ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις

Κέρδος επιχειρήσεων, κόστος εργασίας και ανταγωνιστικότητα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΟΣΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 334 (1)

Το ζήτημα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και οι αντιδράσεις των κομμάτων στα δεξιά της κυβέρνησης απέναντι στην πρότασή της για αύξηση των εργοδοτικών εισφορών, προκειμένου να στηριχθεί το νέο ασφαλιστικό χωρίς μειώσεις των συντάξεων, αναδεικνύει για μια ακόμα φορά τις διαχωριστικές γραμμές που πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν μεταξύ αριστερών και δεξιών πολιτικών.

Είναι άραγε λάθος να αυξηθούν οι εργοδοτικές εισφορές, όπως διατείνονται κόμματα και κανάλια, σε πλήρη ευθυγράμμιση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη γραμμή Σόιμπλε;

Δεν θέλουμε να τους στενοχωρήσουμε, αλλά τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τους διαψεύδουν πανηγυρικά.

Κέρδος επιχειρήσεων και αμοιβές εργασίας

Θυμίζουμε ότι από το 2010 μέχρι το 2014 ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία έχουν κυβερνήσει τον τόπο με τις ευλογίες των κυρίαρχων ευρωπαϊκών δυνάμεων εφαρμόζοντας τη νεοφιλελεύθερη συνταγή της σκληρής λιτότητας και της ακραίας εσωτερικής υποτίμησης. Τι συνέβη, λοιπόν, τα χρόνια αυτά σε σχέση με το κέρδος των επιχειρήσεων και τις αμοιβές της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών που πληρώνουν οι εργοδότες;

Ταυτόχρονα με την εξέλιξη της κρίσης και τη συρρίκνωση της οικονομίας, η μείωση των συνολικών αμοιβών εξαρτημένης εργασίας, που περιλαμβάνουν τους μισθούς των εργαζομένων και τις κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών, υπήρξε διπλάσια από τη μείωση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος, το οποίο αντανακλά το κέρδος των επιχειρήσεων κάθε είδους. Συγκεκριμένα η μείωση των αμοιβών της εργασίας ήταν 29,3% το 2014 σε σχέση με το 2010, τη στιγμή που η μείωση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος ήταν μόνο 14,7%.1 Μάλιστα, την ίδια περίοδο η ονομαστική αμοιβή ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 22,6% σε σχέση με 36 αναπτυγμένες χώρες.2

Έτσι, το αποτέλεσμα της ύφεσης και της εσωτερικής υποτίμησης υπήρξε μία μεγάλη αναδιανομή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος σε βάρος της εργασίας. Η αναδιανομή αυτή στα μακροοικονομικά δεδομένα καταγράφεται ως μεγάλη αύξηση του λόγου κέρδος επιχειρήσεων προς αμοιβές εργασίας, που έφτασε στο +24,6% το 2013 και το +20,5% το 2014 σε σχέση με το 2010.

Με πιο απλά λόγια, οι επιχειρήσεις χάρη στην εσωτερική υποτίμηση έχουν βρεθεί να κερδίζουν σημαντικά μεγαλύτερο κομμάτι της «πίτας».

Κόστος εργασίας, τιμές και εξαγωγική επίδοση της χώρας

Η κυρίαρχη μνημονιακή αφήγηση, που μέχρι και τη διακυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου χρησιμοποιήθηκε ως καρότο για να γίνει αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία το μαστίγιο της αντιδραστικής αναδιανομής που περιγράφηκε παραπάνω, ήταν το γνωστό νεοφιλελεύθερο παραμύθι. Ότι με τη μεγάλη μείωση των αμοιβών θα επιτευχθεί ανάλογη πτώση των τιμών, που επρόκειτο να οδηγήσει σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και αύξηση των εξαγωγών, ώστε η χώρα να αξιοποιήσει την κρίση ως ευκαιρία και να βγει από αυτή ως εξαγωγική δύναμη (export-led recovery, success story κ.λπ.).

Βέβαια, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνέβη. Παρά την αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, τις τεράστιες μειώσεις στους μισθούς και την ελάφρυνση των εισφορών των επιχειρήσεων, μετά από πέντε χρόνια εσωτερικής υποτίμησης υπάρχει πλέον πληθώρα πραγματικών δεδομένων (και όχι εκτιμήσεων ή ερμηνειών), που αποδεικνύουν ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε απέτυχε παταγωδώς ως προς τους διακηρυγμένους της στόχους.

Το μοναδιαίο κόστος εργασίας σε σχέση με 36 ανεπτυγμένες χώρες, συνυπολογίζοντας τις κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών, το 2014 ήταν 18,3% μικρότερο σε σχέση με το 2010.3Πρόκειται για μια εξαιρετικά μεγάλη μείωση του κόστους εργασίας. Εντούτοις, οι τιμές των εξαγωγών δεν παρουσίασαν ανάλογη μείωση, πέφτοντας μόνο 4,4% την ίδια περίοδο. Ως αποτέλεσμα, καθώς η ανταγωνιστικότητα των τιμών ουσιαστικά δεν βελτιώθηκε, η εξαγωγική επίδοση της χώρας έμεινε στάσιμη, παρουσιάζοντας άνοδο μόλις 1,8% το 2014 σε σχέση με το 2010 και χωρίς να επιστρέψει στα επίπεδα του 2009 και των προηγούμενων ετών.4

Αυτό δεν είναι και τόσο πρόσφατο συμπέρασμα ούτε πρέπει να προκαλεί καμία έκπληξη. Πριν από ενάμιση χρόνο, στα μέσα του 2014, όταν σε όσους μελετούσαν τα στοιχεία ήταν ολοφάνερο ότι το δεύτερο Μνημόνιο είχε αποτύχει, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πέμπτη αξιολόγησή του παραδέχτηκε ανοικτά ότι οι μειώσεις στις τιμές δεν υπήρξαν ανάλογες με τις μειώσεις των μισθών, ότι η εξαγωγική επίδοση της Ελλάδας εξακολουθούσε να είναι αδύναμη και ότι η εξισορρόπηση του εξωτερικού ισοζυγίου επιτεύχθηκε μέσα από τη μείωση των εισαγωγών και όχι την ανάκαμψη των εξαγωγών.

Μάλιστα στον διεθνή Τύπο είχε γραφτεί τότε ότι η ανταγωνιστικότητα στις τιμές που η τρόικα στόχευε να πετύχει μέσα από τη μεγάλη εσωτερική υποτίμηση δεν απέδωσε καρπούς, παρόλο που η Ελλάδα μέσα σε μόλις τρία χρόνια διόρθωσε όλη την ανταγωνιστικότητα σε όρους κόστους εργασίας που είχε χαθεί την περίοδο 2000 – 2009.

Συμπέρασμα

Το μόνο απτό και μετρήσιμο αποτέλεσμα της πενταετίας μετά το 2010 υπήρξε η βίαιη αναδιανομή σε βάρος του κόσμου της εργασίας και το άνοιγμα της ανισότητας. Η οικονομία ουδέποτε ανέκαμψε παρά την τεράστια εσωτερική υποτίμηση και τη μείωση του κόστους εργασίας, αποδεικνύοντας ότι η κρίση που βιώνει η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία πέρα από συνέπεια των κακών του παρελθόντος σε ένα μεγάλο βαθμό είναι και αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, που κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να εφαρμόσουν.

Μάλιστα οι μακροοικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι, παρόλο που το μοναδιαίο κόστος εργασίας αναμένεται να συνεχίσει να μειώνεται συγκριτικά με άλλες ανεπτυγμένες χώρες, τα επόμενα χρόνια η εξαγωγική επίδοση της χώρας θα επιδεινωθεί. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει, και μάλιστα σύμφωνα με στοιχεία ευρωπαϊκά και όχι της κυβέρνησης ή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι ακόμα και με όρους ανταγωνιστικότητας το κόστος εργασίας και οι εισφορές που πληρώνουν οι εργοδότες δεν αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την υπέρβαση της κρίσης. Άλλα είναι τα πραγματικά προβλήματα.

Το συμπέρασμα από τη μελέτη των επίσημων στοιχείων είναι ότι η ψαλίδα μεταξύ κέρδους και αμοιβών μπορεί να κλείσει, αφού το άνοιγμά της δεν προσέφερε κανένα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Συνεπώς έχει δίκιο η κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι υπάρχει περιθώριο αύξησης του κόστους εργασίας και των εισφορών των εργοδοτών, προκειμένου να στηριχθεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα χωρίς να μειωθούν οι συντάξεις, ώστε να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή. Είναι ένα συμπέρασμα που εκθέτει τις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις της συντήρησης και του νεοφιλελευθερισμού, ανεξαρτήτως κομματικού περιτυλίγματος, που σπεύδουν να τοποθετηθούν αρνητικά απέναντι στην πρόταση αυτή ακολουθώντας πιστά τη γραμμή ΔΝΤ και Σόιμπλε.

Όσοι λοιπόν συνεχίζουν να αντιπολιτεύονται αοριστολογώντας, χωρίς να έχουν παρουσιάσει ούτε μία πρόταση, αλλά και όσοι αναμασούν εξαμβλωματικές φαντασιώσεις «οικουμενικής» συσκευασίας για τη συνέχιση της φτωχοποίησης του ελληνικού λαού με τεχνοκρατική ακρίβεια, ήρθε η ώρα να σταματήσουν τις υποκριτικές κορώνες και να διαλέξουν πλευρά.

Το ζήτημα της αύξησης ή όχι των εργοδοτικών εισφορών για τη στήριξη του ασφαλιστικού, μετά τα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, δεν είναι ζήτημα σωστής ή λάθος πολιτικής. Είναι ζήτημα αριστερής ή δεξιάς πολιτικής. Και θυμίζουμε ότι ο κυρίαρχος λαός μόλις πριν από τρεισήμισι μήνες αποφάσισε ότι θέλει αριστερή – προοδευτική διέξοδο από την κρίση.

Ταυτόχρονα, βέβαια, θα πρέπει όλοι να αντιληφθούν ότι, αν θέλουμε οι μισθοί και οι συντάξεις να διατηρηθούν και να αρχίσουν να κινούνται ανοδικά με βιώσιμες προοπτικές, πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά άλλοι παράγοντες, που επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία της οικονομίας. Το στρεβλό παραγωγικό μοντέλο και η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου μετά από σαράντα χρόνια mainstream πολιτικών. Τα καρτέλ και τα ολιγοπώλια. Το κόστος ενέργειας. Η υπερφορολόγηση εκείνων που καλούνται να ματώσουν για να καλύψουν τις μαύρες τρύπες που αφήνουν όσοι (εισ)φοροαποφεύγουν ή (εισ)φοροδιαφεύγουν.

Και το πολύ σημαντικό κόστος χρηματοδότησης, που στη χώρα μας είναι πέρα από κάθε λογική υψηλότερο από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της τεράστιας διαφοράς του περιθωρίου επιτοκίου των τραπεζών και της επίδρασης του αποπληθωρισμού στα πραγματικά επιτόκια.

Πρόκειται για ζωτικής σημασίας ζητήματα, στα οποία πρέπει άμεσα να στραφεί η δημόσια συζήτηση.

* Οι Κώστας Στρατής και Γιώργος Βουδούρης είναι συνεργάτες του γραφείου του αντιπροέδρου της κυβέρνησης

1 Το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα που χρησιμοποιείται στους υπολογισμούς και τα διαγράμματα του παρόντος άρθρου είναι με στάθμιση για την αυτο-απασχόληση. Δηλαδή, είναι αυτό που προκύπτει έπειτα από αφαίρεση ενός ποσού που υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί στους αυτοαπασχολούμενους.

2 27 χώρες της Ε.Ε., Τουρκία, Ελβετία, Νορβηγία, ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, Αυστραλία, Μεξικό, Νέα Ζηλανδία.

3 Το μοναδιαίο κόστος εργασίας υπολογίζεται με βάση τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, συμπεριλαμβάνονται και οι κοινωνικές εισφορές των εργοδοτών.

4 Η εξαγωγική επίδοση είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός δείκτης για την πορεία των εξαγωγών, καθώς, πέρα από το μέγεθος των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, συνυπολογίζει και τη μεγέθυνση των αγορών προορισμού.