ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Η μεγάλη ευκαιρία της κοινωνίας

Κώστας Δουζίνας

Κάθε ριζική αλλαγή στην Ιστορία αποτελεί τεράστια έκπληξη. Είμαστε μαθημένοι στις σταδιακές, μερικές, μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις. Κυβερνήσεις και τεχνοκράτες υποστηρίζουν μονότονα ότι μπορούν να ελέγχουν το μέλλον, ότι ο προγραμματισμός τους δεν αφορά μόνο τις οικονομικές εξελίξεις αλλά το σύνολο της κοινωνίας. Αλλά το ενδεχομενικό, το αναπάντεχο, το τυχαίο δεν εξαλείφεται.


Μπορεί τα συμβάντα που αλλάζουν τον ιστορικό ρου να είναι σπάνια, αλλά όταν συμβαίνουν η Ιστορία επιταχύνεται και οδηγείται σε ριζική και απρογραμμάτιστη αλλαγή. Ολα τα καθεστώτα πιστεύουν ότι είναι αιωνίως αμετάβλητα μέχρι τη στιγμή που δεν υπάρχουν πια. Μετά την εξαφάνιση, η παρακμή και η διάλυση εμφανίζονται αναδρομικά αναπόφευκτες.

Ο ιστορικός Walter Scheidel στο βιβλίο «Ο Μεγάλος Εξισωτής» (The Great Leveller) υποστηρίζει ότι τέσσερα είδη κοσμοϊστορικού συμβάντος έχουν οδηγήσει σε τεράστιες εξισωτικές αλλαγές. Οι πανδημίες, οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις και η διάλυση ενός κράτους. Ο «Μαύρος Θάνατος», η πανούκλα του 1300, οδήγησε στην εξάλειψη του ενός τρίτου του ευρωπαϊκού πληθυσμού αυξάνοντας την τιμή της εργασίας και μειώνοντας ριζικά τις ανισότητες. Αλλά δεν χρειάζεται να είμαστε υπερβολικά́ αισιόδοξοι.

Οπως υποστηρίζει η φεμινίστρια Σίλβια Φεντερίτσι, ο «Μαύρος Θάνατος», ένα σοκ τρομακτικών διαστάσεων, οδήγησε σε έλλειψη εργατικού́ δυναμικού́ δημιουργώντας προσωρινά́ μεγαλύτερη ελευθερία για τις γυναίκες και τους εργάτες. Ομως, η άρχουσα τάξη αντέδρασε γρήγορα και το αποτέλεσμα ήταν ο καπιταλισμός. Τον 20ό αιώνα, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι κομμουνιστικές επαναστάσεις οδήγησαν στη μείωση των ανισοτήτων, τη δημιουργία του κοινωνικού κράτους, την ενδυνάμωση των συνδικάτων και την προοδευτική φορολογία. Αλλά όλα ανατράπηκαν με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στις αρχές της δεκαετίας των 1980.

Στη διάρκεια της κρίσης του 2008, ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς δήλωνε ότι «ο νεοφιλελευθερισμός πέθανε». Ωστόσο, η αναγγελία θανάτου ήταν πρόωρη. Η κυβερνητική σωτηρία των τραπεζών αποτελεί ακραίο παράδειγμα παρέμβασης υπέρ του καπιταλισμού που αποσκοπούσε στη διατήρηση της κυριαρχίας της αγοράς.

Οι λαοί πλήρωσαν για τις απώλειες των τραπεζών με τα σπίτια τους, τη δουλειά τους, την υγεία τους βάσει της αρχής «σοσιαλισμός για τους τραπεζίτες και καπιταλισμός για τους πολίτες». Στις πρώτες μέρες της πανδημίας πάλι, ο Paul Mason έλεγε ότι η πολιτική τάξη μετά την κρίση θα αποτελείται από «ενθουσιώδεις» ή από «απρόθυμους» σοσιαλιστές. Σήμερα ακόμη και προμαχώνες του νεοφιλελευθερισμού φαίνεται να εγκατέλειψαν τις κυρίαρχες πολιτικές.

Οι Financial Times έγραψαν ότι «ριζικές μεταρρυθμίσεις, που αντιστρέφουν την πολιτική κατεύθυνση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, πρέπει να μπουν στο τραπέζι». Ολες οι νεοφιλελεύθερες δεξαμενές σκέψεις, μεταξύ των οποίων και το εμβληματικό Ινστιτούτο Adam Smith, δήλωσαν ότι εγκρίνουν απολύτως την αύξηση των δημόσιων δαπανών και των κρατικών επενδύσεων. Αλλά συμπλήρωναν ότι πρέπει να υπάρξουν σύντομα μέτρα μείωσης της φορολογίας για να βοηθήσουν την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, προσθέτοντας ότι μακροπρόθεσμα το κράτος δεν έχει δουλειά στην οικονομία.

Ποιος το περίμενε;
Σημαίνουν όλα αυτά ότι έφτασε το τέλος του νεοφιλελευθερισμού; Επανειλημμένα ο καπιταλισμός μπόρεσε να προσαρμοστεί στις κρίσεις που ο ίδιος δημιουργεί. Οπως έλεγε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι επαναστατικό σύστημα, όταν χρειάζεται αλλάζει βασικές παραδοχές και επιβιώνει.

Σήμερα, όλες οι συντηρητικές και φιλελεύθερες κυβερνήσεις εγκατέλειψαν τη δημοσιονομική πειθαρχία, επεμβαίνουν στην οικονομία για να επιδοτήσουν τις επιχειρήσεις και εν μέρει το εργατικό εισόδημα. Θεωρούν τις επενδύσεις στη δημόσια υγεία και την πρόνοια απαραίτητες και αποδέχονται τον δημόσιο δανεισμό, πιθανά και την αύξηση της φορολογίας των πλουσίων.

Σίγουρα, όλα αυτά δείχνουν μια σημαντική αλλαγή. Η πανδημία αποτελεί σοβαρή απειλή για την παντοδυναμία των αγορών. Ομως, οι ορντοφιλελεύθεροι τύπου Σόιμπλε πίστευαν πάντα ότι η κυριαρχία των αγορών απαιτεί ισχυρή κρατική παρέμβαση, απόλυτη πειθάρχηση της κοινωνίας και κυρώσεις για όσους παραβαίνουν τους κανόνες. Το είδαμε στα μνημόνια, τώρα κάπως διαφορετικά.

Η πειθαρχία και η καταστολή πάντα άρεσαν στη Δεξιά. Παρά την παγκόσμια αναγνώριση ότι οι πολιτικές λιτότητας πρέπει να τελειώσουν, δεν υπάρχει η παραμικρή βεβαιότητα ότι αυτό θα συμβεί. Η προσαρμοστικότητα του νεοφιλελευθερισμού σημαίνει ότι κάνει ό,τι μπορεί για να επιβιώσει. Αλλά για πρώτη φορά δεν αποκλείεται η κατάρρευσή του.

Ο Μητσοτάκης ή ο Τζόνσον αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν πολιτικές αντίθετες με την ιδεολογία τους. Ηταν υποχρεωμένοι αλλά κατάλαβαν και τη μεταστροφή της κοινής γνώμης. Ο,τι δεν πέτυχε η Αριστερά, το έκανε ο ιός. Εβαλε τη ζωή σε θανάσιμο κίνδυνο και θύμισε τις αξίες και τους θεσμούς που μπορούν να μας προστατεύσουν.

Σ’ όλο τον κόσμο η ζωή σταμάτησε σαν να κατέβηκε ένας παγκόσμιος γενικός. Ποιος το περίμενε; Ο κόσμος θυμήθηκε την κοινωνική και βιολογική ευαλωτότητα, που είχε αποκρύψει ο άμετρος ναρκισσισμός και ο καταναλωτισμός της προηγούμενης περιόδου. Κατάλαβε ότι στην κατάσταση εξαίρεσης δεν μας σώζει ο ατομισμός αλλά η κοινωνική αλληλεγγύη και η έγνοια για τον άλλον.

Δεν εξασφαλίζουν οι αγορές τα απαραίτητα για τη βιολογική και κοινωνική επιβίωση αλλά τα δημόσια αγαθά και οι υπηρεσίες. Τέλος, αντιλαμβάνεται τη σημασία των ταπεινών, κακοπληρωμένων και περιφρονημένων επαγγελμάτων: υπάλληλοι σουπερμάρκετ, καθαριστές, «σκουπιδιάρηδες», ντελιβεράδες, ταχυδρόμοι, χειρώνακτες, υγειονομικό προσωπικό. Δεν είναι δυνατόν μετά την πανδημία να εγκαταλείψουμε αυτούς που μας κράτησαν όρθιους. Ποιος τα περίμενε αυτά;

Να κάνουμε μόνιμο το προσωρινό
Οι αξίες που αναδείχτηκαν στην πανδημία αποτελούν παρακαταθήκη της Αριστεράς. Η Δεξιά τις υιοθέτησε αναγκαστικά και προσωρινά για να τις ουδετεροποιήσει. Η πρόθεση της κυβέρνησης για επιστροφή στην «κανονικότητα» και απογαλακτισμό από τον «εθισμό» στην κρατική παρέμβαση είναι σαφής. «Εχουμε καπιταλισμό», όπως είπε ο υπουργός.

Αλλά η αίσθηση ότι «δεν μπορούμε να γυρίσουμε εκεί που ήμασταν πριν» είναι διάχυτη. Ας πούμε ξεκάθαρα λοιπόν ότι εμείς οι πολίτες με τη δράση μας περιορίσαμε την υγειονομική καταστροφή. Αυτό δίνει αυτοπεποίθηση. Θα γίνει όμως η ευαισθητοποίηση κίνημα για πολιτικό μετασχηματισμό, θα πει το βουβό κοινωνικό κύμα όχι πια «business as usual», όπως το 2015;

Η ευθύνη της Αριστεράς είναι μεγάλη. Πρέπει να μεταφράσουμε τις αξιακές μας αποδοχές σε μόνιμες πολιτικές. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από την καθημερινή αντιπολίτευση πρέπει να σκεφτούμε τη μεγάλη εικόνα. Τα περισσότερα και πιο δίκαια οικονομικά μέτρα πρέπει να γίνουν μέρος ένα μεγάλου προγράμματος κοινωνικής αλλαγής και παραγωγικής ανασυγκρότησης βασισμένης στις αξίες που ανέδειξε η πανδημία: αλληλεγγύη, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, προστασία του πλανήτη.

Προμετωπίδα στο κοινωνικό συμβόλαιο της κοινωνίας με τον εαυτό της είναι η υποστήριξη της υγείας και της παιδείας, των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Η συμμετοχική οικονομία και δημοκρατία εισάγονται στις επιδοτούμενες επιχειρήσεις ενώ η φορολογία του μεγάλου πλούτου και εισοδήματος βοηθάει τα μεσαία στρώματα.

Το ντόπιο και διεθνές σύστημα που μας έφερε την κρίση του 2009 έχει ευθύνη για την καταστροφή των κοινών και των δημόσιων υπηρεσιών, για την αδιαφορία για την προστασία της κοινωνίας. Εχουμε μια μοναδική ευκαιρία να «κεφαλαιοποιήσουμε» την εμπειρία της αλληλεγγύης και της συλλογικής δράσης.

Δεν έχουμε βέβαια τα αριστερά «think tanks» και το στελεχικό δυναμικό όπως αλλού στην Ευρώπη. Αλλά έχουμε την ορμή της αντίστασης, το πάθος της δικαιοσύνης, την εμπειρία του 2015. Ας αφήσουμε μικροπολιτικούς εγωισμούς, ασήμαντες αντιπαραθέσεις, άγονες ομαδοποιήσεις, την κουρασμένη επανάληψη παλιών συνθημάτων. Χρειαζόμαστε τη μεγαλύτερη δυνατή συμπόρευση αριστερών, δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων.

Το «αντιμνημόνιο», που τόσο συκοφαντήθηκε γιατί πέτυχε, μπορεί να γίνει η λαϊκή απαίτηση για μια νέα, δίκαιη Ελλάδα που θα προστατεύει από μελλοντικές καταστροφές. Ισως κι αυτή η πανδημία να οδηγήσει σε μια πιο ίση κοινωνία.

* Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και πρόεδρος του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»