταση των επιλογών του στο πεδίο αυτό. Είναι η ώρα για μια εκτίμηση της ατελούς προσπάθειας απεμπλοκής της πολιτικής αντιπαράθεσης από την τάση ποινικοποίησής της. Τόσο στη διάρκεια της συνταγματικής αναθεώρησης, όπου ουσιαστικά άλλαξε μόνο η σύντομη παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων, όσο και στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και του κόμματος, που χαρακτηριζόταν από ένα αδικαιολόγητο και ανεξήγητο υπερβολικό τονισμό της σημασίας των σκανδάλων και της θέσης τους στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Κίνημα απαλλαγής από το βόρβορο

Το κόμμα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής αριστεράς, κληρονόμος σήμερα και της ριζοσπαστικής παράδοσης συνολικά της δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, που έχει δεχτεί πλήγματα από τη μεθοδική άσκηση αυτής της παραπολιτικής και παρακρατικής συχνά δράσης, είναι σε θέση και οφείλει να θέσει το θέμα της οριστικής καταδίκης και του τερματισμού της θεσμικής ανάμειξης και εκμετάλλευσης της ποινικής διερεύνησης και του ποινικού καταλογισμού πολιτικών προσώπων με τη θεσμική εμπλοκή της στη διαδικασία πολιτικής αντιπαράθεσης. Δίνοντας το παράδειγμα με μια διακήρυξη των δικών του θέσεων και με μια κριτική εκτίμηση της πρακτικής του, μπορεί να γίνει πρωταγωνιστής ενός ευρύτερου κινήματος απαλλαγής της δημοκρατικής πολιτικής σύγκρουσης από τα βαρίδια και τα πέδικλα που της βάζουν κάθε φορά αρχάγγελοι τάχα της κάθαρσης, που μπορούν να ανασαίνουν μόνο στο βόρβορο. Αυτό μπορεί να είναι το αποτελεσματικό αποτρεπτικό όπλο αυτής της αριστεράς και όχι η διεκδίκηση μεριδίου από τα αποθέματα των νόμιμων ή παράνομων υποκλοπών συνδιαλέξεων και η αυταπάτη ότι μπορούν να γίνουν φίλοι οι θέσει αντίπαλοι. Έτσι μόνο μπορεί να πείσει ότι δεν ενδιαφέρεται για μερικές διευθετήσεις, αλλά για την ανατροπή παγιωμένων καταστάσεων.
Δεν έχει κανείς, φαντάζομαι, την αυταπάτη ότι και η θετικότερη έκβαση μιας τέτοιας πολιτικής πρωτοβουλίας, που μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις και όχι μόνο ή κυρίως πολιτικές, θα βάλει τελεία και παύλα στη δράση των συμφερόντων που την απεύχονται και τη φοβούνται. Οπωσδήποτε, όμως, θα μπορέσει να απονομιμοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειές τους και να καταστήσει αναποτελεσματικές τις επιθέσεις τους.