ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Η θάλασσα των πνιγμών

Άλλοτε με τα μάτια της χαράς μου, άλλοτε με τα μάτια της λύπης μου, είτε βρίσκομαι εκεί, είτε όχι, πάντως ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια οδοιπορίας, μπορώ να βλέπω –όποτε χρειαστεί ή όποτε υπάρχει ευκαιρία– σε όλο το εύρος της οθόνης, την θάλασσα των παιδικών μου χρόνων. Την ομορφότερη θάλασσα που αντίκρισαν ποτέ τα μάτια μου και που το κάλεσμά της και το λυγρό της φως καμιά θάλασσα, ουδέποτε, θα μπορέσει να το υπερβεί. Αυτή, σκέφτομαι, όταν η απελπισία με αρπάζει από τα μαλλιά ή όταν με προστατεύει (αυτή η φοβερή προστασία), είναι η αληθινή μου πατρίδα: η θάλασσα. Μόλις 100–150 μέτρα (μπορεί και αιώνες) από το σπίτι που γεννήθηκα. Δεν έχει σημασία ο τόπος, οι ημεροδείκτες, οι ημερομηνίες. Σημασία έχει η θάλασσα. Άχρονη όπως ο χρόνος, ατέλευτη όπως το τέλος των πάντων. Ένα κύμα και μια ακρογιαλιά όπου τα πάντα εκτοξεύονται εξίσου από μέσα προς τα έξω και απ’ έξω προς τα μέσα: αυτό το χάος που διευρύνει το σύμπαν και σε εθίζει στο αχανές. Σε μια σταγόνα αρμύρας κι άλλοτε σ’ ένα άστρο. Α, ναι. Αυτή η θάλασσα που με γέννησε και που μπορώ ακόμα να την βλέπω.

   Δεν την νοσταλγώ. Δεν την θυμάμαι. Την βλέπω. Ακόμα συνεννοούμαστε. Κι ας άλλαξαν όλα. Δεν υπάρχει εκείνο το αγαθό πλήθος των αθώων που περνούσε κάθε πρωί του καλοκαιριού από τις πάνω γειτονιές για να πάει «για μπάνιο». Κι ύστερα το μεσημέρι γύριζαν. Εκείνο το πλήθος της φωνής: το πρωί φωνάζοντας, το απομεσήμερο με μια πληρότητα χρόνου, τόπου και εαυτού εν αλλήλοις που ουδέποτε ξανασυνάντησα.

Δεν υπάρχει επίσης εκείνο το παιδί που άφηνε και το παιχνίδι και το σχολικό διάβασμα για να καθίσει χειμώνα με καιρό, στην ακρογιαλιά. Αργότερα θα σε μαλώσουν, πολλές φορές αργότερα θα σε μαλώσουν που άφησες τις υποχρεώσεις σου στη μέση για χάρη μιας μοναξιάς των κυμάτων. Το πλήρωσες. Και πάντα επιστρέφεις στη χειμωνιάτικη θάλασσα 100–150 μέτρα από το σπίτι που γεννήθηκες.

 Χωρίς νοσταλγία. Ούτε επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά επειδή όπως έλεγε και η Λωξάντρα «γιατί αυτό έτσι είναι». Και πάλι το κύμα που σε πήρε μακρυά, σ’ αλλονών ακρογιαλιά, σ’ αλλονών θάλασσες, σ’ αλλονών ατέλειωτους αδιόρατους θανάτους που ο ένας κοντά στον άλλον γίνονται ο μέγας θάνατος που πλακώνει τη ζωή μας και συμπιέζει την θάλασσα των παιδικών μας χρόνων. Περί αυτού πρόκειται:

  Δεν έχει θάλασσα να κολυμπήσεις πια. Οι «πάνω γειτονιές» δεν θα κατέβουν. Η θάλασσα είναι μια συμπαγής πεδιάδα πτωμάτων. Το άλας της γης σκεπάζει τα μάτια των πνιγμένων παιδιών. Δεν είσαι πια παιδί. Τα κύματα των παιδικών σου χειμώνων είναι φτιαγμένα μονάχα με αλάτι. Δεν είναι θάλασσα αυτή. Είναι ένα ορυχείο κάποιας θάλασσας που πέτρωσε 100–150 μέτρα από το σπίτι που γεννήθηκες. «Εξ’ αίφνης» , όπως έλεγε η θεία Ασπασία που δεν έβγαινε ποτέ από το σπίτι της παρά μονάχα με την αδελφή της την θεία Ανθούλα, ένα ζούδι του θεού που χάθηκε το ίδιο όπως ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης στην έρημο των ανθρώπων στο Μεξικό, «εξ’ αίφνης» λοιπόν, ο κόσμος άλλαξε.

  Ένας ολόκληρος στρατός αόρατων τοποθετεί ταμπέλες: «Απαγορεύεται η αλληλεγγύη», «Απαγορεύεται η ανθρωπιά», «Μην πλησιάζετε», «Αφήστε τους να πεθάνουν», «Το τοπίο προστατεύεται», «Ζώνη Ευρωπαϊκού τρόπου ζωής».

  Είναι, λοιπόν, χειμώνας. Το παιδί φεύγει από την θάλασσα των παιδικών του χρόνων, αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Το πρωί, μετά από χρόνια, θα βρουν το πτώμα του πυροβολημένο αρμοδίως. Και γύρω μια εκατόμβη από καλοκαίρια. Μια εκατόμβη από χειμώνες, μια εκατόμβη από θάλασσες. Μια εκατόμβη του χρόνου.

   Θα πρέπει να είναι πολύ υπερήφανος γι’ αυτή την εκατόμβη ο επίτροπος εκατόμβης κύριος Μαργαρίτης Σχοινάς. Ο γαλήνιος και ατάραχος Μαργαρίτης Σχοινάς που δεν ξέρω από ποιόν βυθό, ποιοί αλιείς μαργαριταριών από τη Ν.Δ. τον έφεραν στην επιφάνεια και για ποιούς λόγους ως επικεφαλή ενός τερατώδους παγκόσμιου εκτελεστικού αποσπάσματος. Και αυτός το αποδέχτηκε. Σιωπηλός και γαλήνιος. Δηλαδή κραταιός ως θάνατος. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, ένας υπάλληλος λογιστικής θανάτου στην ακρογιαλιά των παιδικών μου χρόνων.

 Κι εγώ ανάμεσα στα κορμιά των πνιγμένων παιδιών, διακρίνω και το δικό μου κορμί που πνίγηκε μέσα στην θάλασσα μιας πνιγμένης πραγματικότητας.

Καληνύχτα.