ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Πόλεμος και ηθική

Οταν το 2003 οι ΗΠΑ κήρυξαν χωρίς απόφαση του ΟΗΕ τον πόλεμο κατά του Ιράκ, όσοι τότε ήμασταν στην Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς (ΑΕΚΑ) βρεθήκαμε μπροστά στο εξής πρόβλημα: πώς θα καταδικάσουμε το μείζον γεγονός που ήταν ο πόλεμος, χωρίς ταυτοχρόνως να αφήσουμε στο απυρόβλητο τον Σαντάμ Χουσεΐν. Επιλέξαμε να κατέβουμε στη μεγάλη αντιπολεμική διαδήλωση με πανό και συνθήματα «Οχι στον Πόλεμο, όχι στον Σαντάμ».

Πολλοί τότε μας έλεγαν ότι τηρούμε ίσες αποστάσεις, ότι είμαστε «ναι μεν αλλά», ότι συμψηφίζαμε τις ευθύνες. Τους απαντούσαμε ότι δεν σχετικοποιούμε τίποτε, ούτε συμψηφίζουμε, είμαστε καθαρά κατά του πολέμου και ταυτοχρόνως δεν θεωρούμε ηθικό από μέρους μας να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τις ευθύνες του ιρακινού δικτάτορα για την εισβολή στο Κουβέιτ και την καταπίεση σιιτών και Κούρδων. Το ίδιο δίλημμα είχαμε νωρίτερα, όταν βομβάρδιζαν το Βελιγράδι ενώ είχε προηγηθεί ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας. Τότε μας ζητούσαν να μη μιλάμε για τις ευθύνες Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς και Μλάντιτς.

Ενα τρίτο παράδειγμα που πονάει. Καταγγέλλουμε και πολύ σωστά την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. Ελάχιστοι, όμως, έχουν το θάρρος να υπενθυμίσουν τις μεγάλες ευθύνες της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς, που δεν περιορίζονται στο πραξικόπημα της χούντας το 1974, αλλά περιλαμβάνουν και την άφρονα συμπεριφορά απέναντι στους Τουρκοκύπριους από το 1963. Οσοι το κάναμε, κατηγορηθήκαμε ότι δίνουμε επιχειρήματα στην Τουρκία και σχετικοποιούμε την εισβολή. Κατά τα άλλα, βέβαια, «εθνικόν το αληθές», αρκεί να γίνουμε όλοι λωτοφάγοι.

Τα υπενθυμίζω αυτά για εκείνους που ενώ στις παραπάνω περιπτώσεις ορθώς επέμεναν στην προβολή του συνολικού παζλ, τώρα αρνούνται πεισματικά να το σχηματίσουν και κατηγορούν όσους σκάβουν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων ως ανεκτικούς προς τον Πούτιν. Προτείνω να αποφύγουμε την ερμηνεία των γεγονότων με βάση την ψυχική κατάσταση του Πούτιν και να αναζητήσουμε τη μεγάλη εικόνα. Η Δύση επειγόμενη για την επανενοποίηση της Γερμανίας, υποσχέθηκε στον Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί «ούτε ίντσα προς Ανατολάς».

Αξιοποιώντας την περίοδο Γέλτσιν και την αποδυνάμωση της Ρωσίας, άρχισε την επέκταση και περικύκλωση της τελευταίας, εγκαταλείποντας την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης, η οποία θα συμπεριελάμβανε τη Ρωσία. Το δόγμα ότι ουδείς μπορεί να μεριμνά για τη δική του ασφάλεια αγνοώντας την ασφάλεια του άλλου παραβιάστηκε στην Ευρώπη από αυτούς που στην Αμερική υπεραμύνονται επί δύο αιώνες του Δόγματος Μονρόε.

Στην ίδια τη νοτιοανατολική Ουκρανία επί 8 χρόνια διεξάγεται σκληρός εμφύλιος πόλεμος που περνούσε απαρατήρητος κάτω από τα ραντάρ της επιλεκτικής ευαισθησίας μας. Το 2015 με τη Συμφωνία του Μινσκ 2 συμφωνήθηκε να δοθεί εκτεταμένη αυτονομία στην περιοχή του Ντονμπάς. Η συμφωνία ουδέποτε υλοποιήθηκε από την ουκρανική πλευρά, η οποία επιπροσθέτως ενέγραψε στο Σύνταγμά της την προοπτική ένταξης στο ΝΑΤΟ εντείνοντας τους φόβους της Ρωσίας. Ολα αυτά συνέβησαν και βάρυναν στην απόφαση του Πούτιν να προχωρήσει στην εισβολή και αποτελεί στρουθοκαμηλισμό να τα αγνοούμε.

Σημαίνει αυτό αιτιολόγηση της εισβολής; Σε καμία περίπτωση. Η καταδίκη της ρωσικής εισβολής είναι απόλυτη. Και αυτό γιατί η αντίδραση του Πούτιν –παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και της κυριαρχίας μιας ανεξάρτητης χώρας και κυρίως ο γενικευμένος πόλεμος, με τον απέραντο πόνο που προξενεί– στερείται κάθε αναλογικότητας. Επίσης παρότι η απολυτοποίηση του παράγοντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις γεωπολιτικές αναμετρήσεις δεν ενδείκνυται γιατί οδηγεί σε αποθέωση της υποκρισίας, το ύφος, το ήθος και η ουσία του αντιδημοκρατικού καθεστώτος Πούτιν αρκούν για να προκαλούν αυτόματη απέχθεια.

Αρα, στοχευμένες αυστηρές κυρώσεις είναι απαραίτητες, όχι όμως ως εκδικητική ανταπόδοση όπως την αντιλαμβάνονται οι ηγεσίες πολλών χωρών στην Ευρώπη, αλλά ως πίεση για την επιστροφή στη διπλωματία και την ειρήνη. Κατά συνέπεια, κάθε προσπάθεια για μεσολάβηση απ’ όπου κι αν προέρχεται είναι ευπρόσδεκτη. Και μένει μετέωρη η δυσανεξία των ελληνικών ΜΜΕ απέναντι στην κινητικότητα του Ερντογάν. Η Τουρκία, παρά τις λοιδορίες περί «επιτήδειου ουδετέρου», ασκεί πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και αν η σύγκρουση δεν γενικευτεί –οπότε θα συνταχθεί ολοκληρωτικά με τη Δύση– θα βγει ωφελημένη και ισχυρότερη ως ενεργό μέρος της λύσης.

Αντιθέτως, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη άλλαξε εν μιά νυκτί το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής και κατέστη οικειοθελώς μέρος του προβλήματος με την υψηλού συμβολισμού ενέργεια της αποστολής οπλισμού στην Ουκρανία. Διάβασε λάθος τις ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από τη γεωγραφική θέση της χώρας, το βάθος των σχέσεων με τη Ρωσία, που διατηρήθηκαν ακόμα και στο απόγειο του ψυχρού πολέμου, δεν έκανε την απλή πρόβλεψη ότι οι 100.000 ομογενείς μάλλον θα ζήσουν σε περιοχή ελεγχόμενη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από τους Ρώσους.

Ουδείς ζήτησε από τον πρωθυπουργό να απαρνηθεί τις συμμαχικές υποχρεώσεις της χώρας. Να μη συνταχθεί με το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. στην καταδίκη της εισβολής ή να διαφοροποιηθεί στις κυρώσεις, παρότι κάποιες από αυτές είναι τελείως αντίθετες προς το φιλελεύθερο δημοκρατικό ευρωπαϊκό πνεύμα, όπως η απαγόρευση του Russia Today και του Σπούτνικ και το πολιτιστικό εμπάργκο.

Ομως γιατί έπρεπε να κηρύξει περιχαρής τη χώρα «προωθημένο φυλάκιο της Δύσης» και να στείλει καλάσνικοφ; Γιατί δεν προσπάθησε να διαμορφώσει με δικές του παρεμβάσεις ένα κλίμα που θα απέτρεπε την τηλεοπτική αντιρωσική υστερία; Γιατί έπρεπε να κάνει θρύψαλα τις ελληνορωσικές σχέσεις; Επειδή οι εταίροι μας θα μας ανταμείψουν και θα ανταποδώσουν σε περίπτωση κρίσης με την Τουρκία; Ελπίζω να μην είναι τόσο αφελής.

Μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και της Κίνησης ΓΕΦΥΡΑ