ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Αθήνησι,
Νοέμβριος στις εικοσπέντε του μηνού
Επαρχιώτες φίλοι μου,
                                           που πήρατε το νου
της  «νεαράς» συμβίας μου, κι όλο για σας μιλά,
από την ώρα που έφτασε και βγήκε απ” το βαπόρι,
και το φτωχό μου το μυαλό θαρρείς το πιπιλά
άλλες φορές με καλό κι άλλοτες με το ζόρι.
 Έρχομαι πρώτον, το λοιπόν, να σας ευχαριστήσω
για όσα πολλά φιλέματα κάνατε για χατήρι της
κι ύστερα να σας …….βρίσω,
γιατί γενήκατ΄αφορμή, κ” εγώ ο φτωχός ο κύρης της,
εκτός απ” όλα τ άλλα
να μείνω και….. μπουκάλα,
ένα μήνα ολάκερο εν μέση πρωτευούση,
μ” όλο που μύριες κοπελιές εκάνανε γιουρούσι
για να με παρασύρουνε στ” αμαρτωλά τους τα άντρα,
εμένανε, το ζόρικο και τον….βαρβάτο άντρα.
Θα σας τα ψάλλω, το λοιπόν, μια και με πήρε η φόρα,
σαν τους αρχαίους ραψωδούς που γύρναγαν τη χώρα,
και κει που δεν τους σπέρνανε μόνοι τους ξεφυτρώναν
κι όλους τους πεισματώναν,
με τα…. σαχλά τα έπη τους, – αδεία γαρ ποιητική-.
Πέρνω λοπόν και γώ χαρτί,
να γράψω σαν τον ….’Ομηρο, τις ρίμες μου τις φίνες!
– πλεύουν τα μήλα στο γιαλό, πλεύουν κι οι καβαλίνες-.
Πρώτε μου και καλήτερε, Τζοννάκι μου παθιάρη,
που κ” οι κοπέλλες κ” οι γρηές τόχουν θαρρείς καμάρι
το ….λιγερόν και κοπτερόν κορμί σου ν” αποκτήσουν
κι αν είταν τρόπος, μοναχές, χαρέμι να σου χτίσουν
και να σου δίνουν για φαϊ, μόνο φιλί και χάδι,
ώς που να ρέψεις – λάγνε μου- να μείνεις…απουλ” φάδι.
Κυρά παχιά, κυρά κακιά, κυρά Παμφυλοπούλα,
πόχεις το θηλυκό μιαλό και μπαίνεις μέσα σούλα.
Για να σου πώ τα παίνια σου, θέλω χιλιάδες κόλλες:
αγάπη της γυναίκας μου, η πιο μεγάλη απ” όλες.
( με βαρύ και συρτό τόνο)
Ασίκη Γιώργο, μερακλή, πόχεις μαλλιά καρούλια,
( με λυρικό παλμό)
που στης καρδιάς σου τα φαρδιά ξεκούραστα πεζούλια
το κέφι πάντα τριγυρνά
γιατί με ροδοζάχαρες η Μάρθα πάντα σε κερνά.
( με χαμηλή φωνή να μην ακούσει η
Ρηνιώ και ζουλέψει)
Μαζύ σας η γυναίκα μου θαρείς πως τάχει χάσει:
» καινούρια κοσκινάκια μου και που να σας κρεμάσει».
Λίγο να τις τινάξετε τις ανθισμένες μυγδαλιές
θα πέσουνε τα λούλουδα, και θα κοπούν οι κλώνοι.
Χρόνια όμως θα πασκίζετε να κόψετε τις μυγδαλές
του καψερού τ΄Αντώνη.
“Ισως να φταίνε κ” οι γιατροί, που τούχουν λες κακία,
μα ίσως, το σιγουρότερο, να φταίει κ’…η ηλικία.
Στραβάραπε που ο γάμος σου σ΄έστρωσε για καλά,
που απ” της Μαρίτσας τη ποδιά τίποτα δεν σε ξεκολλά,
και με χαρά φορτώνεσαι τα πατρικά σου βάρη.
( Αλήθεια τι να γίνεται και κείνο το ….πατάρι;)
“Οπως προκόβεις στις δουλειές Αλέκο, τις εμπορικές
κι όσα τα βρίσκεις δύσκολα, τα πέρνεις με το ζόρι,
έτσι και στο…. κρεββάτι σου σαν κάνεις κι άλλες δοκιμές,….
κάποτε η Ρηνούλα σου θα καταφέρει……κόρη.
Πάντα κομψή πάντα όμορφη, πάντα σαν….τριαντάρα,
παίζεις και στα χεράκια σου κοτζάμ μια ……φουτζετάρα.
Εσύ” σουν ήσυχο παιδί, πως τόπαθες να πέσεις
και νάχεις βρε κακΟμηρε, γιατρούς, ορούς, τρεξίματα.!
Πρόσεχε! Στη Δανάη σου θα πάψεις πια ν” αρέσεις,
γιατί το πρώτο πέσιμο, φέρνει κι άλλα…..πεσίματα.
Ω1 Μακεδόνα μου, άγνωστε, που όλο τ” αρχαία μελετάς,
και σαν κοπέλλα ντροπαλή το στόμα σου κλειστό κρατάς!
Στις τσαχπινιές ξεθάρεψε, να λέει όλη η παρέα:
» βρε το μάγκα τον Αντρέα!»
Βαγγέλης
25/11/1951
Διευκρινιστικές σημειώσεις. 
Τηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου.
Τα πρόσωπα:
Τζοννάκις. Ο Γιαννακός.
Παμφυλοπούλα.  Η μάνα μου, λόγω της καταγωγής της από τα Πάμφιλα Λέσβου.
Γιώργος και Μάρθα Αναγνωστόπουλοι.
Αντώνης Αράπογλου.
Στραβάραπας. Ο Παναγιώτης Βουγιούκας, λόγω του μελαψού χρώματος του δέρματος του. Ο Παναγιώτης στην οδό Ερμού διατηρούσε, υφασματεμπορικό κατάστημα. Η αναφορά στο πατάρι δεν είναι τυχαία.Στο βάθος του μαγαζιού, μια σχεδόν αθέατη, κλίμακα οδηγούσε σ” αυτό, που λειτουργούσε και ως γκαρσιονιέρα της παρέας….όταν ήταν μπεκιάρηδες ( λέμε τώρα), αλλά και για τον ίδιον, όταν ήταν κι αυτός μπεκιάρης και τα «τυχερά»…… ήταν άφθονα! 
Η κομψή κ.λπ.  είναι η “Ελλη Πορτοκάλλη, αδελφή του “Ομηρου και του Μαρίνου, η χήρα του ήρωα της αντίστασης Νίκου Βολογιάννη, που τον σκότωσαν οι Γερμανοί.  Μετέπειτα συζ. Απ.Καλογήρου. Εδώ φαίνεται να κρατά στο χέρι της μια φουτζέτα, αλλά ο Καραγιάννης υπαινίσσεται τον άντρα της, που λόγω της μεγάλης κεφαλής του,  τον έλεγαν κοροϊδευτικά …Φουτζετάρα!
Η Δανάη και ο “Ομηρος Πορτοκάλλης.
 και τέλος
Ο Ανδρέας Βαβρίτσας, ο εκ Μακεδονίας αρχαιολόγος,  του μουσείου της Λέσβου.
Τούτο το έμμετρο γράμμα του Βαγγέλη Καραγιάννη, που πρόσφατα βρήκα στο αρχείο του Γιαννακού, στάθηκε η αφορμή να γράψω τούτο το κείμενο.
Είμαστε στο 1951. Οι Καραγιάννηδες ήδη από το 1946, έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα της εσωτερικής μετανάστευσης, και η μοναδική τους, μέχρι τότε επαφή με τη γενέτειρα τους,  είναι η αλληλογραφία που διατηρούν με τον πατέρα μου. 
Το σύνολο των γραμμάτων αυτών περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Γιαννακού » ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ» των εκδόσεων ΣΜΙΛΗ και που αποτελούν τον συνδετικό κρίκο της παλιάς τους συντροφιάς. Στο στιχούργημα τούτο, ο Βαγγέλης Καραγιάννης,με την διακρίνουσα αυτόν ευχέρεια στο στίχο και μάλιστα στον σατιρικό, με το ανεπανάληπτο πηγαίο του χιούμορ, θα έλεγα ότι εικονογραφεί,κατά τον καλύτερο τρόπο, τα πρόσωπα της παρέας τους, που ακόμα, στο σύνολο τους βρίσκονται στη Μυτιλήνη. Αφορμή στάθηκε, ένα ταξίδι της Λενιώς, στη  γενέτειρα της.Είναι το πρώτο της ταξίδι μετά από πεντάχρονη απουσία, από τότε, που μαζί με τους Παπανικόληδες έφυγαν στην Αθήνα. Ο Καραγιάννης εξαντλεί όλη του τη σατιρική διάθεση και κατά τρόπο εύστοχο, μέσα σε λίγες γραμμές, σκιαγραφεί τα πρόσωπα της συντροφιάς τους. Ακόμα και για τον νιόφερτο Ανδρέα Βαβρίτσα, που ακόμα δεν τον  έχει γνωρίσει  από κοντά,γράφει σαν να τον γνώριζε από χρόνια.
Κι όλ” αυτά για την Λενιώ, τη νεαρά » συμβία» του, που πραγματικά ήταν η Βασίλισσα – μέλισσα, που γύρω της μαζεύονταν όλη η υπόλοιπη παρέα. 
Αυτήν την Βασίλισσα – μέλισσα, την έκανε μούσα του ο Γιαννακός και μ” αυτήν στόλισε την ποίηση αλλά και τον πεζό του λόγο.
Αποσπασματικά θα σας δώσω μερικά γραφτά του κείμενα, παρμένα από το βιβλίο του, χαρακτηριστικά της μοναδικής του γραφής, έτσι σαν συμπλήρωμα στα όσα γράφει ο Βαγγέλης Καραγιάννης. 
Κι αρχίζω από τη Λενιώ.
Γράφει ο Γιαννακός:
» Μα, το πιο όμορφο απ΄όλα ήταν το δικό σου γράμμα Ελενιώ, ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα cherie.Το γράμμα σου αγάπη, ήταν δροσερό, σαν ένα καλαμπούρι του Πιτιγκρίλι. Είχεν ένα εσπρίς «πικάντικο» σαν το φιλί σου να πούμε, ή σαν το Αττικό άλας που πασπαλίζει τώρα τη σάρκινη ζύμη σου. Πόση συναρπαστική μαργιολιά, πόση χάρη και χαρά στις λίγες γραμμές!.. Το διαβάζω και γελώ καμπανάτα κι είμαι παραγεμισμένος με κουκουνάρια χαράς….Ομολογουμένως ήταν χαριτωμένο, έτσι σαν γελαστή περιπέτεια, να πούμε, κι είχε τη φινέτσα ενός αριστοκράτη, που στη φίνα γκριμάτσα του, βλέπεις το σελαγισμό της πάσης λαμπρότητός του….Ηό! Η ελενιώ, παιδίσκη καβλάτη, προς χάριν ΣΟΥ, συνειργάσθησαν 30 (!)- να πούμε- Ανοίξεις δια να πλάσουν το μελένιο κορμί σου και τα τριαντάφυλλα των μαγούλων σου…..» 
Κι ακόμη ένα. 
» Μια μιγάδα χαράς και μελαγχολίας! “Ενα κράμα ευθυμίας και δυσθυμίας! Το ζωντανό και το ψόφιο στοιχείο του κύκλου.Το όμορφο λουλούδι, που λαμποκοπά στο μίσχο του, πριν το κόψεις και μαραίνεται μέσα στο βάζο….Η ΜΕΤΑΠΤΩΣΗ! όμως η ΖΩΗ του κύκλου!. Λάτρις των ψωραλέων γατιών και ιδιότροπη στο χτένισμα των φρυδιών. Είχε  «ώρες και κακιώρες». ΑΥΛΗ και θαυμαστάς του μπρίου τση…Τορνευτά αισθήματα και ποίημα πόδι, επιμελημένη εργασία του πλάστη στο σύνολο εκτός των χειρών! Λόγω ανατροφής έλεγε: » bleu και όχι μπλέε».Κάθε ψυχική της διάθεση, επηρρέαζε τη διάθεσή μας, ανάλογα με το καπρίτσιο της στιγμής. “Ηταν η κλώσσα των μεγάλων πουλιών του κοτετσιού μας….που γύρω από το » ταμπουρέ» του πιάνου αφήναμε τις κουτσουλιές του θαυμασμού μας. Τα μαλλιά της ήταν σγουρός φλοίσβος και τα μάτια της ολίγον καγιαρά! Νηφάλια σαν την φθινοπωρινή κάλμα και έξαλλη σαν το καλοκαιρινό μελτέμι, που σ΄έφερνε ως το λαιμό να την…δείρεις! «.- 
Και κλείνω:
» Για σένα Ελενιώ οι διαβάτες λένε ότι ομόρφηνες πολύ.Φαίνεται πως το Αττικόν κλίμα επετέλεσε το θαύμα του για να φρεσκαρισθεί μια αειθαλής νεότητα. Ξεύρω. Προσωπάκι οβάλ με μυτίτσα παριζιάνικη! Μάγουλο ροδαλό και γεμάτο, απηλλαγμένο από η ρυτίδα της κοπώσεως. Πηγούνι με  λακουδάκι αριστοκρατικής προελεύσεως, σταθερή θέσις δια την απόθεσιν του φιλιού! Στήθι ερευνούν τους αιθέρας και ραμφίζον την ηδονήν! Μέση » ρουλμάν»! Γλουτοί Αρτέμιδος! Πόδι Βαγκνερικό πρελούδιο συναρπαστικής κολάσεως! Μάτι φλογισμένο βέλος, υγρή έκτασις μεσα στην τρικυμία! Μέτωπο η προοπτική του ατελεύτητου χρόνου! Ερωτικόν άθυρμα στην νυκτερινήν νόσον του Ευαγγέλη! » 
Και η αποθέωση, των όσων ύμνων,  που κατά καιρούς της έχει γράψει, τούτο το ανεπανάληπτο κάλεσμά του, χαρακτηριστικό θα έλεγα δείγμα της ελευθεριότητας του, αλλά και της ευρύτητας του πνεύματος και της διάθεσης, που χαρακτήριζε την όλη συντροφιά τους.
» Φτάνει μόνο η Πλατωνική αγάπη  που σου έχω ή πρέπει κιόλας να σε…. παντρευτώ; Για ρώτηξε τον Ευαγγέλη; «.-
Για τον Βαγγέλη:
» Το ποίημά σου , Ευαγγέλη, το περιγραφικόν ήτον αριστούργημα και ήρεξεν πολύ. Εθαυμάσαμεν την εγκράτειάν σου. “Εμεινες λοιπόν ένα μήνα «μπουκάλα» ως λέγεις; Εγώ θα έλεγον «αναμάρτητος»,διότι έλειπεν από το πλευρόν σου η «νεαρά» σου συμβία. Και τι, ενώ γύρω σου σε χάιδευε το χνώτο του πικάντικου και δελεαστικού πειρασμού! ( η Μάρω δηλαδή).
Ω! εσύ τίμιε και ερωτιάρη φίλε μου, πως θα μπορούσες να ατενίζεις κάθε μέρα και να μη σου πέσουν τα ξένα οδόντια απ” τη λιγούρα, αυτό το σπαρταριστόν έδεσμα που΄ναι από μέλι-γάλα-βούτυρο και αυγό ζυμωμένο; Πως βάσταξες εγκρατή και τίμιε φίλε και δεν το” κανες σμπαράλι μ” αυτό το » κουτβό» πέο σου, αυτό το σπαρταριστό μπαρμπουνάκι, αυτό το enfant gate. Μυστήριον…! Εγώ θα ημάρτανον οπωσούν. Μβρε το άτιμον το «πουτανάκι» πόσον ωραίον είναι !! «.
» Πού” ναι ο Εβαγγέλης, ο τσίφτης του γλεντιού, ο ανοιχτόκαρδος τραγουδι-ζτής και πάντοτε ερωτύλος, που έκρυβε  τες λάγνες του αιμάτου ορμές του πιζτός στην Πηνελόπη (Ελενιώ).Γιατί θυμάμαι , τότες που κατεβήκαμε απ” την Αλμπάνια σαν Πολέμαρχοι με σπαργωμένο το …..’χαμνό κι όλοι μας σπεύσαμεν εις τας πόρναζζ, ίνα εξέλθωμεν των υγρών, αυτός τίποτα.Εγκράτεια.Πρότυπον συζυγικής πίστεως. Κολώνα Δωρικού Ρυθμού! “Ολα τα φύλαε για τη Ρεβέκκα του, ακόμα και τις π-ψείρες του Μετώπου.»
Για τον Παναγιώτη Βουγιούκα:
«Ο Στραβάραπας, αφ” ής ενυμφεύθη το » χρυσόψαρον ή γόπαν» (παρατσούκλι Ερίνης) ετοιμάζει την » μελιτζάνα του»  να την βουτήξει στο χνουδωτό βάζο της Μαρίτσας.  Κι από τότε που την εγγύωσε, χάθηκε. Και ξεύρετε η κ. Μβογιού, είναι πολυ σπιτική κυρία και πολύ συμμαζευμένη και πάρα πολύ υπέρ της ….οικονομίας. Η μαμά της διδάσκει: Ημείς οι άνθρωποι είμεθα πλεονέκται! Τι χρειάζονται δύο τζετζερέδες αφού μαγειρεύουμε και με έναν (οικονομολογικός αφορισμός)!» 
Για τον Αντώνη: 
Σοβαρός, αξιοπρεπής, ΕΥΓΕΝΗΣ, νέος με  «καλάς συστάσεις», αλλά με καμίαν προοπτικήν γάμου! Με δέος αντικρίζει τον επερχόμενον χειμώνα, σκεπτόμενος τη μοναξιά του, την κλεισούρα του και τας λευκάς τρίχας τας οποίας αποκρύπτει επιμελώς. Ζευγαρίζει την πλοκυμαία, σαν περιπλανώμενη κατάρα, για να καταπιεί ως τον πάτο το καλοκαίρι και να κάνει αθώο ερωτικό σπορ.Είναι όλο νεύρα αν του πεις να κλειστεί κάπου, κινηματογράφο σπίτι κ.λπ. Πράος, προσηνής και ο καλύτερος ¨συμβουλεύς» των φίλων γυναικών, είχεν αποκτήσει την εμπιστοσύνην όλων των συζύγων ημών.
Και τούτο:
» Θα ήτο παράλειψις εις τας συνηθείας μου, ίνα μην είπω ότι 
ο » θαυμασίας» – μέχρις υπερβολής- φίλος μας, του οποίου η φυσική δειλία περί τον γάμον ( κυριολεκτικότερος θα ημίν αν έλεγα » γενναιότης αντιστάσεως») και η έλλειψις κοινωνικότητος σας είναι γνωστά, έρχεται και » θαυμάζει»! Έγινε και σπόρτσμαν και κάμει τρίωρον υγροθεραπείαν μετά της μικράς αναδυόμενης! ( Λόγω ηλικίας όμως,  το βράδυ μοι παραπονείται δια …..κεφαλαλγίαν!).
Και εις στιγμάς εκστάσεως περιπίπτων, μοι εξομολογείται τους μυχίους κραδασμούς της καρδίας του. » Είναι θαύμα» μοι λέγει και με μικράν αθώαν πονηρίαν » όταν ξεκουμπώνει την μπρετέλλαν του μαγιού, πρόσεξα πως το στήθι μένει ντούρο στη θέση του!» 
Ηα! Τον λειχούδην! Το μάτι του στον…..γκαρρρπό!! «
Για τον Αλέκο Χαϊτόγλου:  
Κατακτητής εκ γενετής, μη έχων όσιον και ιερόν, εις τα ζητήματα ερωτικής φύσεως, ως που η έξαλλη πορεία του τον έφερε επιτέλους στο λιμάνι της Ρηνούλας. Τώρα είναι καλός σύζυγος εκπληρώσας  και τον προορισμόν του…. εγγυώσας την Ρηνούλαν».
Για την Έλλη Πορτοκάλλη – Καλογήρου:
Δροσιά και χάρη και αφέλεια και ΤΣΙΓΑΡΟ! Μπορούσε χωρίς τσιγάρο η θεριακλού; Κοκέτα και φλύαρη, με καταπληκτική ευστροφία στην εκμάθηση ξένων γλωσσών και βουβάλα στη μουσική. Δεν κατόρθωσε να μάθει μ” όλο το » ιστάχι» που είχε. Ξιπασμένη και καυχησιολόγα, αλλά με πολύ κέφι πάντα και γάργαρο γέλιο, σαν λιόχαρη μέρα. Η αιωνία νεότης! Η πικάντικη μουστάρδα, να πούμε, η προσποίηση, η επίδειξη, το φλέγμα, η θερμοκρασία, ο ΖΕΜΑΝΦΟΥΤΙΣΜΟΣ!!! «.
Για τον “Ομηρο και τη Δανάη:
» Την στιγμήν αυτήν ο “Ομηρος, με το ποιητικόν ένστικτον απαγγέλλει με την τσιβδήν φωνήν του και με απέραντον οιστρηλασίαν…» Η ζωή είναι μια μακρυνή στιγμή! Ω! της αυγής κγοκάτη γάζα, γαούφαλα του δειλινού». Και η Δαναϊς  με τα πορφυρά μάγουλα και το λάμπον πρόσωπον της, επινεύει χαριέντως και με καμάρι δια τον ποιητικόν και αισθηματίαν σύζυγόν της.».-
Για τον Γιωργάκη και τη Μάρθα Αναγνωστοπούλου:
» Και ήλθεν μεσονύκτιον! Τα φώτα χαμηλώνουν και σβήνουν επι τινα δευτερόλεπτα. Ο μύωψ όμως Γεωργάκης ( παντοτε 59 ετών) δεν το αντελήφθη και έκανε καυγάν, γιατί ζητήξαμε να σταματήσει λίγο  το «κουμάρι». “Υστερα από φωνάρες η Μάλθα προσεπάθησε με γλυκύ χαμόγελο να σαγηνεύσει της » καρδιάς του τα φαρδιά πεζούλια», δέχθηκε να υποχωρήσει η τετράγωνος ως την κατσαρήν κεφάλαν του λογική…».
Για τον αρχαιολόγο, νεήλυδα της συντροφιάς, Ανδρέα Βαβρίτσα:
» Την περασμένην εβδομάδα, ήτον εδώ και ο έτερος φίλoς μας ο Babris. Εντελώς συμπτωματικώς δε, ευρέθημεν ματζί, εις το Χαμάμ. “Ημην μόνος, εισελθών προ 5 λεπτών. Κτυπά η πόρτα διακριτικά. Εμπρός λέγω και εισέρχεται ο Babris φέρων την σινδόνην επι των ώμων, ως χλαμύδα αρχαίαν, Σωκράτους, φερ” ειπείν. Εκαθήσαμεν προς ίδρων. Παρετήρησα, ότι με κρυφίαν επιδεξιότητα, απέκρυπεν κάπως το αιδοίον του. Ενώ εγώ – παληά πουτάνα εσκή- άνοιγα τα μεριά με άνεση και έκανα παχιά σαπουνάδα. Και με νωχέλεια ανατολίτισσα, ετάνυα το μερί, στον Ντελέξο, για να με τρίψει! Πολύ ευχαριστηθήκαμε και του λέγαμε και του άλλου, που ήθελε πολύ να είναι μαζί». 
Για την Ειρήνη, τη μάνα μου:
» Που παράσταινε  ως πολλήν ώραν το μελίχλωρο χτεπόδι, κεφαλοκρουσθείσα από την παρεταμένην βούβαν που επέβαλαν αι ιεραί στιγμαί της φιλολοϊκής ….πανδαισίας, ξέσπασε σ΄ένα λαϊκό τραγούδι, με φωνήν μπουζουκλίδικην απ΄αυτά που τώρα έγιναν….περιωπής!  
» έμαθα πως έχεις εκατό φλουργιά/ Μια σdη Γκοκκινιά  α α α , νεεε γκιουζέλ ολά/ Γιάλα μπι τζοβά».
Παλαμάκια της ομηγύρεως συνεπικουρούσαν το άζζμα και γίνονταν πανζουρλισμός και τέτοιο γέλιο, που πολλαί θα ένιωσαν….υγρασίαν εις τας κυλόττας των. Επεξηγώ, λόγω διαφυγόν κάτουρο! «.-
Για τη μάνα μου όμως θα γράψει και τούτο:
» Η θάλασσα ελίκνισε τον ερχομό σου/ μικρή νεράϊδα των μελτεμιών/ “Ανοιξε μου την καρδιά σου/  Σου φέρνω ένα χρυσό καλάθι/ γεμάτο ακτίνες/ και δύο πεταλούδες….»
Και ο Γιαννακός αυτο- περιγραφόμενος και αυτο- θαυμαζόμενος :
» Ο ΝΑΡΚΙΣΙΣΜΟΣ, Η ΩΡΑΙΟΠΑΘΕΙΑ, Η ΑΦΕΛΕΙΑ, Η ΛΑΓΝΕΙΑ, Η ΖΩΗΡΑΔΑ, ΤΟ ΚΛΙΣΜΑ, Η ΖΩΧΑΔΑ, Ο ΕΡΩΣ ( Διττά ολοκληρωμένος: Στην Πλατωνική του μορφή και στην κλινική ενορχήστρωση !) ο ΚΑΥΓΑΣ ( στην καθαρεύουσα), ο ΠΟΤΗΣ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ και της ΗΔΟΝΗΣ! ο ΚΥΝΙΚΟΣ ( μόνος αυτός είχε το δικαίωμα του φιλείν), Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΑΣΥΔΟΣΙΑ, το ΕΙΔΥΛΛΙΟ, ο ΕΝΘΟΥΣΙΑΜΟΣ, ο ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ ( με συγχωρείται δια την περιαυτολογίαν) ο ΣΤΥΛΙΣΤΑΣ, ο ΡΥΘΜΟΣ! «.
Και κλείνω, τούτο το » μνημόσυνο » για την συντροφιά τους:
» “Ολ΄αυτά τα αγαπήσαμε με λατρεία, σαν κοινοκτημοσύνη, γιατί είχαν ψυχή και η ζωή εκεί μέσα ήταν χαρούμενη και ωραία, Κι όλ΄αυτά τα χάσαμε άξαφνα. Μην το πεις Βαγγέλη πως δεν μας είδε βάσκανος οφθαλμός…Θα μου πείτε – ίσως- τώρα εσείς οι ρεαλιστές-ρεαλιστές κατά συνθήκην: Ρωμαντισμός και ανοησία! Δεν θα σας απαντήσω αγάπες. Παραλύει η αυθάδεια μου. Απλώς καταθέτω, τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην ομορφιά! » 
Οκτώβριος του 2020