ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Λογοκρισία, υποκρισία, ακρισία

 

Η περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί από ΤΑ ΝΕΑ, αφού η διεύθυνση της εφημερίδας έκοψε ένα άρθρο της, ήταν ένα κορυφαίο (αρνητικό) γεγονός για τον πολιτικό μας πολιτισμό. Όπως έγραψαν πολλοί, σε άλλες εποχές, θα είχε πλημμυρίσει ο τύπος με σχόλια,  θα είχαν γίνει κινητοποιήσεις από την ΕΣHΕΑ και οι συνάδελφοί της Ακρίτα στον Οργανισμό Μαρινάκη θα είχαν απαιτήσει την αποκατάστασή της. Τί συμβαίνει τώρα; Γιατί αυτή η χλιαρότητα στο συνάφι και η σιωπή στον φιλοκυβερνητικό τύπο;

Όχι αγιογραφίες. Η Έλενα Ακρίτα δεν είναι η Δάφνη Καρουάνα Γκαλίζια. Ούτε έγινε γνωστή για τη διαχρονικά ασυμβίβαστη στάση της απέναντι στην εξουσία. Αξίζει όμως πολλούς επαίνους, γιατί, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους της, φαίνεται να έχει αρχές και ωριμάζει όμορφα. Όσο περνάνε τα χρόνια, η ματιά της γίνεται ολοένα και πιο διεισδυτική· και ο γραπτός λόγος της ολοένα και πιο πρωτότυπος. Δεν χαρίζεται ούτε στην κυβέρνηση, ούτε στο τέως ΠΑΣΟΚ (με το οποίο είχε μια βιωματική σχέση), ούτε στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο αμερόληπτος (και χαριτωμένος!) τρόπος, με τον οποίο σχολιάζει την επικαιρότητα την έχουν κάνει δημοφιλή και ιδιαίτερα συμπαθή ακόμα και σ’ ένα κοινό που πριν από χρόνια τη θεωρούσε «κρύα» ή πολύ «συστημική» για τα γούστα του.

Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί παρέμεινε η Έλενα Ακρίτα στα ΝΕΑ μετά τις ανακατατάξεις στον Οργανισμό, συγκατοικώντας με τον Παπαχρήστο, τον Πρετεντέρη, τον Κασιμάτη και άλλους ογκόλιθους της δημοσιογραφίας, που μόνο αμερόληπτοι και χαριτωμένοι δεν είναι. Την απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση την έχει δώσει η ίδια, μα θα μπορούσαμε να την είχαμε μαντέψει.

Υπάρχει μια παράδοση στις λεγόμενες «σοβαρές» εφημερίδες: να φιλοξενούν στις σελίδες τους και κάποιες αιρετικές φωνές. Δεν μιλάμε βέβαια για πραγματικό πλουραλισμό, αλλά για μια λελογισμένη (και ελεγχόμενη) πολυφωνία, που προφανώς εξυπηρετεί τόσο την κερδοφορία των ιδιοκτητών όσο και τη διατήρηση της ιστορικής σχέσης που έχει το κάθε έντυπο με το πολιτικά και πολιτιστικά εγγράμματο κοινό του. Οι πολιτικές πεποιθήσεις των αναγνωστών μιας εφημερίδας δεν είναι απαραίτητα ταυτόσημες με τη γραμμή που ακολουθεί η συντακτική ομάδα της. Ούτε εδώ, ούτε στο εξωτερικό.

Οι «αποκλίνοντες» δημοσιογράφοι δεν είναι μόνο χρήσιμοι στον εργοδότη τους, αλλά και στον εαυτό τους (επαγγελματικά). Δεν εννοώ το χυδαιο-υλιστικό ότι παραμένοντας σε μια εφημερίδα με αντίθετη πολιτική γραμμή βγάζουν το ψωμί τους· έχω στο νου κάτι ίσως πιο ευγενές, πιο σύνθετο και σίγουρα πιο ψυχοδυναμικό: η τριβή και ο καθημερινός διάλογος με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις πολλές φορές συντηρούν τα αντανακλαστικά του δημοσιογράφου και βελτιώνουν την οξυδέρκεια, και τελικά την ποιότητα, του γραπτού και του προφορικού του λόγου. Για όσους δεν έχουν ανασφάλειες, αυτό είναι ευεργετικό και τους κάνει πιο δημιουργικούς.

Με τη Δήμητρα Κρουστάλλη, την άλλη δημοσιογράφο που παραιτήθηκε από το ΒΗΜΑ λόγω «ασφυκτικής πίεσης από το Μέγαρο Μαξίμου», έχουμε μπερδευτεί. Από τη μια η κυρία αυτή δυσανασχετεί με τις πιέσεις Μητσοτάκη, αλλά από την άλλη μας πληροφορεί ότι έδωσε αγώνα με τους αρχιερείς του Οργανισμού Λαμπράκη «ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, για να μείνουν ζωντανές και όρθιες οι δύο εφημερίδες» (ΤΑ ΝΕΑ και το ΒΗΜΑ). Εδώ το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι τόσο η λογοκρισία, αλλά οι ενδο-οικογενειακές διαφορές στο Βυζάντιο του Οργανισμού Μαρινάκη. Μήπως μπορεί να μας εξηγήσει λίγο καλύτερα η καλή δημοσιογράφος αν ο αγώνας που έδωσε στο παρελθόν απέβλεπε στη μεσολάβηση της «Φασιστεράς» (όπως αποκαλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ), για να  συνεχίσουν να χρηματοδοτούν οι τράπεζες τον Οργανισμό Λαμπράκη, παρά τις οικονομικές εκκρεμότητές του; Και μήπως να μας πει κι ο ΣΥΡΙΖΑ λίγο πιο καθαρά τί υπαινίσσεται ο ποιητής;

Μιλάμε πάντα για τα συστημικά μέσα, στα οποία έχουν τώρα προστεθεί τηλεοπτικά κανάλια, ραδιοφωνικοί σταθμοί και ηλεκτρονικά fora. Αλλά μια καίρια ερώτηση είναι τί γίνεται στα όχι και τόσο (ή καθόλου) συστημικά. Φοβάμαι ότι στα περισσότερα απ’ αυτά η κατάσταση δεν είναι καλύτερη, αλλά χειρότερη. Αρκεί να αναφέρω τον ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, τον πάλαι ποτέ  902, ή την ΙΣΚΡΑ, για να γίνει σαφές τί εννοώ. Διανοείται κανείς «άλλη άποψη» στον κομματικό τύπο και τα παραταξιακά sites;

Τα πράγματα είναι καλύτερα στα μέσα της νοήμονος Αριστεράς (όπου δεν έχουν ποτέ απολυθεί δημοσιογράφοι λόγω διαφοράς γνώμης)· αλλά, κι εκεί, πλουραλισμός με όλη τη σημασία της λέξεως δεν υπάρχει. Δεν θα γίνω πιο συγκεκριμένος επί του προκειμένου, όσο κι αν μπαίνω στον πειρασμό. Η περιορισμένη ανοχή στην άλλη άποψη δεν συμβιβάζεται πάντως με τον πλουραλισμό και την πολυφωνία που επαγγέλλεται η δημοκρατικά συγκροτημένη Αριστερά. Είναι μια προσχηματική και μάλλον υποκριτική στάση, που μπορεί τελικά να κάνει, αντί για καλό, ζημιά.

Ακόμα και το πιο περιθωριακό μέσο μαζικής επικοινωνίας έχει εξουσία, γιατί μπορεί να προβάλει πρόσωπα και απόψεις, αποσιωπώντας ή και διαστρεβλώνοντας άλλες. Πόσοι και πόσες δεν έκαναν το προφίλ τους εκμεταλλευόμενοι τις γνωριμίες ή τις οικονομικές συναλλαγές τους με τους εκδότες και τους διαχειριστές ΜΜΕ; Ένας φίλος έλεγε κάποτε για συνάδελφο πανεπιστημιακό  ότι «αυτή η κυρία έχει κάνει το βιογραφικό της με σειρά άρθρων στον Οικονομικό Ταχυδρόμο». Αν έβλεπε κανείς τη λίστα των δημοσιεύσεων της, διαπίστωνε ότι δεν επρόκειτο περί αστείου!

Με αφορμή την περίπτωση Ακρίτα, κάθε καλοπροαίρετος και ευφυής άνθρωπος θα σκεφτεί αμέσως δύο πράγματα: πρώτον, ότι καλά θα κάνει η Αριστερά να επανεξετάσει το θέμα του κομματικού τύπου και των κομματικών μέσων, γιατί αυτό είναι πλέον ένας αναχρονισμός, που δεν προσφέρει τίποτα και στοιχίζει πολλά· και δεύτερον, ότι οι προοδευτικές δυνάμεις θα πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, ιδίως εκείνα που γίνονται από ομάδες νέων ανθρώπων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε μια μοναδική ευκαιρία με τις τηλεοπτικές άδειες: ζήτησε τεράστια ποσά, αντί ν’ ανοίξει πραγματικά την αγορά σε ομάδες δημοσιογράφων, που είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν ανά την επικράτεια μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, θεσπίζοντας φτηνότερο τίμημα. Αυτή η επιλογή υποδηλώνει έλλειψη ευθυκρισίας (και πολιτικής οξυδέρκειας). Διότι όταν έχεις την πολιτική ηγεμονία, δεν χρειάζεσαι λιβανιστήρι· κι όταν δεν την έχεις, το λιβανιστήρι δεν αρκεί. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να αντιμετωπίσεις τους μεγαλοεκδότες και τους μεγαλοκαναλάρχες είναι δια της αραιώσεως με υγιή στοιχεία (κι ας μην είναι φίλια με τη στενή έννοια).

Τα γράφω αυτά γιατί, όπως επεσήμανε πρόσφατα ο Γιώργος Σταθάκης, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τώρα να επεξεργασθεί ένα «μεγάλο αφήγημα». Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν. Ή εμπιστεύεται την πολυφωνία και τους νέους ανθρώπους ή όχι.  Μέση κατάσταση, κατά το «ολίγον έγκυος»,  δεν υπάρχει.