ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Ο κόσμος της εφικτής ουτοπίας

 

«Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;» αναρωτιόταν ο Νίκος Καρούζος στο αριστουργηματικό του ποίημα «Νεολιθική Νυκτωδία στην Κρονστάνδη», ένα πραγματικό θρηνητικό θρίαμβο της ποίησης για την τραγωδία και το αντιφατικό μεγαλείο της Ιστορίας, δηλαδή την τραγωδία και το αντιφατικό μεγαλείο της ανθρώπινης κατάστασης. Και λίγο παρακάτω ο μεγάλος αυτός ποιητής μας έδινε την απάντηση με τον ιδιοφυή τρόπο του, που άφηνε το ερώτημα να πλανάται ως εκκρεμής ελπίδα, αλλά και σπάθη: «Αχ καημένε, τα τσιγάρα μονάχα να δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα».

Ιδού λοιπόν, σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες που περνάμε, πως για μια ακόμα φορά το ποίημα παρουσιάζεται ως επιχείρημα που φτάνει στον πυρήνα των πραγμάτων. Όχι για να δώσει την έτοιμη λύση, τη μασημένη τροφή, αλλά για να αναδείξει το τραύμα της αδυναμίας, το θνητό της αθανασίας, το πεπερασμένο των αριθμήσεων μπροστά στο αναρίθμητο του αριθμού, μπροστά στο ακαταμέτρητο της άπειρης ζώσας ύλης. Αποδεικνύοντας, δηλαδή, κάθε φορά από την αρχή, το απείρως διατυπωμένο (και κάθε φορά καινούργιο), πως δύνασαι να αριθμήσεις τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους, αλλά όχι τη ζωή ή τον θάνατο. Γιατί ούτε η ζωή ζει, ούτε ο θάνατος πεθαίνει. Απλώς υπάρχουν απείρως μέσα σε κάθε πλάσμα. Δεν γίνεται να αφαιρέσεις άπειρο από το άπειρο ούτε να προσθέσεις. Επομένως αποτελούν ματαιόφρονα αγριότητα οι διαχωρισμοί και οι θανατώσεις που επιβάλλει η τερατώδης ισχύς. Μια ριζική ήττα επειδή είναι η προσπάθεια κατίσχυσης της μόνης ανέφικτης ουτοπίας, σε ένα κόσμο που είναι ακριβώς ο άπειρος χώρος της εφικτής ουτοπίας.

Ιδού το ποίημα που σε μέρες πάνδημης απειλής εμφανίζεται ως επιχείρημα που παραμερίζει συφοριασμένες δηλώσεις αγριότητας για να φωτίσει εκθαμβωτικά το μέγα λάθος στο οποίο στηρίζεται όλη η σημερινή απάνθρωπη λογική που έχει επιβάλει η βαρβαρότητα του παγκόσμιου (και καθ’ ημάς) συστήματος οικονομίας. Το οποίο βεβαίως στηρίζεται μόνο στα μετρήσιμα μεγέθη, σε μια απόλυτη στρέβλωση του οικονομείν. Και ας δίδασκε με πάθος ο λαμπρός Τζον Ντιούι πως «σκοπός της οικονομίας δεν είναι η παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά η παραγωγή ελεύθερων ανθρώπων». Ακριβής σαν ποιητής ο μέγας παιδαγωγός.

Διότι ναι! Ποιος μπορεί να αριθμήσει την ελευθερία; Ποιος μπορεί να αριθμήσει την αγωνία των ανθρώπων όταν την χάνουν από μύριες όσες τραγωδίες. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους πρόσφυγες, όχι όμως τον τρόμο. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους πεινασμένους, όχι όμως την πείνα. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους αποθηριωμένους φασίστες, όχι όμως τον φασισμό. Και τόσα, μα τόσα άλλα.

Ήρθε ένας ιός, η αιχμή ενός θανατηφόρου βέλους, για να καταδείξει την τραγική αθλιότητα και το πελώριο ψεύδος των αριθμήσεων που ταλανίζουν τη ζωή πάνω στον πλανήτη. Όλη τη ζωή, όχι τον αριθμό των πληθυσμών. Γιατί, βέβαια, μπορείς ν’ αριθμήσεις τους αρρώστους και τους νεκρούς, αλλά όχι, επαναλαμβάνω, τον θάνατο. Τους γιατρούς, το προσωπικό, τα υλικά, τα κτήρια, τα λεφτά που χρειάζονται, αλλά όχι και την υγεία. Ούτε το δικαίωμα στην υγεία επομένως, αλλά και στα άλλα θεμελιώδη δικαιώματα που γεννηθήκαμε για να ζήσουμε μ’ αυτά κι όχι για να τα αρπάζουν και να τα πωλούν οι άθλιοι, οι ολίγιστοι και οι γελοίοι των μετρήσεων. Ένας ιός που σκοπεύει ευθύβολα τους πάντες, δείχνει την παράκρουση των αριθμήσεων, την τερατώδη στρεβλότητα των αριθμών, που επικαλούνται αυτοί οι συφοριασμένοι της παγκόσμιας εκατόμβης. Οι φριχτοί εκατόγχειρες του κέρδους.

Δεν υπάρχει (λέει ο ιός, τη στιγμή που σκοτώνει) άλλο κέρδος εκτός από τον άνθρωπο. Αυτό είναι το σκοτεινό ποίημα (αλλά και το απολύτως ακριβές) που φέρνει μπροστά στα μάτια μας η κατασπατάληση, επί έτη και έτη, των αθώων από τους αριθμομνήμονες του καθολικού εγκλήματος. Είναι σκληρό ποίημα, αλλά ποιος είπε ότι η ποίηση προσφέρεται για γλυκασμούς…

Ακριβώς επειδή μήτε την ποίηση μπορείς να την αριθμήσεις. Όπως δεν μπορείς να χορτάσεις έναν πεινασμένο με τη λέξη ψωμί. Μπορείς όμως να κάνεις χιλιάδες άλλα πράγματα έχοντας συνειδητοποιήσει αυτό που λέει ο Γιάννης Ρίτσος: «Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί». Μπορεί να είναι ανέφικτο να πάρεις όλους τους ικέτες στο σπίτι σου (αν και στο κοινό μας σπίτι βρίσκονται), όπως ουρλιάζουν τα ενεργούμενα των φασιστικών αριθμήσεων, μπορείς όμως να πεις μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο «Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου». Το χέρι που δεν μπορούμε σήμερα να δώσουμε γιατί καραδοκεί ο θάνατος. Όμως αυτό ακριβώς είναι η κόλαση. Η λέξη χωρίς λόγο. Η ζωή χωρίς αγγίγματα. Μια ζωή χωρίς χειρονομημένες λέξεις. Η ζωή χωρίς τον αναρίθμητο Άλλο. Αυτή είναι η νεολιθική νυκτωδία που απεργάζονται τα τέρατα για μας.

 

«Μπορείς όμως να κόψεις ένα τριαντάφυλλο απ’ τη λέξη τριανταφυλλιά;» αναρωτιόταν ο Νίκος Καρούζος στο αριστουργηματικό του ποίημα «Νεολιθική Νυκτωδία στην Κρονστάνδη», ένα πραγματικό θρηνητικό θρίαμβο της ποίησης για την τραγωδία και το αντιφατικό μεγαλείο της Ιστορίας, δηλαδή την τραγωδία και το αντιφατικό μεγαλείο της ανθρώπινης κατάστασης. Και λίγο παρακάτω ο μεγάλος αυτός ποιητής μας έδινε την απάντηση με τον ιδιοφυή τρόπο του, που άφηνε το ερώτημα να πλανάται ως εκκρεμής ελπίδα, αλλά και σπάθη: «Αχ καημένε, τα τσιγάρα μονάχα να δύνασαι ν’ αριθμήσεις, όχι το κάπνισμα».

Ιδού λοιπόν, σ’ αυτές τις δύσκολες μέρες που περνάμε, πως για μια ακόμα φορά το ποίημα παρουσιάζεται ως επιχείρημα που φτάνει στον πυρήνα των πραγμάτων. Όχι για να δώσει την έτοιμη λύση, τη μασημένη τροφή, αλλά για να αναδείξει το τραύμα της αδυναμίας, το θνητό της αθανασίας, το πεπερασμένο των αριθμήσεων μπροστά στο αναρίθμητο του αριθμού, μπροστά στο ακαταμέτρητο της άπειρης ζώσας ύλης. Αποδεικνύοντας, δηλαδή, κάθε φορά από την αρχή, το απείρως διατυπωμένο (και κάθε φορά καινούργιο), πως δύνασαι να αριθμήσεις τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους, αλλά όχι τη ζωή ή τον θάνατο. Γιατί ούτε η ζωή ζει, ούτε ο θάνατος πεθαίνει. Απλώς υπάρχουν απείρως μέσα σε κάθε πλάσμα. Δεν γίνεται να αφαιρέσεις άπειρο από το άπειρο ούτε να προσθέσεις. Επομένως αποτελούν ματαιόφρονα αγριότητα οι διαχωρισμοί και οι θανατώσεις που επιβάλλει η τερατώδης ισχύς. Μια ριζική ήττα επειδή είναι η προσπάθεια κατίσχυσης της μόνης ανέφικτης ουτοπίας, σε ένα κόσμο που είναι ακριβώς ο άπειρος χώρος της εφικτής ουτοπίας.

Ιδού το ποίημα που σε μέρες πάνδημης απειλής εμφανίζεται ως επιχείρημα που παραμερίζει συφοριασμένες δηλώσεις αγριότητας για να φωτίσει εκθαμβωτικά το μέγα λάθος στο οποίο στηρίζεται όλη η σημερινή απάνθρωπη λογική που έχει επιβάλει η βαρβαρότητα του παγκόσμιου (και καθ’ ημάς) συστήματος οικονομίας. Το οποίο βεβαίως στηρίζεται μόνο στα μετρήσιμα μεγέθη, σε μια απόλυτη στρέβλωση του οικονομείν. Και ας δίδασκε με πάθος ο λαμπρός Τζον Ντιούι πως «σκοπός της οικονομίας δεν είναι η παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά η παραγωγή ελεύθερων ανθρώπων». Ακριβής σαν ποιητής ο μέγας παιδαγωγός.

Διότι ναι! Ποιος μπορεί να αριθμήσει την ελευθερία; Ποιος μπορεί να αριθμήσει την αγωνία των ανθρώπων όταν την χάνουν από μύριες όσες τραγωδίες. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους πρόσφυγες, όχι όμως τον τρόμο. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους πεινασμένους, όχι όμως την πείνα. Μπορείς ν’ αριθμήσεις τους αποθηριωμένους φασίστες, όχι όμως τον φασισμό. Και τόσα, μα τόσα άλλα.

Ήρθε ένας ιός, η αιχμή ενός θανατηφόρου βέλους, για να καταδείξει την τραγική αθλιότητα και το πελώριο ψεύδος των αριθμήσεων που ταλανίζουν τη ζωή πάνω στον πλανήτη. Όλη τη ζωή, όχι τον αριθμό των πληθυσμών. Γιατί, βέβαια, μπορείς ν’ αριθμήσεις τους αρρώστους και τους νεκρούς, αλλά όχι, επαναλαμβάνω, τον θάνατο. Τους γιατρούς, το προσωπικό, τα υλικά, τα κτήρια, τα λεφτά που χρειάζονται, αλλά όχι και την υγεία. Ούτε το δικαίωμα στην υγεία επομένως, αλλά και στα άλλα θεμελιώδη δικαιώματα που γεννηθήκαμε για να ζήσουμε μ’ αυτά κι όχι για να τα αρπάζουν και να τα πωλούν οι άθλιοι, οι ολίγιστοι και οι γελοίοι των μετρήσεων. Ένας ιός που σκοπεύει ευθύβολα τους πάντες, δείχνει την παράκρουση των αριθμήσεων, την τερατώδη στρεβλότητα των αριθμών, που επικαλούνται αυτοί οι συφοριασμένοι της παγκόσμιας εκατόμβης. Οι φριχτοί εκατόγχειρες του κέρδους.

Δεν υπάρχει (λέει ο ιός, τη στιγμή που σκοτώνει) άλλο κέρδος εκτός από τον άνθρωπο. Αυτό είναι το σκοτεινό ποίημα (αλλά και το απολύτως ακριβές) που φέρνει μπροστά στα μάτια μας η κατασπατάληση, επί έτη και έτη, των αθώων από τους αριθμομνήμονες του καθολικού εγκλήματος. Είναι σκληρό ποίημα, αλλά ποιος είπε ότι η ποίηση προσφέρεται για γλυκασμούς…

Ακριβώς επειδή μήτε την ποίηση μπορείς να την αριθμήσεις. Όπως δεν μπορείς να χορτάσεις έναν πεινασμένο με τη λέξη ψωμί. Μπορείς όμως να κάνεις χιλιάδες άλλα πράγματα έχοντας συνειδητοποιήσει αυτό που λέει ο Γιάννης Ρίτσος: «Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί». Μπορεί να είναι ανέφικτο να πάρεις όλους τους ικέτες στο σπίτι σου (αν και στο κοινό μας σπίτι βρίσκονται), όπως ουρλιάζουν τα ενεργούμενα των φασιστικών αριθμήσεων, μπορείς όμως να πεις μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο «Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου». Το χέρι που δεν μπορούμε σήμερα να δώσουμε γιατί καραδοκεί ο θάνατος. Όμως αυτό ακριβώς είναι η κόλαση. Η λέξη χωρίς λόγο. Η ζωή χωρίς αγγίγματα. Μια ζωή χωρίς χειρονομημένες λέξεις. Η ζωή χωρίς τον αναρίθμητο Άλλο. Αυτή είναι η νεολιθική νυκτωδία που απεργάζονται τα τέρατα για μας.