ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Οι τάσεις, οι ιδεολογικές «στάσεις» και τα ρεύματα ιδεών

Η δημοσίευση του διακηρυκτικού κειμένου της Ριζοσπαστικής Εναλλακτικής Ενότητας (ΡΕΝΕ) – Ρεύμα ιδεών, τις προηγούμενες ημέρες, προκάλεσε αρκετή «σκόνη». Αρκετοί -και αναφέρομαι πάντα στους καλοπροαίρετους συντρόφους- εξέλαβαν τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία με σκεπτικισμό, με αφορμή τη χρονική συγκυρία εντός της οποίας εκδηλώθηκε.

Αρχικά το κείμενο εκφράζει την ανάγκη υπέρβασης των τάσεων, όχι αποκαθηλώνοντας το έργο και τη λειτουργία τους μέχρι τώρα, αλλά αναφέροντας ότι η εξέλιξη και η κατάληξη των τάσεων λίγο μοιάζει πλέον με τον ρόλο που οφείλουν να επιτελούν, ακόμα και στο πλαίσιο των καταστατικών ρυθμίσεων του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Iστορικά θεσμοποιημένες ή μη, τάσεις εντός των κομμάτων υπάρχουν κυρίως στα κόμματα εκείνα που προέκυψαν ως συνεύρεση παλαιότερων διακριτών ιδεολογικών και πολιτικών τάσεων, κινήσεων και κινημάτων. Όποια μορφή και έκταση κι αν πάρει η αναγνώριση των τάσεων στο κόμμα, θα πρέπει να προηγηθεί η εθιμική τους αναγνώριση. Η τελευταία θα πρέπει εκτός των άλλων να είναι πρακτικά το αποτέλεσμα ανοχής που επιδεικνύει μια ισχυρή και ώριμη πολιτική ηγεσία.

Σε κάθε περίπτωση όμως η θεσμική αναγνώριση των τάσεων δεν πρέπει να ξεπερνά το επίπεδο της διακριτής και οργανωμένης διακίνησης ιδεών και απόψεων. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί η αναγνώριση των τάσεων να σημαίνει, για παράδειγμα, την αναλογική εκπροσώπηση στα κομματικά όργανα ή στην Κοινοβουλευτική Ομάδα κ.λπ. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε την επίσπευση της φθίνουσας πορείας του κομματικού θεσμού και έμμεση υπονόμευση της δημοκρατίας εντός του κόμματος.

Ο ορατός αυτός κίνδυνος, κατά την άποψή μου, κάνει επιτακτική την ανάγκη μετάβασης στο «ρεύμα ιδεών», που εξασφαλίζει την ανοιχτή συμμετοχή και τον δημοκρατικό διάλογο, τον πλουραλισμό των απόψεων, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και την προώθηση του κοινού πολιτικού σχεδίου, χωρίς προαπαιτούμενες ομαδοποιήσεις και εκπροσωπήσεις, με βάση πάντα τις πλειοψηφικές aποφάσεις. Δεν γνωρίζω άλλο τρόπο για να επιτευχθεί η διεύρυνση από τη συμμετοχή και αυτή συχνά-πυκνά σκοντάφτει στην «τασική λειτουργία».

Ας δούμε όμως την κριτική που ασκείται πιο προσεκτικά: Αρχικά σε σχέση με το momentum, τη συγκυρία. Κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι η πρωτοβουλία για το νέο ρεύμα δεν εκδηλώνεται στην παραμονή κάποιας, έστω προσυνεδριακής, διαδικασίας. Το περιβάλλον είναι εξαιρετικά αχαρτογράφητο, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις είναι απροσδιόριστες, συνεπώς μια τέτοια κριτική είναι τουλάχιστον έωλη.

Έπειτα είναι και η «χειμαζόμενη κοινωνία που δεν αντέχει άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις». Ακόμα και να παραβλέψει κανείς την ελιτίστικη αυτή προσέγγιση (άρα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία επαίρεται ότι έχει αποκτήσει μέσα στα λίγα χρόνια ύπαρξής του τέτοια ιδεολογική επάρκεια, που δεν αντέχει άλλες αναζητήσεις;), αξίζει να σημειωθεί ότι μάλλον τώρα περισσότερο από ποτέ, με την κρίση που παρουσιάζει το κομματικό φαινόμενο, η συζήτηση για παράδειγμα για το μοντέλο του κόμματος, για τη δημοκρατική του λειτουργία, για τη συμμετοχή, για τη νεολαία κ.λπ. φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα αριστερά κόμματα σε όλο τον πλανήτη βρίσκονται σε υπαρξιακή κρίση και οφείλουν να αναζητήσουν τρόπους διείσδυσης στην κοινωνία; Πότε συζήτησαν σοβαρά τα αριστερά κόμματα για την 4η βιομηχανική επανάσταση, για την κλιματική αλλαγή, για την κρίση αντιπροσώπευσης, για την κομματική νεολαία, για το precariatο; Αλήθεια πόσες Κεντρικές Επιτροπές έχουν γίνει για τόσο σοβαρές και επίκαιρες θεματικές συζητήσεις και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η επεξεργασία των ζητημάτων αυτών στα τμήματα του κόμματος; Πόση συζήτηση έγινε ακόμα και για την πανδημία ως αποτέλεσμα της κλιματικής κρίσης, που αναδεικνύει τελικά τη μόνιμη και μάταιη αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης να επικρατήσει επί της φύσης με κάθε κόστος;

Είναι άραγε «προσεγγίσεις πολυτελείας» οι συγκεκριμένες αναζητήσεις ή θεμελιώδη ζητήματα, που έπρεπε να απασχολούν και τις οργανώσεις και τα τμήματα του κόμματος, ως βασικούς μοχλούς παραγωγής πολιτικής; Μπορεί άραγε να υπάρξει προγραμματική πρόταση αν δεν υπάρχει στοιχειώδης συζήτηση για τα ζητήματα αυτά;

Τελικά τι έχουμε περισσότερο ανάγκη στην παρούσα φάση; Μια «αμήχανη λειτουργία», που δυστυχώς πολλές φορές πέφτει θύμα του ατομικισμού και της ιδιοτέλειας, ή έναν νέο οργασμό συζητήσεων και προβληματισμού για την απάντηση της Αριστεράς στη νέα εποχή, που φυσικά θα καταλήγει και στην εναλλακτική προγραμματική πρόταση διακυβέρνησης;

Η κοινωνική γείωση επιτυγχάνεται με την «ιδεολογική ηγεμονία» που διαχέεται στην κοινωνία και όχι με μια μεσσιανική αντίληψη κλειστών ομάδων που αναπαράγουν τελικά αυταπόδεικτες (μόνο για τις ίδιες τελικά) αλήθειες.

Για να οριοθετήσουμε λοιπόν τον δομικό προβληματισμό που αναπτύσσει το κείμενο, θεωρούμε ότι η Αριστερά οφείλει να ξεκινήσει από την αρχή. Προσοχή, όχι να επικαιροποιήσει τις αναλύσεις του προηγούμενου αιώνα, αλλά να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά εργαλεία και να αναζητήσει νέα για να απαντήσει στα χιλιάδες ερωτήματα. Και αυτό αφορά και τα ρεύματα και τις τάσεις που αναπτύσσονται εντός του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Ενα «ρεύμα ιδεών» οφείλει να αναπτύσσει προβληματισμούς εντός ενός κόμματος. Να αναδεικνύει την ανάγκη για επεξεργασίες στα μικρά και καθημερινά αλλά και στα ωραία και στα μεγάλα. Οχι ως «σκακιστική λέσχη» αλλά ως αρμός, που θα μπολιάζει το κόμμα και την κοινωνία με τα επίδικα του παρόντος και του μέλλοντος. Αλλιώς το ιδεολογικό «κομφούζιο» που προκύπτει, μετά και τις πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ, νομοτελειακά θα οδηγήσει το κομματικό φαινόμενο σε απαξίωση και υποχώρηση. Όχι στις τάσεις λοιπόν εκείνες που καταλήγουν σε ιδεολογικές «στάσεις».

Μέλος Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία