ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις

Θρησκευτικός και Δυτικός Φονταμενταλισμός – Μια ενότητα μέσα από την αντιπαλότητα

idea_salem-witch-trials_311x175.rend.tccom.616.462

Με αφορμή τα τρομοκρατικά χτυπήματα στην Γαλλία θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε  τη σύγκρουση που συντελείται στην Γαλλία μεταξύ πολιτειακών και πολιτισμικών ταυτοτήτων επικεντρώνοντας στο τρομοκρατικό χτύπημα στο Charlie Hebron  που απετέλεσε και την αφετηρία μιας σειράς τρομοκρατικών χτυπημάτων  στο κέντρο του Παρισιού και ποιο πρόσφατα στην Νίκαια. Η προσέγγισή μας θα αναλυθεί ως προς την ηθική ως επιμέλεια εαυτού.

Ορισμός της έννοιας  θρησκευτικός φονταμενταλισμός

Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός παρόλο που είναι μια  μορφή δογματισμού όπως και η  θρησκευτική πίστη, διαφέρει από αυτή. Η θρησκευτική πίστη είναι εξ ορισμού δογματική. Ο φορέας, ο πιστός, λέει : εγώ πιστεύω.. Την ορθότητα όμως της πίστης του, δεν μπορεί ούτε να την δικαιολογήσει, ούτε να επιχειρηματολογήσει υπέρ της. Το  ότι είναι αυτή η πεποίθησή του δεν σημαίνει ότι είναι και ορθή. Το κριτήριο ορθότητας μιας πεποίθησης δεν ταυτίζεται με τον φορέα της πεποίθησης. Η πίστη δεν μπορεί να αιτιολογηθεί Είναι ανεξήγητη, υπερβατική και έξω από κάθε λογική σύλληψη ή ορθολογική εξήγηση. Με αυτή την έννοια είναι δογματική. Για τον  πιστό είναι προφανής η αλήθεια της πίστης του, και θεωρεί ότι όσοι δεν το αντιλαμβάνονται αυτό, πλανώνται «πλάνην  οικτράν». Όμως, μπορούν να συνυπάρξουν με άλλες ομάδες και επιδεικνύουν ανοχή έναντι των αλλόθρησκων, ή μη θρησκευμένων. Αυτή είναι και η διαφορά  του θρησκευτικού φαινομένου, γνώρισμα του οποίου είναι η πίστη με τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, που δεν μπορεί να δεχθεί – ανεχθεί  ότι κάποιος έχει διαφορετική άποψη, άλλη πεποίθηση και απαιτεί από αυτόν να ασπαστεί την δική του. Αυτό αποτελεί το κριτήριο διάκρισής τους, η έλλειψη ανεκτικότητας, το κριτήριο της ανοχής.

Κάθε  εκδοχή  θρησκευτικού ή άλλης  μορφής φονταμενταλισμού, ξεκινά με  την παραβίαση των ξεχωριστών αυτών γραμμών που έχουν να κάνουν με την ανοχή. Ο ισλαμικός  φονταμενταλισμός αποτελεί ακραία μορφή. Αυτή η ακραία μορφή δογματισμού που εκφράζει, συνδέεται με διαφορετικές συλλογικές ταυτότητες. Η πολιτισμική ταυτότητα ενός φανατικού ισλαμιστή οφείλει να είναι μια άκαμπτη ταυτότητα. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται απαραβίαστη από οτιδήποτε μπορεί να αλλοιώσει, μολύνει την ιδιοσυστασία της θρησκευτικότητάς του, του δόγματος.

Τα φονταμενταλιστικά  φαινόμενα  εμφανίζονται σε κοινωνίες  που ηγεμονεύονται από πολιτισμικές  συλλογικότητες που ως οριστικά ή όχι ηττημένοι υπερασπίζονται  συγκεκριμένες περιοχές του παρελθόντος, στα πλαίσια  της επιστροφής στην παράδοση  και θεωρούν ότι στο όνομα αυτής της «αποστολής» έχουν  το αποκλειστικό προνόμιο να  προσδιορίζουν τα δικαιώματα, τα συμφέροντα, τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού συνόλου, καθώς και να ορίζουν τι είναι ξένο προς αυτά.

Κράτος και θρησκευτικός φονταμενταλισμός  

Ο ακραίος  εξτρεμιστικός δογματισμός ορίζεται ως φονταμενταλισμός με κύριο χαρακτηριστικό του την έλλειψη ανοχής. Η σκληρή ταυτότητα των ισλαμιστών φονταμενταλιστών επιβάλλεται πέραν της  βίας ως εργαλείου, και με προπαγανδιστικές τακτικές με πολιτικά μέσα στα πλαίσια ενός κράτους. Οι φονταμενταλιστές αρνούνται τη διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Η θρησκεία  δεν πρέπει να περιορίζεται στην «ιδιωτική» σφαίρα αλλά  πρέπει να μπορεί να εκφράζεται και στην δημόσια. Θεωρούν ότι με τον διαχωρισμό τα παραδοσιακά κοινωνικά κανονιστικά πρότυπα, οι δομές και αξίες αποδυναμώνονται,   ότι πλήττεται η πρωταρχική πολιτιστική ταυτότητα, η θρησκεία, από τον ορθολογισμό της κοσμικής δημόσιας σφαίρας που προτάσσει την πολιτειακή ταυτότητα, υπονομεύοντας την πρωταρχικότητα της συλλογικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Το ερώτημα που γεννιέται εδώ είναι: Τι είδους κράτος δεν  πρέπει να έχουμε, για να  μπορεί  μια ακραία μορφή εξτρεμιστικού δογματισμού  να επιβληθεί; Σίγουρα, το κράτος δεν μπορεί να είναι δημοκρατικό και ανεκτικό, δεν μπορεί να είναι φιλελεύθερο, διότι ζητήματα ανεξιθρησκίας και ουδετερότητας αποτελούν κύρια γνωρίσματα της υπόστασης ενός φιλελεύθερου κράτους, οπότε δεν μπορεί να ενσωματώσει  και να  καταστήσει κάποια συγκεκριμένη θρησκεία μέρος της κρατικής της πολιτικής, ταυτιζόμενη με αυτή. Αυτό θα μπορούσε μόνο να πραγματωθεί σε μη κοσμικά κράτη, με ολοκληρωτικά καθεστώτα. και μηδενική ανεκτικότητα σε ότι εκσυγχρονιστικό.  Για αυτό και η διάκριση μεταξύ πολιτικής και θρησκείας έχει τόσο μεγάλη αξία.  Βλέπουμε και εδώ την ανεκτικότητα ως  καθοριστικής σημασίας  κριτήριο να στέκει ως ασπίδα, ενάντια  σε φαινόμενα  φονταμενταλιστικού αυταρχισμού.

Αντί-μοντερνισμός, αντί-νεωτερικότητα, αντί-διαφωτισμός, αντί-δυτικισμός 

Η έννοια του αντί-μοντερνισμού είναι μια έννοια που νοηματικά είναι ασαφής. Αν ορίσουμε τον μοντερνισμό ως νεωτερικότητα, τότε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός  δεν μπορεί παρά να είναι  αντί – διαφωτιστικός, γιατί εχθρεύεται την αρχή της καθολικής ισότητας, δεδομένου ότι  αρνείται την αρχή της ανεκτικότητας.  Ο  ισλαμικός φονταμενταλισμός  αναγνωρίζει  ως ίσους / όμοιους, μόνο αυτή την  συλλογικότητα που έχει την ίδια σκληρή πολιτισμική ταυτότητα με τους ίδιους. Πιστεύουν  δηλαδή  στο ίδιο δόγμα στον ίδιο βαθμό, με τον ίδιο εκδηλωτικό τρόπο και δείχνουν την ίδια έλλειψη ανεκτικότητας στη διαφορετικότητα.. Εναντιώνεται όμως και στη σύγχρονη δυτική παράδοση, που δεν είναι ούτε νεωτερική, ούτε διαφωτιστική παρόλο που οικειοποιείται πολλά δυτικά στοιχεία όχι όμως σε επίπεδο ιδεολογίας όπου η ρητορική αφορά στην επιστροφή σε μια εξιδανικευμένη εποχή ( του προφήτη Μωάμεθ, π.χ.) Θα μπορούσαμε να πούμε ότι  στο σύγχρονο δυτικό κόσμο εκφράζεται  ένας δυτικού τύπου  φονταμενταλισμός, ο οποίος  ως δυτικός έχει γνώση των αρχών του  Διαφωτισμού, δεν αναγνωρίζει  όμως ίσο σεβασμό και αξιοπρέπεια, ούτε την αρχή της ίσης μεταχείρισης και κατ” επέκταση της ισότητας στους μουσουλμάνους ως πρόσωπα.  Η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα εδώ, εξελίσσεται μεταξύ δυο τάσεων, δύο τύπων, φονταμενταλιστικών δυνάμεων. Ενός δυτικού νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού τύπου παγκοσμιοποίησης  που προκαλεί την συ στράτευση  συλλογικοτήτων  που εκφράζονται μέσα από κινήματα φανατισμού, όπως ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Ο «αρνητικός» προσανατολισμός των ισλαμιστών φονταμενταλιστών τούς εγκλωβίζει στο εσωτερικό της λογικής αυτών που αντιστρατεύονται  Οι δύο αυτές τάσεις, συνυπάρχουν, αλληλοδιαπλέκονται,  αλληλοτροφοδοτούνται.

Ανθρώπινα δικαιώματα, πολιτισμικά δικαιώματα και πολυπολιτισμικότητα.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα, που είναι κατά πόσο, διαφορετικές συλλογικές πολιτισμικές ταυτότητες μπορούν να χωρέσουν μέσα στη δημόσια σφαίρα και να συνυπάρξουν, θα χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα μια χώρα  στην οποία ζουν συλλογικότητες που έχουν γαλλική μεν πολιτειακή, διαφορετική όμως πολιτισμική ταυτότητα. Η  δολοφονική επίθεση στο Charlie Hebron   θα μας βοηθήσει να  προσεγγίσουμε το φαινόμενο του ισλαμικού φονταμενταλισμού και ίσως σε ένα βαθμό να κατανοήσουμε από πού απορρέει τόση βία.

Στην Γαλλία  η έννοια της  laïcité αναγάγει σε μια δημοκρατική πολιτεία αυστηρά κοσμική. Τα σύμβολα που εκφράζουν θρησκευτική πίστη  δεν μπορούν να επιδείχνοντας στην δημόσια σφαίρα. Επιτρέπεται μόνο στην ιδιωτική. Αυτό σημαίνει ότι ένας Γάλλος πολίτης με μουσουλμανική πολιτισμική ταυτότητα δεν μπορεί να εμφανίζεται ως μουσουλμάνος δημόσια. Οι μουσουλμάνε ς  γυναίκες  δεν επιτρέπεται να φορούν  μαντίλα, κομμάτι της πολιτισμικής θρησκευτικής τους παράδοσης. Το ερώτημα είναι, μπορούν αυτοί οι πολίτες  να ενταχθούν στην laïcité, η οποία συνδέει τη δημόσια πολιτική σφαίρα με την ουδετερότητα στην θρησκεία και την απαγόρευση της  δημόσιας έκφρασης  της θρησκευτικότητας;  Μπορεί  μια συλλογικότητα να διαχωρίσει την πολιτειακή από την πολιτισμική της ταυτότητα; Δεδομένου ότι  η θρησκεία αποτελεί στοιχείο του αυτοκαθορισμού τους.

Ας το δούμε λοιπόν με βάση τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι δικαιώματα που εν δυνάμει έχουν όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Τα πολιτισμικά, συλλογικά δικαιώματα  ως έννοια είδους, εγγράφονται στα ανθρώπινα που ως έννοια γένους τα διέπει καθολικότητα και οικουμενικότητα, έχουν μια ευρύτητα και είναι σκόπιμα γενικά. Το ζητούμενο λοιπόν είναι η υπαγωγή των πολιτισμικών δικαιωμάτων στα ανθρώπινα, τα συλλογικά, κοινοτικά, πολιτισμικά δικαιώματα να ενταχθούν στο όλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έτσι ώστε να τύχουν της προστατευτικής ασπίδας των ανθρωπίνων, ως προς το απαραβίαστο σεβασμό τους.  Αν η προηγούμενη συνθήκη ίσχυε, τότε ίσως, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός να μην εξελίσσονταν σε τυφλή πίστη, τυφλή βία. “Ίσως  η αναγνώριση πολιτισμικών δικαιωμάτων στις συλλογικές ταυτότητες να διασφάλιζε την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό τους και κατ’ επέκταση δεν θα πυροδοτούσε ακραίες συμπεριφορές. Μένοντας στο παράδειγμα  του Charlie Hebron , οι τελούν τες τη δολοφονική επίθεση ήταν Γάλλοι πολίτες,  είχαν δηλαδή  γαλλική πολιτειακή ταυτότητα και διαφοροποιημένη πολιτισμική ταυτότητα, ισλαμική. Το πρόβλημα γι” αυτούς ήταν ότι η γελοιογραφία δεν πρόσβαλε μόνο  τον προφήτη τους, αλλά  πρόσβαλε και εκείνους προσωπικά, γιατί ως μουσουλμάνοι  ταυτίζονται με τη θρησκεία τους, άρα και με το πρόσωπο του προφήτη τους. Η σάτιρα δεν αποτελεί κομμάτι του δικού τους πολιτισμού. Η σάτιρα προσβάλλει τον αυτοσεβασμό τους, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των ανθρώπων. Πλήττει τα πολιτισμικά τους δικαιώματα. Συγχρόνως, η γελοιογραφία που σατίριζε τον προφήτη, παραβίαζε και συστατική αρχή του δυτικού πολιτισμού, γιατί μέσω της σατιρικής απεικόνισης, υποδείκνυε τον τρόπο που ο μουσουλμάνος θα έπρεπε να  κατανοεί τον εαυτό του, άρα παραβίαζε  το δικαίωμά του στο πως να καθορίζει ο ίδιος τον εαυτό του, καταπατώντας έτσι θεμελιώδεις  αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτών της ελευθερίας και  ισότητας του ατόμου.

Το πρόβλημα  λοιπόν είναι, ποια  η πολιτισμική και πολιτειακή κατανόηση που αρθρώνεται επί τη  βάση των αρχών  που   δοκιμάζονται. Αυτή η σύγκρουση αρχών και δικαιωμάτων, αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος. Σε αυτή την σύγκρουση πρέπει να μπορέσουμε να βρούμε μια απάντηση.

Αυτό που δεν παραβιάζεται, είναι  το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης που δεν επιδέχεται εξωτερικούς δικαιικούς  περιορισμούς. Κατά την  laïcité (μένουμε στο Παρίσι και στην τραγωδία του  Charlie Hebron) η έννοια του πολίτη είναι αυτή που κυριαρχεί. Η ενδεχόμενη επίλυση της σύγκρουσης πιθανόν να βρισκόταν στην ένταξη των διαφοροποιημένων πολιτισμικών ταυτοτήτων στην πολιτειακή  Με δεδομένο ότι η πολιτειακή, είναι. η ταυτότητα  που  καθορίζει την θέση του πολίτη  στην δημόσια σφαίρα, τότε η ενσωμάτωση σε αυτήν, των συλλογικών ταυτοτήτων, ανακαθορίζει πολιτισμικά την έννοια του πολίτη με την αναγνώριση πολιτισμικών δικαιωμάτων. Αυτό θα σήμαινε  ότι ο  αυτοκαθορισμός θα επεκτείνονταν από την πολιτειακή ταυτότητα και στην πολιτισμική ταυτότητα  που αν  δεν λύνει απόλυτα σίγουρα περιορίζει  την προαναφερόμενη σύγκρουση αρχών και δικαιωμάτων, με την αρχή της laïcité να γίνεται λιγότερο άκαμπτη, χωρίς όμως να χάνει την λαϊκότητά της. Στα πλαίσια  μιας τέτοιας διαμορφωμένης δημόσιας σφαίρας,  οι πολίτες οδηγούμενοι από έναν εσωτερικό,  ηθικό  νόμο   που προϋποθέτει ηθική συνείδηση και αξιακές παραδοχές, αυτοπεριοριζόμενοι,  αφού οι ίδιοι τον θέτουν στον εαυτό τους, καθίστανται φορείς της προσωπικής τους ηθικής αυτονομίας.  Εδώ προβάλει ξεκάθαρα και η διαφορά του (εσωτερικού ηθικού νόμου), από τον νόμο του θετικού δικαίου  που τίθεται από τον νομοθέτη και  προάγει τη συλλογική αυτονομία.

Αποτίμηση, αξιολόγηση  

Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός εναντιώνεται στη δυτική πραγματικότητα .

Η δύση, αρνούμενη τις αρχές του διαφωτισμού που διαμόρφωσαν τον πολιτικό και κοινωνικό της πολιτισμό    δεν αναγνωρίζει ίσο σεβασμό και αξιοπρέπεια, την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την προ απαιτούμενη αρχή της ισότητας στις μουσουλμανικές πολιτισμικές ταυτότητες, που ως  συλλογικότητες  αντιδρούν με ακραίες, εξτρεμιστικές, φονταμενταλιστικές κατακριτέες δολοφονικές επιθέσεις. Παράδειγμα η δολοφονική επίθεση στο Charlie Hebron  στο Παρίσι.

Κάθε μορφή εξωτερικού περιορισμού, πολιτικού νόμου  που θα δέσμευε, εμπόδιζε την ελευθερία του τύπου και της ελεύθερης έκφρασης αντίκειται στις αρχές της δημοκρατίας, έτσι είναι μη αποδεκτή.  Τι γίνεται όμως με το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το δικαίωμα στον αυτοκαθαρισμό συλλογικοτήτων,  διαφορετικών πολιτισμικών ταυτοτήτων που πλήττονται ;

Η απάντηση είναι ότι πρέπει να υπάρχει περιορισμός στην ελευθερία του λόγου / τύπου, τα όρια   όμως πρέπει να τίθενται  από έναν εσωτερικό ηθικό «νόμο» που οι ίδιοι επιβάλλουμε αυτόβουλα στον εαυτό μας και απορρέει από τις αρχές του διαφωτισμού.

Το βασικό συμπέρασμα εδώ είναι ότι όταν προσβάλλεις την αξιοπρέπεια του άλλου – ενός μουσουλμάνου – όταν  του αρνείσαι το δικαίωμα στον αυτοκαθορισμό του, ταυτόχρονα  παραβιάζεις και τις δικές σου αρχές. Άρα αυτό που αναφέρουμε ως ηθικό, δεν είναι αόριστο και υποκειμενικό, διότι όλοι ξέρουμε τις γραμμές που δεν πρέπει να περάσουμε, ξέρουμε που σταματά το δικαίωμά μας και που ξεκινά η ελευθερία  του άλλου. Την μόνη υποκειμενικότητα που μπορούμε να προσδώσουμε στον όρο ηθικό έχει να κάνει με το πόσο ελαστική συνείδηση  έχει ο κάθε ένας  από εμάς, και την μαχητικότητα που έχουμε το σθένος να δείξουμε όταν δοκιμάζεται η ισχύς  των αρχών αυτών.

Το μοναδικό ίσως  διέξοδο στο αδιέξοδο της ακραίας δογματικής αντίληψης που διαπερνά τις ενέργειες και των δυο φονταμενταλιστικών δυνάμεων και του δυτικού και του  ισλαμικού είναι η αφύπνιση των συνειδήσεων. Πρέπει οι λαοί να συνειδητοποιήσουν ότι εδώ πραγματώνεται μια ενότητα μέσα από την αντιπαλότητα μεταξύ τους και ότι τελικά  και οι δύο είναι εχθροί των δικαιωμάτων και της ελευθερίας του ατόμου, εχθροί της Δημοκρατίας.