ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Οι νάρκισσοι της εξουσίας και ο ακροδεξιός Χρυσοχοΐδης

Μικρά παιδιά κλαίνε, μανάδες φωνάζουν, τα ΜΑΤ τους τραβολογούν από έναν άγνωστο τόπο σ” άλλον άγνωστο τόπο. Εξάρχεια, Δερβενίων, πλατεία Βικτωρίας ή Εζάντι. Μικρά προσφυγόπουλα κουβαλούν την ύπαρξή τους σ” ένα μικρό σάκκο και πορεύονται ανάμεσα από σιδερόφρακτα όντα. Μπαλάκι του πινκ πονγκ ανάμεσα στο φόβο και τη βία ο βίος τους. Χημικά, φωνές, ανοιγμένα κεφάλια, συλλήψεις. Ο Κωσταντίνος Φουρλάνος με τη ματωμένη λύρα του και ο Μοχάμεντ με τα 45 χρόνια του κρεμασμένα στο υπόστεγο. Κι αυτός ο άθλιος να εξανίσταται γιατί τον είπαν αυτό που είναι: «ακροδεξιό»!

Ακροδεξιά χαρακτήρισαν την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στους πρόσφυγες τα μέλη της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών(LIBE), του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδης, Μετανάστευσης και Ασύλου Ν. Μηταράκης και ο υφυπουργός Γ. Κουμουτσάκος κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις για τις καταγγελίες σχετικά με τις παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων αλλά και για πυροβολισμούς εναντίον προσφύγων στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Ένας Ισπανός ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση για ακροδεξιά πολιτική και ο Μ. Χρυσοχοΐδης εξανέστη: «είναι απαράδεκτο να μιλάτε για ακροδεξιά. Παρακαλώ πολύ να το πάρετε πίσω», είπε. Το ίδιο και ο Γ. Κουμουτσάκος, υποστήριξε ότι «πρώτη φορά στη ζωή μου κάποιος τολμά να με χαρακτηρίσει ακροδεξιό». Ο Μηταράκης δεν αντέδρασε!

Οι αντιδράσεις των υπουργών της κυβέρνησης παραπέμπουν στην περίφημη «ευαισθησία» των ρατσιστών και των ακροδεξιών, που ενώ ακολουθούν μια ξενοφοβική και πολλές φορές φασιστική πολιτική, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους λέγοντας πως δεν είναι φασίστες!

Όπως γράφει η κοινωνιολόγος Robin DiAngelo στο βιβλίο της «White Fragility: Why It’s So Hard for White People to Talk About Racism», κάποιος διαμαρτύρεται ότι δεν είναι ρατσιστής, ενώ στην πραγματικότητα είναι διαποτισμένος με τη ρατσιστική ιδεολογία που την αποκτά μέσω της κοινωνικοποίησης. Αυτό η συγγραφέας το χαρακτηρίζει «υποκρισία». Γιατί είναι υποκρισία, τα ΜΑΤ με εντολή Χρυσοχοΐδη να πετάνε στο δρόμο οικογένειες προσφύγων με μικρά παιδιά, και ο υπουργός να εξανίσταται όταν τον αποκαλούν ακροδεξιό! Είναι απύθμενη υποκρισία ο Μ. Χρυσοχοΐδης να μιλά για «το νόμο και την τάξη», όπως ο Τραμπ και ο Όρμπαν, αλλά να αρνείται να χαρακτηριστεί ομοϊδεάτης τους, δηλαδή φασίστας. Είναι απίστευτη υποκρισία και εμπαιγμός οι «σερίφηδες» του υπουργού Προστασίας του Πολίτη να δέρνουν, να γυμνώνουν, να εξευτελίζουν, να τραυματίζουν αθώους, να προπηλακίζουν και να φασίζουν, έχοντας την κάλυψή του, και αυτός να εξεγείρεται όταν κάποιος τον αποκαλέσει «ακροδεξιό»! Αλλά γιατί δεν μπορεί να το αποδεχθεί; Ποιος ναρκισσισμός, σαν μελισσόκερο, βουλώνει τα αυτιά και ακυρώνει την ενσυναίσθηση των ανθρώπων της εξουσίας; Μήπως, τελικά, η πολιτική μοιάζει με αντιπαράθεση διαταραγμένων ναρκισσισμών. Αλλά πως φθάσαμε ως εδώ; Γιατί αυτή η υπερεπένδυση στον εαυτό; Και γιατί ο πληθυσμός ακολουθεί αυτούς τους «μεγαλομανιακούς»;

Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη υπήρξε «μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, …προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη…».
Από την πλευρά του ο Κρίστοφερ Λας(1978), αναλύοντας τους κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες, αναφέρει ότι οι τελευταίες δεκαετίες προήγαν την δημιουργία της «κουλτούρας του ναρκισσισμού». Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει να επενδύσει σε τίποτα έξω από τον εαυτό του. Η πολιτική δεν αποτελεί πλέον γι” αυτόν σημείο αναφο­ράς, όπου θα μπορούσε να αφιερωθεί με πάθος και να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Τί απομένει; Η υπερεπένδυση στο Εγώ, η αυτολατρία, η Εγωπάθεια, ο καλοήθης και ο κακοήθης ναρκισσισμός. Εξ ού και η λατρεία της νεότητος και ο τρόμος για το γήρας. Εξ ού και η υπερβολική φροντίδα τού σώματος, η προσπάθεια να διατηρηθεί νέο και ακμαίο, παρά την φυσιολογική φθορά τού χρόνου. Οι ρυτίδες εξαφανίστηκαν. Τα άσπρα μαλλιά επίσης. Ο σύγχρονος νάρκισσος ζει σ” ένα αδιάστατο παρόν αποκομμένος από τις ιστορικές του ρίζες και δίχως προοπτική και μέριμνα για το μέλλον. Αδιαφορεί για οτιδήποτε του κληροδότησε το παρελθόν και για οτιδήποτε θα κληρο­δοτήσει αυτός στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η έλλειψη ιστορικής συνέχειας, η εξά­λειψη της αίσθησης ότι ανήκουμε σε μία «διαδοχή γενεών που είναι ριζωμένες στο παρελθόν και επεκτείνονται στο μέλλον» χαρακτηρίζει και γεννά την ναρκισσιστι­κή κοινωνία, όπως σημειώνει ο Κρίστοφερ Λας. Να ζούμε στο παρόν, μόνο στο παρόν και να καρπωνόμαστε άπλη­στα οτιδήποτε αυτό μας προσφέρει αδιαφορώντας για τους προγενέστερους και τους μεταγενέστερους είναι το σύνθημα της σύγχρονης ναρκισσιστικής κοινωνίας. Ο μετανεωτερικός νάρκισσος άνθρωπος έχει μειωμένη έως παντελώς μηδενισμέ­νη πολιτική συνείδηση, ενώ παρουσιάζει υπερτροφικά αναπτυγμένη καταναλωτική συνείδηση.

Οι νάρκισσοι, λοιπόν, έχουν την βεβαιότητα ότι είναι ξεχωριστοί και μοναδικοί και διατηρούν μια αίσθηση ότι για κάποιο λόγο δικαιούνται να έχουν παράλογες προσδοκίες από τους άλλους, κυρίως σε ότι αφορά μια ειδική αντιμετώπιση/μεταχείριση ή/και μια αυτόματη συμμόρφωση των άλλων προς τις δικές τους απαιτήσεις και προσδοκίες. Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν έλλειψη ενσυναίσθησης, δηλαδή είναι απρόθυμοι ή ανίκανοι να αναγνωρίσουν ή να ταυτιστούν με τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων και να δείξουν κατανόηση. Επίσης, αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσο απομονωμένοι και εγωκεντρικοί είναι. Έτσι, ενώ όλοι ξέρουν ότι είναι ακροδεξιοί, αυτοί το αρνούνται, το αγνοούν, δεν το πιστεύουν… Κι έτσι νάρκισσοι και κουφοί καθώς είναι δεν ακούν τον ήχο των κτιστών που ανεπαισθήτως τους κλείνουν από τον κόσμο έξω, όπως λέει ο Αλεξανδρινός.