ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Οι περιφερειακοί συσχετισμοί, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και ο 19ος αιώνας

 

Η ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν συντελείται εκτός και πέραν των περιφερειακών και των διεθνών αλλαγών. Παρά το γεγονός ότι παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη, οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν, ήδη από την διακυβέρνηση Ομπάμα, να επιβάλλουν την θέλησή της σε σημαντικές περιοχές του πλανήτη. Επικεντρώνουν την προσοχή τους στο Πεκίνο και προσπαθούν να διατηρήσουν την επιρροή τους στις άλλες περιοχές μέσω των σχέσεων τους με ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις, την Γερμανία στον ευρωπαϊκό χώρο, το Ισραήλ, τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία στην Μέση Ανατολή και πρόσφατα την Ινδία στην Νότια Ασία. Η «αποχώρηση» των ΗΠΑ από την άμεση ανάμειξη στις περιοχές αυτές άνοιξε τον δρόμο και σε μη φιλικές ή μη ελεγχόμενες από την Ουάσιγκτον δυνάμεις να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στις περιφερειακές διενέξεις και ισορροπίες, όπως φαίνεται από τα παραδείγματα της Ρωσίας, του Ιράν και της Τουρκίας.

Παράλληλα έχουμε πολύ σημαντικές αλλαγές στην Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αμερικανική εισβολή και κατοχή του Ιράκ και οι αραβικές εξεγέρσεις διέλυσαν ή αποδυνάμωσαν κράτη που έπαιζαν κομβικό ρόλο στις περιφερειακές ισορροπίες, όπως –πέρα από το Ιράκ – την Συρία, την Λιβύη και την Αίγυπτο. Η συμφωνία Ισραήλ- Εμιράτων και η άρνηση του Αραβικού Συνδέσμου να την καταδικάσει έβαλε τέλος στην αραβο-ισραηλινή διαμάχη ως διένεξη μεταξύ κρατών. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η άνοδος των μοναρχιών του Κόλπου ως βασικών παικτών στο αραβικό σύστημα ισχύος φέρνει την κυριαρχία των Αράβων της ερήμου επί των Αράβων στα μεσογειακά παράλια.

Η πρώτη περίοδος μετά τις αραβικές εξεγέρσεις διαμόρφωσε ένα θετικό περιβάλλον για την τουρκική επιρροή στην Μέση Ανατολή και ανάγκασε το Ιράν να επέμβει άμεσα στους εμφύλιους της Συρίας και του Ιράκ. Η δεύτερη περίοδος, μετά δηλαδή το 2018, οδήγησε στην στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας σε δύο μέτωπα, της βόρειας Συρίας και του βορείου Ιράκ. Αν και στην περίπτωση της Συρίας, η Τουρκία είχε σημαντικά εδαφικά και επιχειρησιακά κέρδη εναντίον των Κούρδων, στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή, με την εξαίρεση του Κατάρ και της κυβέρνησης της Τρίπολης στη Λιβύη, η επιρροή έχει μειωθεί κατακόρυφα. Χώρες που απέφευγαν να μιλήσουν ανοικτά εναντίον των τουρκικών ηγεμονικών σχεδίων, όπως η Ιορδανία, σήμερα επικρίνουν δημόσια τα σχέδια της Άγκυρας στην Συρία, την Λιβύη, το Ιράκ αλλά και τον Λίβανο. Μάλιστα έμπειροι αναλυτές όπως ο David Hearst θεωρούν ότι η στενή συνεργασία Ισραήλ με τα Εμιράτα έχει στόχο την Τουρκία περισσότερο παρά το Ιράν.

Εδώ βέβαια πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός. Η Ουάσιγκτον δεν θα επέτρεπε ποτέ έναν πραγματικό ανταγωνισμό ή μια αναμέτρηση μεταξύ του Ισραήλ και των μοναρχιών του Κόλπου από την μια πλευρά και της Τουρκίας, από την άλλη. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σπρώξει την Άγκυρα στην αγκαλιά της Μόσχας. Ούτε οι ΗΠΑ ούτε το ΝΑΤΟ έχουν τρόπο ή σχέδιο να αντικαταστήσουν την Τουρκία. Η Τουρκία είναι αναντικατάστατη για αυτό που ονομάζουμε Δύση.  Όπως επίσης η τουρκική οικονομία είναι πολύ μεγάλη και οι ξένες επενδύσεις που έχουν τοποθετηθεί σε αυτήν είναι τεράστιες για να επιτραπεί από τα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα η κατάρρευσή της.

Η Τουρκία του Ερντογάν απαντά στις συσσωματώσεις αυτές με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η ανάληψη της ιδεολογικής ηγεσίας των απανταχού σουνιτικών μουσουλμανικών κοινωνιών, εκτείνοντας την επιρροή του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ από την Ινδονησία ως την Νιγηρία. Κινήσεις όπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τέμενος, η υποδοχή της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη και η υποστήριξη των σουνιτών του Λιβάνου μετά την καταστροφική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού εντάσσονται σε αυτήν την στρατηγική. Ο δεύτερος τρόπος απάντησης είναι η διεκδίκηση ηγεμονικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την αποδυνάμωση της Αιγύπτου και την κατάρρευση της Συρίας και της Λιβύης. Με άλλα λόγια η Άγκυρα θέλει κάθε κίνηση οικονομική/ενεργειακή ή πολιτική που λαμβάνει χώρα στην περιοχή αυτή να έχει την έγκρισή της και την λεόντειο συμμετοχή της. Για να το πετύχει θα πρέπει να μετατρέψει την Κυπριακή Δημοκρατία σε ένα είδος «υποτελούς κράτους» (στον 18ο και 19ο αιώνα τα ονόμαζαν φόρου υποτελές στον Σουλτάνο) και να περιορίσει την Ελλάδα στο «μικρό Αιγαίο» δηλαδή δυτικά του Καστελόριζου και βόρεια της Κρήτης. Τόσο οι ελληνικές όσο και οι κυπριακές ελίτ «έπαιξαν» άθελά τους στο παιχνίδι αυτό με το κυνήγι του ενεργειακού Ελ Ντοράντο και του οικονομικά ανέφικτου αγωγού EastMed δίνοντας το «πάτημα» που αναζητούσε η Τουρκία για να επέμβει στην περιοχή.

Μέχρι την κρίση των Ιμίων η ελληνοτουρκικές διαφορές δεν επιλύονταν αλλά διαιτητεύονταν από την Ουάσιγκτον σε μια τριγωνική σχέση Αθήνας-Ουάσιγκτον-Άγκυρας όπου οι δύο γείτονες προσπαθούσαν με διάφορα μέσα να κερδίσουν την εύνοια της υπερδύναμης και να εκμεταλλευτούν τους νατοϊκούς μηχανισμούς προς όφελός τους. Η ευνοϊκή και αναντικατάστατη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας έκανε την προσπάθεια αυτή ιδιαίτερα δύσκολη για την Αθήνα. Στα τέλη της δεκαετίας  του 1990 η Ελλάδα άλλαξε στρατηγική και θέλησε να μετατρέψει τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό σε ζητήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η είσοδος της Κύπρου στην Ε.Ε. και η συμφωνία στη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι, το 1999, άνοιξε τον δρόμο για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ώστε, όπως ήλπιζε η ελληνική ελίτ, να «κοινωνικοποιηθεί» η χώρα αυτή εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου και να επιλυθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές στα πλαίσια των διεθνών κανόνων. Η απροθυμία των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών να προωθήσουν την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και η επιμονή της Άγκυρας να επιτύχει μια à la carte συμμόρφωση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες έθεσε σε αχρηστία την ελληνική στρατηγική για ευρωπαϊκή «εξημέρωση» της Τουρκίας.

Μετά την περιπλάνησή της μεταξύ Τελ Αβίβ και Καΐρου η ελληνική στρατηγική αποτροπής των τουρκικών ηγεμονικών σχεδίων βρίσκεται μπροστά σε δύο βασικές επιλογές. Η μία είναι να ξαναγυρίσει στον 19ο αιώνα και να επιλέξει μια ή δύο προστάτιδες δυνάμεις που θα αναλάβουν την προστασία της έναντι του τουρκικού (τότε οθωμανικού) κινδύνου, φυσικά με το αζημίωτο, παραχωρώντας τον εξοπλισμό και γιατί όχι και την οργάνωση της ελληνικής άμυνας. Στην περίπτωση αυτή, η αγορά όπλων (πλοίων, αεροπλάνων κλπ) δεν έχει καμία σχέση με την απόκρουση της σημερινής απειλής αφού τα οπλικά αυτά συστήματα, ακόμη κι αν τα παραλαμβάναμε αύριο θα χρειάζονταν περί τα δύο χρόνια για να είναι έτοιμα επιχειρησιακά. Προφανώς δεν προβαίνουμε στην αγορά για να αντιμετωπίσουμε τον τουρκικό ηγεμονισμό αλλά για να εξαγοράσουμε μια αμφίβολη προστασία, μιας και η Γαλλία του σήμερα δεν είναι η Γαλλία του 1897.

Η άλλη επιλογή έχει δύο σκέλη. Το πρώτο είναι να μετατρέψουμε την ελληνοτουρκική διαφορά σε ευρωτουρκική  με μεθοδική και συνεχή διασύνδεση του θέματος των κυρώσεων εναντίον της τουρκικής συμπεριφοράς με θέματα ζωτικού συμφέροντος άλλων εταίρων, παιχνίδι σύνηθες στην ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση. Το δεύτερο είναι να συγκροτήσουμε βαλκανικές συμμαχίες απέναντι στον τουρκικό ηγεμονισμό. Δεν είναι εύκολο έργο αλλά η Συμφωνία των Πρεσπών έχει ανοίξει δρόμους. Τέλος η αμυντική μας θωράκιση πρέπει να γίνει με όρους ανάπτυξης εγχώριας έρευνας και παραγωγής ώστε να μην πληρώσουμε πάλι προστασία στην επόμενη κρίση.
Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr