ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Θα μπορούσε να είναι η αδελφός σου

Η Δημήτρης της Συκαμιάς και η απόπειρα ανθρωποκτονίας από μία ολόκληρη κοινωνία

 

Ακόμα και για τα χούγια μίας χώρας που μας κάνει κάθε μέρα να κρύβουμε το πρόσωπο από ντροπή, η υπόθεση της Δημήτρη φέρνει στα μάτια δάκρυα και στην καρδιά οργή. «Το δίκαιο θα είναι να καταργηθεί άμεσα αυτός ο τόπος που λέγεται Ελλάδα», έγραφα χθες στο Twitter.

Ναι, καθ’ υπερβολήν. Αλλά …όχι πολύ. Ειλικρινά, ντρέπομαι για τη μεταχείριση που η ακοίμητη πατρίς σε αυτόν τον άνθρωπο. Σε όλα τα επίπεδα. Στη ζωή και στον θάνατο.

Ο άνθρωπος που γεννήθηκε Δημήτρης Καλογιάννης αλλά προτιμούσε να ντύνεται με γυναικεία ρούχα και να ζει σαν κορίτσι κλείστηκε νεότατος σε ψυχιατρείο.

Δεν τον φυλάκισε η κοινωνία, αλλά η ίδια του η οικογένεια. «Για να γιατρευτεί». Ζούσε, άκακος, στη Σκάλα Συκαμιάς της Λέσβου.

Αντιγράφω από παλαιότερο δημοσίευμα (από το Alphanews).

«Ο Δημήτρης μεγάλωσε στη Σκάλα Συκαμιάς. Από τα 14 του αισθάνονταν και ομολόγησε στους γονείς του ότι είναι γυναίκα. Έτσι την έστειλαν σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Επιστρέφοντας στο σπίτι της, οι γιατροί επέμειναν ότι έπρεπε να συνεχίσει να ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή για το υπόλοιπο της ζωής της. Αντίθετα στη δική της θέληση, καθώς την έκαναν να νιώθει χάλια, οι γονείς του έκρυβαν φάρμακα στο φαγητό του.

Η Δήμητρα περιγράφει τη μητέρα της ως βαθιά θρησκευόμενη και πιστή γυναίκα, και πηγή αληθινής και ανιδιοτελούς αγάπης για το παιδί της. Τον πατέρα της ως άγριο άντρα, που εξαφανιζόταν απ’ το σπίτι για μεγάλες περιόδους κάθε φορά κι όταν επέστρεφε προκαλούσε πανικό.

Ήταν έφηβη όταν έκανε την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας (η πρώτη απ’ τις πολλές που θα ακολουθούσαν σε διάφορα στάδια της ζωής της). Όπως λέει, το κοντινότερο που έφτασε στο να της δείξει κάποιος ενδιαφέρον ήταν όταν ως έφηβη κολυμπούσε γυμνή στη θάλασσα, κι ένας ηλικιωμένος απ’ το χωριό εμφανίστηκε και της είπε ότι ήθελε να τη βιάσει. Η Δήμητρα τρομοκρατήθηκε. Ο άντρας συνέχισε να την παρενοχλεί και να την παρακολουθεί κρυφά για αρκετά χρόνια.

Τελικά, στα 20 η Δήμητρα άφησε πίσω της το χωριό και το νησί της Λέσβου, κι έτρεξε στην πρωτεύουσα. Έζησε άστεγη, στους δρόμους της Αθήνας για σχεδόν πέντε χρόνια. Έκανε μερικές δουλειές, πχ. σε σούπερ μάρκετ, αλλά και οι Αθηναίοι αισθάνονταν πως ήταν διαφορετική και σταδιακά την απέκλεισαν. Το να κάνει οικογένεια είναι το όνειρο που είχε όλη της τη ζωή, κάτι που πιστεύει πως θα ολοκλήρωνε την ύπαρξή της. Αυτό που θα προσέφερε την «παντοτινή αγάπη» που τόσο της έλειψε.

Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο νησί όταν η μητέρα της αρρώστησε. Τα μεγαλύτερα αδέρφια της είχαν προλάβει να φύγουν απ’ την προβληματική οικογενειακή εστία, ο πατέρας της ήταν αναξιόπιστος και κανείς άλλος δεν θα φρόντιζε για τη μητέρα της. Έζησε μαζί της και την φρόντισε για τα επόμενα 25 χρόνια.

Παρ’ όλα αυτά, η Δήμητρα δεν σταμάτησε να νιώθει κορίτσι, και η ειλικρίνειά της την εξοστράκισε από την κοινωνία του χωριού, προκαλώντας κουτσομπολιά και ντροπή στην οικογένειά της και περισσότερα προβλήματα στον ήδη προβληματικό γάμο των γονιών της. Δεν έζησε ποτέ κάποιον εφηβικό έρωτα, μόνο ανεκπλήρωτους πόθους για αγόρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να βρει κάποιο αγόρι στο χωριό που θα την ήθελε.

Ο θάνατός της μητέρας της τη συγκλόνισε. Η αυτοκτονία ήταν πλέον η πιο ελκυστική λύση.

Τότε όμως ήταν που αποφάσισε να κάνει κάτι που δεν είχε ξανακάνει ποτέ. Να φορέσει γυναικεία ρούχα. Όχι φορέματα ακόμη, αλλά έστω παντελόνια και μπλούζες. Και τότε ήταν που ένιωσε μια βαθιά αίσθηση ανακούφισης και πραγματικής άνεσης. Η Δήμητρα άρχισε να νιώθει καλύτερα απ’ ό,τι είχε νιώσει σε ολόκληρη τη ζωή της. Ένιωσε για πρώτη φορά ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Ασχολείται με τη μουσική και τη μόδα και ξοδεύει τα λιγοστά της χρήματα σε φορέματα ή εκλεκτής ποιότητας άλμπουμ. Λατρεύει τη Μαρία Κάλλας και την Γκρέτα Γκάρμπο».

Η Δημήτρης, όπως ήθελε να την αποκαλούν, δεν πείραζε κανέναν. Βοηθούσε μάλιστα τους πρόσφυγες, πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στην ακροδεξιά και στους νοικοκουραίους του μαρτυρικού νησιού.

Το σωτήριο έτος 2021 τη βρήκε ακουσίως έγκλειστη στο Δρομοκαΐτειο, μετά από βάναυση επίθεση που δέχθηκε από συμμορία εφήβων μέσα στο σπίτι του. Σωστά διαβάσατε, το θύμα μπουζούριασαν, όχι τους θύτες. Τον άνθρωπο που έγινε βούκινο μέσω διαδικτύου. Που «προκαλούσε».

Λίγες μέρες αργότερα, ο Δημήτρης εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Πριν από δύο μήνες, έγινε στο Χαϊδάρι ένα τροχαίο, με εγκατάλειψη του δύσμοιρου θύματος. Το πτώμα κλειδώθηκε σε ένα ψυγείο, αζήτητο και άκλαυτο. Τη Δημήτρη δεν την αναζήτησε κανείς, για πολλές εβδομάδες. Ούτε το ίδιο το νοσηλευτικό ίδρυμα, καταπώς καταγγέλλεται.

Η ΓΑΔΑ επέτρεψε να εκδοθεί σήμα από το Silver Alert μόλις ενάμιση μήνα μετά την εγκατάλειψη. Στην αναγγελία που είδα στην τηλεόραση δεν γινόταν καν λόγος για τη συνήθεια της Δημήτρη να ντύνεται με γυναικεία ρούχα. Μη τυχόν και γίνει κανένα λάθος και τη βρουν! 

Αμέτρητοι πολίτες τηλεφώνησαν για να μοιραστούν τις φαντασιώσεις τους.

Αντιγράφω από το Lesvosnews:

«Ακόμη και οι κοινωνικές υπηρεσίες, όπως και το SIlver Alert, δεν ενημερώθηκαν από την αστυνομία, ως είθισται, αλλά από την οικογένεια της Δημήτρη, μετά από έναν ολόκληρο κύκλο πληροφοριών, που καθυστέρησε ακόμη περισσότερο το έργο της υπηρεσίας.

Από τις 30 Μαϊου το Siver Alert κοινοποίησε επιστολές προς στο Υπουργείο Υγείας (υπόψη του Υπουργού Βασίλη Κικίλια) και προς το Αυτοτελές Τμήμα Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας, κάνοντας έκκληση για συνδρομή και υποστήριξη προς τις έρευνες που διεξάγονται.

Στις επιστολές τονίζεται ότι το υπουργείο Υγείας και οι διοικήσεις των νοσοκομείων αποτελούν την τελευταία ελπίδα βοήθειας για τις διαδικασίες αναζήτησης, καθώς συχνότατα -όπως συνέβη και τώρα- τα νοσοκομεία παρόλο που λαμβάνουν αμέσως την μακέτα εξαφάνισης κάποιου ατόμου από την υπηρεσία, παραβλέπουν εικόνα και στοιχεία, με αποτέλεσμα αγνοούμενοι που τους αναζητούσε η υπηρεσία Silver Alert, η Αστυνομία, ομάδες εθελοντών και φυσικά οι δικοί τους άνθρωποι, να βρίσκονται σε κάποιο νοσοκομείο.

Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, να χάνουν την ζωή τους και ακόμα χειρότερα να θάβονται ως αγνώστων στοιχείων κι αυτό επειδή η υπηρεσία δεν ενημερώθηκε. Αυτή η ανησυχία υπάρχει και για την περίπτωση της Δημήτρη Καλογιάννη.

Για τη Δημήτρη κινητοποιήθηκαν αμέσως ομάδες εθελοντών, που «σκάλισαν» την Αθήνα. Έως σήμερα, η υπηρεσία έχει δεχτεί περί τις 4.000 κλήσεις, αλλά όλα αυτά θα αποδειχθούν ένα τεράστιο φιάσκο, αν εξακριβωθεί ο προ διμήνου θάνατος.

Υπενθυμίζεται πως το σήμα έκδοσης της εξαφάνισης καθυστέρησε με τεράστιες ευθύνες της ΓΑΔΑ, με αποτέλεσμα, στην πιθανότητα που το DNA επιβεβαιώσει τα κακά ενδεχόμενα, να ψάχνουμε επί δύο εβδομάδες έναν άνθρωπο που βρισκόταν από τον Απρίλιο στο ψυγείο ενός νοσοκομείου.

Μέχρι και τώρα δεν υπάρχει ενημέρωση ούτε για την πορεία της ιατροδικαστικής έρευνας, ούτε και σε ποιο νοσοκομείο παραδόθηκε η σορός».

Χθες μαθεύτηκε ότι έγινε ταυτοποίηση της σορού από την οικογένεια της Δημήτρη, «αυτού του γλυκύτατου ανθρώπου» όπως σημειώνει η Πάολα Ρεβενιώτη. Η Δημήτρης δεν θα ενοχλήσει κανέναν, ποτέ ξανά. Ούτε μέχρι τώρα ενοχλούσε. Ωστόσο, «ενοχλούσε». Και το πλήρωσε με βασανιστήρια και πρόωρο θάνατο.

Όλα τα παραπάνω έμοιαζαν με «απλές» αποδείξεις αναλγησίας, μίας οπισθοδρομικής κοινωνίας που αποστρέφεται το διαφορετικό και κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να το εξοντώσει.

Ώσπου, ήρθε ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «ΜΠΑΜ», να δώσει απρόσμενη διάσταση στο δράμα της Δημήτρη, συνδέοντάς το με ένα ρυπαρό παρακλάδι της υπόθεσης Λιγνάδη.

Επιστρατεύω το copy/paste για τρίτη φορά, με το στομάχι ανακατεμένο, και αφήνω τις εικασίες σε εσάς (από το in.gr):

«Σύμφωνa με την εφημερίδα, πρόκειται για μια κατάθεση, η οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε στην ταράτσα του προφυλακισμένου ηθοποιού, η οποία αποδείκνυε ότι είχε κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας και όχι ως κατηγορούμενος στον ανακριτή Μυτιλήνης, ο οποίος το 1998 διερευνούσε μια υπόθεση βιασμού.

Όπως είχε γράψει η εφημερίδα, στις 26 Ιανουαρίου 1998 ο ηθοποιός κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιων του ανακριτή, ενώ προηγουμένως οι εισαγγελικές αρχές είχαν ασκήσει δίωξη κατά αγνώστου προσώπου, ύστερα από καταγγελία τρανσέξουαλ ατόμου που είχε υποστηρίξει ότι είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά. Το μόνο που φέρεται να θυμόταν ήταν τα χαρακτηριστικά μιας μοτοσικλέτας. Τίποτε άλλο.

Από την κατάθεση – ντοκουμέντο, σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα, προκύπτει ότι ότι για έναν περίεργο λόγο στο στόχαστρο της ανακριτικής έρευνας βρέθηκε η συγκεκριμένη μηχανή, για την οποία ο Δημήτρης Λιγνάδης κατέθεσε ότι ανήκε στον αδερφό του, Ιωάννη, ο οποίος εκείνη την περίοδο σπούδαζε στην Αγγλία.

Στη δισέλιδη συμπληρωματική του κατάθεση ο Λιγνάδης είναι ξεκάθαρος. Αναφέρει ότι η συγκεκριμένη μηχανή για την οποία τον ρώτησαν οι αστυνομικοί ανήκε στον αδερφό του, ο οποίος όμως μετά τις διακοπές του Πάσχα του 1997 έφυγε για τη Μ. Βρετανία, από όπου και επέστρεψε στο τέλη Ιουνίου του 1997.

Όπως είπε, στο μεσοδιάστημα τη συγκεκριμένα μοτοσικλέτα την κυκλοφορούσε ο ίδιος, αλλά αρνήθηκε ότι είχε ταξιδέψει στη Λέσβο. «Το προηγούμενο βράδυ, δηλαδή στις 7/6/1997, τελείωσα την πρόβα μου στο θέατρο στην Πλάκα και μετέπειτα συναντήθηκα με την … και μάλιστα πήγα με την προαναφερόμενη μηχανή στο σπίτι της που βρίσκεται στον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Αμέσως μετά συναντηθήκαμε με την Ελένη Κούρκουλα στο εστιατόριο ‘Μαγεμένος Αυλός’. Το γεγονός αυτό το θυμάμαι χαρακτηριστικά και αυτό γιατί κάθε Σάββατο με τα προαναφερόμενα πρόσωπα πηγαίναμε στο συγκεκριμένο μέχρι να φύγουμε από την Αθήνα για τις θεατρικές παραστάσεις.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι την επόμενη μέρα, Κυριακή 8/6/1997, δέχτηκα τις πρωινές ώρες ένα τηλεφώνημα στο σπίτι μου από την Αστυνομία που μου ζητούσε να μάθει αν η παραπάνω μηχανή ανήκε σε εμένα. Τους απάντησα ότι ιδιοκτήτης της μηχανής είναι ο αδερφός μου, Ιωάννης Λιγνάδης, ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό. Είπε ότι τη μηχανή τη χρησιμοποιούσα και εγώ και με ρώτησαν αν είχα έρθει στη Μυτιλήνη. Του απάντησα αρνητικά και τους ρώτησα γιατί με ρωτούσαν όλα τα παραπάνω και αυτοί μου απάντησαν ότι είχε γίνει ένα συμβάν στη Μυτιλήνη και μου έδωσαν αυτόν τον αριθμό μηχανής» φέρεται να είχε πει στις αρχές.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Μπαμ», από την έρευνά της δεν έχει καταστεί, μέχρι σήμερα, δυνατό να εξακριβωθεί το πού ακριβώς οδήγησε η έρευνα του ανακριτή σχετικά με αυτήν την περίεργη υπόθεση του καταγγελλόμενου βιασμού στη Μυτιλήνη το 1997.

Κανείς δεν γνωρίζει εάν εντοπίστηκε ο δράστης ή οι δράστες της καταγγελλόμενης πράξης και αν τελικά λογοδότησαν στη Δικαιοσύνη, ή η υπόθεση μπήκε στο αρχείο λόγω μη επαρκών αποδείξεων.

Η πληροφορία, όμως, ότι η καταγγέλλουσα ήταν η Δήμητρα της Λέσβου δίνει νεό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στη συγκεκριμένη υπόθεση, εάν φυσικά επαληθευτεί».

Επανάσταση σήμερα είναι η διατήρηση της τρυφερότητας, έγραψε ο Χρόνης Μίσσιος. Δείτε το παρακάτω βίντεο και να τον θυμάστε, τη Δημήτρη. Θα μπορούσε να είναι η αδελφός σας. Θα μπορούσε να είναι εσείς.