Στην Ελλάδα του 2020, το να καταγγείλεις επώνυμα την δολοφονία μιας «κραγμένης αδερφής» είναι πολύ πιο δύσκολο από το να συμπαρασταθείς στο πανελλήνιο πια σύμβολο της Μάγδας Φύσσα. Κι αυτό γιατί στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου, δεν τα βάζεις με τον ορατό ναζιστή φονιά αλλά με τον αόρατο φονιά, τον ρευστοποιημένο φονιά, τον φονιά με τα πολλά πρόσωπα, τον φονιά-κοινωνία: τον μέσο ανθρωπάκο που σιώπησε, τον μικροαστό που κλωτσούσε, τον επίορκο μπάτσο που έσερνε έναν ημιθανή στην άσφαλτο, τον δικαστή που δεν έτρεξε την διαδικασία και όλο το λοιπό κακό συναπάντημα. Η σύγκριση των περιπτώσεων Φύσσα και Κωστόπουλου μπορεί να φαίνεται αδόκιμη ή και άτοπη, αλλά όπως έχει κατρακυλήσει η ελληνική κοινωνία, η διαφορετική σημειολογία των δύο δολοφονιών έχει τη σημασία της.

Στον αγώνα κατά του φασισμού, η κοινωνία, ο λαός, τα παιδιά μας, έχουμε ανάγκη κάθε φωνή. Γιατί στο πεδίο του φασισμού δεν συγκρούονται απλά διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Στο μαρμαρένιο αλώνι του φασισμού παλεύουν η ζωή με το θάνατο. Γι’ αυτό και ο αντιφασισμός δεν είναι προνόμιο των αντιφασιστών. Είναι υποχρέωση κάθε ανθρώπου που δεν αρκείται στο να περιφέρεται σαν ένα όρθιο δίποδο. 

Εξ άλλου, η Βίσση έχει ένα κοινό κατά κάποια εκατομμύρια μεγαλύτερο από ”εμάς”, τους “από ’δω”. Η φωνή της φτάνει εκεί που δεν τα καταφέρνει η ”δικιά” μας: από εφηβικά δωμάτια, και σχολικά παρτάκια μέχρι πίστες και στάδια χιλιάδων από αυτούς που αλλιώς δεν θα είχαν καν ακούσει για τον Ζακ. Αν η κάθε Βίσση έβγαζε από ένα τραγουδάκι στα κυβικά της για να καταγγείλει την κανιβαλιστική κατρακύλα, ο κάθε νυχτόβιος κρυφός ή φανερός φασίστας (π.χ. Γονίδης, Πλούταρχος, Σφακιανάκης) δεν θα ανέβαινε σε πίστα ούτε για να σφουγγαρίσει. Οι δε γραφικοί Γαϊτάνοι («μου αρέσει ο τσαμπουκάς της Χρυσής Αυγής») θα έψαχναν δουλειά στις ουρές του ΟΑΕΔ όπως χιλιάδες άλλοι κάτοικοι της χώρας που υφίστανται καθημερινά τον ηλικιακό, φυλετικό, σεξουαλικό ή άλλο ρατσισμό, χωρίς να έχουν ακούσει λέξη για τα βάσανά τους από τις πλαστικές φάτσες της show biz.