ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας: η ελληνική διαπραγμάτευση και το ευρωπαϊκό πλαίσιο

workers

Μετά τη βίαιη αποδιάρθρωση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων με το πρώτο και δεύτερο Μνημόνιο, που οδήγησε στη μείωση των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ) από 203 σε 23 μεταξύ 2008 και 2015 και παρά τις ακραίες συνθήκες εκβιασμού υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η διαπραγμάτευση με την τρόικα, η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να εισαγάγει στο τρίτο Μνημόνιο, ως ρητή δέσμευση των δύο μερών, την αναθεώρηση του νέου θεσμικού πλαισίου που δημιούργησαν τα δύο πρώτα Μνημόνια και την «ευθυγράμμισή του με τις καλές πρακτικές στην Ε.Ε.». Πέτυχε δηλαδή να ανοίξει μία ρωγμή, μέσα από την οποία η σημερινή κυβέρνηση επιδιώκει την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη χώρα μας.

Ο υπ. Εργασίας συνοψίζει τον στόχο της κυβέρνησης με τη φράση «επιστροφή στην ευρωπαϊκή κανονικότητα». Δεδομένου ότι η σύνδεση με τις ευρωπαϊκές διεργασίες, που αποτελεί μέρος της προετοιμασίας του υπ. Εργασίας, είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της ελληνικής διαπραγμάτευσης, το παρόν άρθρο επιδιώκει να φωτίσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο της τελευταίας.

Ισχυρίζομαι ότι από ευρωπαϊκή σκοπιά το διακύβευμα της ελληνικής διαπραγμάτευσης, που βρίσκεται επί θύραις, είναι εάν θα επιβληθεί από τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις της Ε.Ε. το αγγλοσαξονικό μοντέλο στους «αδύναμους κρίκους» της ευρωπαϊκής ηπείρου και της Ευρωζώνης, με τη βοήθεια του «ακραίου παίκτη», εν προκειμένω του ΔΝΤ, ή εάν χώρες όπως η Ελλάδα, με ισχυρές παραδόσεις συλλογικής διαπραγμάτευσης των συνδικάτων με εργοδοτικές οργανώσεις, θα επανέλθουν στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό πρότυπο.

Η συλλογική διαπραγμάτευση των όρων εργασίας και το κοινωνικό κράτος αποτελούν τους δίδυμους πυλώνες των μεταπολεμικών καθεστώτων ευημερίας στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες και τον πυρήνα του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Ο νεοφιλελεύθερος άνεμος που σάρωσε την ευρωπαϊκή ήπειρο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες έχει επιφέρει αλλαγές και μεταλλάξεις και στους δύο πυλώνες.

Ως προς τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων, σε πολλές χώρες σημειώθηκε βαθμιαία μείωση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, παράλληλα με την υποχώρηση της συμμετοχής των μισθωτών στα συνδικάτα και την επέκταση των ευέλικτων μορφών και της αδήλωτης εργασίας. Σε άλλες χώρες θεσπίστηκαν εξαιρέσεις επιχειρήσεων από την υποχρέωση τήρησης των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό του συστήματος.

Η ενίσχυση του αγγλοσαξονικού μοντέλου…

Ήδη από την εποχή των συζητήσεων για την ΟΝΕ και της προετοιμασίας της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το κλαδικό επίπεδο συλλογικής διαπραγμάτευσης βρέθηκε στο στόχαστρο των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, που «τεκμηρίωναν» ότι μόνο οι αποκεντρωμένες διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχείρησης εξασφαλίζουν μισθολογικές αυξήσεις συμβατές με τις ανάγκες των επιχειρήσεων για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και των κερδών σε συνθήκες ανοιχτών αγορών.

Το αγγλοσαξονικό μοντέλο – ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία – ήταν το πρότυπο αναφοράς, που ενισχύθηκε από την προσχώρηση σε αυτό των ευρωπαϊκών χωρών του πρώην σοσιαλιστικού στρατοπέδου μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Στις περισσότερες από αυτές, η μετάβασή τους στον καπιταλισμό συμβάδισε με την υποτυπώδη ανάπτυξη του συνδικαλισμού και των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, οι χώρες όπου επικρατεί η διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης είναι αυτές που έχουν και τον χαμηλότερο διεθνώς βαθμό κάλυψης των μισθωτών από ΣΣΕ.

Επίσης η συγκριτική έρευνα έχει δείξει ότι όπου κατέρρευσε η συλλογική διαπραγμάτευση σε εθνικό και κλαδικό επίπεδο σημειώθηκε δραματική υποχώρηση του βαθμού κάλυψης από ΣΣΕ, π.χ. Βρετανία τις δεκαετίες του 1980 και 1990, Νέα Ζηλανδία τη δεκαετία του 1990. Το ίδιο παρατηρήθηκε και μετά την κρίση του 2008 σε χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής υπό την εποπτεία της τρόικας ή μόνο του ΔΝΤ, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβενία, η Ουγγαρία, η Κύπρος και η Ιρλανδία.

…και η αντοχή του ευρωπαϊκού κεκτημένου

Ωστόσο, το «ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο» είχε και διατηρεί μέχρι σήμερα ισχυρές ρίζες στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών, όπου επικρατούν οι εθνικές και κλαδικές συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ακόμα και μετά την κρίση του 2008 σε αρκετές αυξήθηκε ο βαθμός κάλυψης των μισθωτών από ΣΣΕ (Ολλανδία, Ελβετία, Φινλανδία, Δανία, Ισλανδία, Μάλτα), ενώ πολλές άλλες πήραν μέτρα επέκτασης των ΣΣΕ σε ακάλυπτες κατηγορίες εργαζομένων (π.χ. αποσπασμένοι) ή χαλάρωσης των προϋποθέσεων επεκτασιμότητας από τον υπ. Εργασίας (π.χ. χαμηλότερο κατώφλι κάλυψης, λόγοι δημοσίου συμφέροντος).

Είναι αξιοσημείωτο ότι η ίδια η Γερμανία, της οποίας η κυβέρνηση επεδίωξε από το 2010 τη συμμετοχή του ΔΝΤ σε όλα τα ελληνικά Μνημόνια, μεταξύ άλλων λόγων και για την επιβολή σκληρών μέτρων στα εργασιακά και το ασφαλιστικό, αφενός θεσμοθέτησε για πρώτη φορά το 2014 εθνικό κατώτατο μισθό που καθορίζεται από διμερή διαπραγμάτευση, αφετέρου ενίσχυσε το 2015 τον θεσμό της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ προκειμένου να αυξηθεί η κάλυψη των εργαζομένων σε κλάδους με ανύπαρκτη ή ισχνή συνδικαλιστική εκπροσώπηση.

Συνεπώς η διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με το κουαρτέτο για τα εργασιακά και το νέο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων πραγματοποιείται μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αντιφατικών τάσεων, όπου οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις συνεχίζουν ακάθεκτες να προωθούν την περιθωριοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (το αγγλοσαξονικό πρότυπο) και μειωμένα εργασιακά δικαιώματα κυρίως στις χώρες της Ε.Ε. που αποτελούν «αδύναμους κρίκους», μεταφέροντας στους εργαζόμενους όλο το βάρος της οικονομικής προσαρμογής.

Αντίθετα, οι προοδευτικές δυνάμεις προωθούν τη μείωση των ανισοτήτων και την κοινωνική συνοχή της Ε.Ε. υπερασπιζόμενες το «ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο» και το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», δηλαδή μία ενιαία βάση κοινωνικών δικαιωμάτων για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα στη συλλογική διαπραγμάτευση.

Μία θετική έκβαση της ελληνικής διαπραγμάτευσης για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν θα βάλει μόνο τέλος στην πορεία της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας, αντιστρέφοντας για πρώτη φορά την τάση των επτά τελευταίων ετών, αλλά θα είναι μία νίκη της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή διελκυστίνδα που προσδιορίζει συσχετισμούς και ισορροπίες, από τους οποίους εξαρτάται το μέλλον του ελληνικού και των άλλων ευρωπαϊκών λαών τα επόμενα χρόνια.

 

Μαρία Καραμεσίνη, είναι καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, διοικήτρια ΟΑΕΔ