ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Σωτήρης Βαλντέν: «Μια δυνατότητα στα ελληνοτουρκικά που πρέπει να αξιοποιήσουμε»

 

Η εναλλακτική στο διάλογο και τους αμοιβαίους συμβιβασμούς είναι μια σύγκρουση καταστροφική και για τις δύο πλευρές -και περισσότερο για μάς, ανεξαρτήτως έκβασης

Η λύση στα ελληνοτουρκικά χωρίς παράλληλο πρόοδο στο κυπριακό δεν είναι νοητή

——————————————————–

 Η απόσυρση για ένα μήνα του Ορούτς από την Τουρκία, για να αρχίσει ο διάλογος μπορεί να θεωρηθεί και αναμενόμενη; Δηλαδή, συνδέεται με την προηγούμενη, πρόσφατη, τακτική της Άγκυρας, με ταυτόχρονα προκλήσεις και προτάσεις διαλόγου, με τη μακροπρόθεσμη πολιτική της;

Η απόσυρση αποτελεί κίνηση θετική, ένα βήμα από την αντιπαράθεση προς το διάλογο. Είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα ακριβή κίνητρα του απρόβλεπτου Ερντογάν. Προφανώς εκτίμησε πως οι κίνδυνοι από τη συνέχιση του «παιχνιδιού του κοτόπουλου» με τη Ελλάδα ήταν μεγάλοι και γι’ αυτόν, πολλώ μάλλον που έχει και άλλα ανοικτά μέτωπα και μια δύσκολη οικονομική κατάσταση. Προφανώς, επίσης, ελπίζει πως θα κερδίσει κάτι, εν προκειμένω διάλογο με την Ελλάδα και ύφεση με την Ευρώπη. Πρέπει, πάντως, να αποφεύγουμε απλουστευτικές ερμηνείες, πως δήθεν «έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια» μπροστά στην ελληνική αποφασιστικότητα, ή πως πρόκειται απλά για έναν ελιγμό στο πλαίσιο μιας πάγιας τουρκικής επιθετικότητας. Η ελληνική πολιτική της Άγκυρας δεν είναι αμετάβλητη. Καθορίζεται και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και βέβαια και από το διεθνές περιβάλλον και από τη δική μας στάση.

Η απάντηση από την ελληνική πλευρά, ήταν καταρχάς θετική. Ίσως υποδηλώνει και μια “προεργασία” κατά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Τσίπρα. Βρισκόμαστε, για άλλη μια φορά, μπροστά σε μια πραγματική δυνατότητα;

Η θετική ελληνική απάντηση υποδηλώνει πρώτιστα μια «προεργασία» με το Βερολίνο. Μακάρι να έχει υπάρξει και «προεργασία» με τον Τσίπρα, γιατί η συναίνεση των δύο κομμάτων είναι αναγκαία για να μπορέσει η χώρα να ακολουθήσει το δρόμο του διαλόγου. Νομίζω, πράγματι, πως ανοίγεται σήμερα μια δυνατότητα που πρέπει να αξιοποιήσουμε. Το εγχείρημα βέβαια δεν θα είναι εύκολο. Πρώτον, γιατί χρειάζεται η άλλη πλευρά να αφήσει την επιθετική και λαϊκιστική πολιτική της. Αλλά και επειδή και σε μας οι πολιτικοί και ολόκληρη η κοινωνία θα πρέπει να πραγματοποιήσουν την υπέρβαση. Οι Πρέσπες δείχνουν πως αυτό είναι δυνατό, αλλά δείχνουν και τις αντιστάσεις. Όμως η εναλλακτική στο διάλογο και τους αμοιβαίους συμβιβασμούς είναι μια σύγκρουση καταστροφική και για τις δύο πλευρές -και περισσότερο για μάς, ανεξαρτήτως έκβασης.

Όπως φαίνεται η Γερμανία έχει παίξει βασικό ρόλο στο διάλογο, γι’ αυτό ονομάστηκε και τριμερής. Μπορούμε να πούμε ότι το ενδιαφέρον της Γερμανίας υπερβαίνει το στόχο μιας “καλής προεδρίας”; Ότι για την Τουρκία η Γερμανία είναι χώρα με ειδικό και μεγάλο ενδιαφέρον; Ότι για την Ελλάδα η Γερμανία είναι ένας τρίτος αξιόπιστος και παραπέμπει, κάπως, και σε ρόλο της ΕΕ;

Η διαμεσολάβηση της ΕΕ θέτει τη χώρα μας και την Κύπρο εξ ορισμού σε πλεονεκτική θέση, καθώς εμείς είμαστε μέλη της Ένωσης, ενώ η Τουρκία δεν είναι. Επιπλέον αρκετά κράτη-μέλη επηρεάζονται σε αντιτουρκική κατεύθυνση από θεωρήσεις εσωτερικής πολιτικής, ιδίως από την τουρκοφοβική Ακροδεξιά. Είναι γι’ αυτό εύλογη η επιφυλακτικότητα της Άγκυρας και είναι ευτυχές πως την πρωτοβουλία αναλαμβάνει σήμερα η προεδρεύουσα Γερμανία, κράτος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για καλές σχέσεις με την Τουρκία. Ασφαλώς η Γερμανία -όπως όλα τα κράτη- καθοδηγείται πρώτιστα από τα δικά της συμφέροντα. Όμως σ’ αυτά συγκαταλέγονται η ειρήνη στην περιοχή, η ενότητα του ΝΑΤΟ, η συνοχή της ΕΕ, η διαχείριση του μεταναστευτικού και οι οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία, συνεπώς η αποφυγή κρίσεων στην περιοχή -που είναι και το μείζον δικό μας συμφέρον. Θα ήταν προτιμότερο Ελλάδα και Τουρκία να μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματά τους χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων. Δυστυχώς, ο δρόμος αυτός δεν έχει οδηγήσει σε αποτέλεσμα, με ευθύνη όχι μόνο της μιας πλευράς. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, έχει, στην ουσία, εγκαταλειφθεί. Η μεσολάβηση της Γερμανίας είναι λοιπόν ευπρόσδεκτη, πολλώ μάλλον που οι ΗΠΑ του Τραμπ είναι στραμμένες αλλού και είναι επιπλέον καθ’ όλα αναξιόπιστες.

Υπάρχει το κρίσιμο ζήτημα τι τίθεται για συζήτηση. Η ελληνική πλευρά εμφανίζεται – κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση – να υποστηρίζει ότι η διαφορά είναι μόνο μια: η υφαλοκρηπίδα και τα συναφή. Ο κ. Καλίν παρέθεσε “προς συζήτηση”- δεν χρησιμοποίησε νομίζω τη λέξη “διαπραγμάτευση” – σειρά θεμάτων. Πώς τίθεται το θέμα αυτό; Πόσο είναι διαπραγματευτική και πόσο πραγματική θέση;

Σε κάθε διαπραγμάτευση έχει σημασία τι και πώς συζητείται, επίσημα, ανεπίσημα ή καθόλου. Δεν είναι δικός μου ρόλος και, θα έλεγα, ούτε κανενός πλην των αμέσως εμπλεκομένων, να αποφανθούμε δημόσια και λεπτομερώς για τα ζητήματα αυτά. Όμως ο καλύτερος τρόπος για να ναυαγήσει μια διαπραγμάτευση είναι να τίθενται δημόσια «κόκκινες γραμμές» που καθιστούν αδύνατο κάθε αναγκαίο συμβιβασμό. Οι πλέον φωνασκούντες για την «μία και μόνη διαφορά» είναι όσοι, ξεκινώντας από τη λαθεμένη αντίληψη πως «όλο το δίκαιο είναι με το μέρος μας», θεωρούν πως κάθε διαπραγμάτευση οδηγεί αναπόφευκτα σε αθέμιτες παραχωρήσεις και άρα, στην πραγματικότητα, προτιμούν τη στασιμότητα, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο ή και επιδιώκοντας την αντιπαράθεση. Συνεπώς, ναι, πιστεύω πως η ελληνική πλευρά (και η αντιπολίτευση) καλό είναι να μην αυτοπαγιδεύεται στην αδιαλλαξία, ακόμη και όταν προβάλλει διαπραγματευτικές θέσεις. Θα προσέθετα εδώ πως η εικόνα μιας Τουρκίας που συνεχώς προτείνει διάλογο και διαπραγματεύσεις και μιας Ελλάδας που συνεχώς τα αρνείται με διάφορες δικαιολογίες, δεν ενισχύει τη διεθνή μας θέση.

Η ΝΔ, που θα έχει το βάρος της διαπραγμάτευσης, είναι γνωστό ότι έχει μια ισχυρή πτέρυγα που διαφωνεί. Διακινδυνεύεται η ενότητά της; Ή διαφορετικά αυτό μπορεί να νοθεύσει την κοπιώδη, σίγουρα, αναζήτηση διεξόδου στις σχέσεις με τη γείτονα;

Στη χώρα μας υπάρχει ένα ισχυρό διακομματικό εθνικιστικό λόμπι με πλοκάμια στο «βαθύ κράτος», και τα ΜΜΕ. Το λόμπι αυτό είναι ιδιαίτερα ισχυρό στον κυβερνητικό χώρο και υποδαυλίστηκε εγκληματικά από τον κ. Μητσοτάκη με τη στάση του ενάντια στη συμφωνία των Πρεσπών και πιο πρόσφατα στο προσφυγικό. Σήμερα, οι δυνάμεις αυτές επιδιώκουν με κάθε τρόπο να παρεμποδίσουν την πρόοδο στα ελληνοτουρκικά. Ενίοτε προκαλούν και επικίνδυνες καταστάσεις (όπως με την πρόσφατη μυστηριώδη έκδοση προβοκατόρικης NAVTEX). Μένει να αποδειχτεί αν ο πρωθυπουργός θα μπορέσει να τις παραμερίσει, ή θα ακολουθήσει την πορεία του πατέρα του που το 1992 μας οδήγησε, άκων, στην αντιπαράθεση με τα Σκόπια. Από τη δική μας πλευρά, τα εσωτερικά της ΝΔ δεν μας αφορούν. Μας αφορά όμως πολύ η εξωτερική πολιτική και η άμυνά μας να μην υπαγορεύονται από εθνικιστές και τουρκοφάγους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία δια του Αλέξη Τσίπρα έχει δηλώσει ότι “δεν θα γίνει Μητσοτάκης” υπονοώντας την – ανεύθυνη – στάση του στο Μακεδονικό και ότι “θα βάλει πλάτη” υπό όρους, βέβαια. Ωστόσο, έχει υποστεί κριτική, εσωκομματικά, ότι αυτό δεν υπηρετείται πλήρως με την καθημερινότητα των τοποθετήσεών μας, που απομακρύνονται, ενίοτε, από το πνεύμα των Πρεσπών. Πώς, κατά τη γνώμη σου, μπορεί να συμβάλλει αυτή την κρίσιμη περίοδο;

Προσωπικά, ανήκω σε όσους επικρίνουν τη στάση του κόμματός μας στα ελληνοτουρκικά και το κυπριακό (όπως και στο προσφυγικό). Θεωρώ πως ο φόβος του «πολιτικού κόστους» και ένας ορισμένος «κυβερνητισμός», κληρονομημένος από τη θητεία μας στα σχετικά υπουργεία, έχει οδηγήσει σε υποβάθμιση του μετώπου κατά του εθνικισμού και της ξενοφοβίας και αντίθετα σε τοποθετήσεις απέναντι στην κυβέρνηση συχνά εθνικιστικές. Μια υπεύθυνη στάση του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει, πιστεύω, να περιλαμβάνει τρία στοιχεία:

  • Εθνική ενότητα στην απευκταία περίπτωση που οδηγηθούμε σε σύγκρουση
  • Σταθερή επιδίωξη να ξεφύγουμε από τη συγκρουσιακή τροχιά και στήριξη της κυβέρνησης σε κάθε προσπάθειά της προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντίθετα, εναντίωση σε εθνικιστικές εκτροπές κυβέρνησης, κομμάτων και κοινωνίας των πολιτών.
  • Στήριξη της εθνικής διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, εφόσον φθάσουμε εκεί, με στόχο βέβαια την επίτευξη συμφωνίας.

Ο κύριος κίνδυνος σήμερα στην ελληνική πλευρά δεν είναι ο «ενδοτισμός» της κυβέρνησης, αλλά η αδιέξοδη αδιαλλαξία που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από το λαϊκισμό, σε μια κοινωνία που επί δεκαετίες γαλουχείται με έναν αναχρονιστικό εθνικισμό. Υπεύθυνη στάση της Αριστεράς είναι συνεπώς, να καταπολεμούμε, όχι να ανεχόμαστε ή να τροφοδοτούμε αυτό το κλίμα. Επίσης, μια λελογισμένη ενίσχυση της εθνικής διαπραγμάτευσης με «σκληρή» στάση απέναντι σε παραχωρήσεις, δεν θα πρέπει να φθάνει στο σημείο να καθιστά αδύνατη μια συμφωνία.

Γράφτηκε ότι η Τουρκία θέλει “πρόοδο” έως την άτυπη Σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, 27 – 28/8, ούτως ώστε να αποτρέψει ενδεχόμενο κυρώσεων και να προωθήσει την προσέγγισή της με την ΕΕ. Οι κυρώσεις είναι “κατάλληλο” εργαλείο σε μια τόσο σύνθετη συγκρουσιακή σχέση;

Είμαι γενικά επιφυλακτικός στην άκριτη χρήση μονομερών κυρώσεων, έξω από το πλαίσιο του ΟΗΕ. Η αποτελεσματικότητά τους είναι αμφίβολη, ενώ συχνά πλήττουν τον απλό κόσμο. Εν προκειμένω, αμφιβάλλω αν οι κυρώσεις θα αποτρέψουν προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας. Μάλλον συσπειρώνουν τη χώρα γύρω από τον Ερντογάν. Και η θεωρία πως οι κυρώσεις θα τον «φέρουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» είναι εξωπραγματική. Τώρα, αν η κατάσταση οξυνθεί παραπέρα, ή αν στην Κύπρο συνεχιστεί η σαφώς παράνομη τουρκική πρακτική, είναι πιθανό να υπάρξουν κυρώσεις. Διαφωνώ όμως με όσους βλέπουν την επιδίωξη κυρώσεων ως την κορωνίδα της διπλωματίας μας, αντί να επικεντρώνονται στο πώς θα βρεθούν λύσεις.

Το Κυπριακό, θεωρείται κλειδί, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εδώ η ελληνοκυπριακή πλευρά φέρνει μεγαλύτερη ευθύνη για τη μη λύση. Οι δηλώσεις τώρα των κυπρίων ηγετών ήταν πολύ αμυντικές. Θα βαρύνει αυτό στον διάλογο;

Φοβάμαι πως λύση στα ελληνοτουρκικά χωρίς παράλληλη πρόοδο στο κυπριακό δεν είναι νοητή, καθώς η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Άγκυρα και η απρόσκοπτη αξιοποίηση των ενεργειακών της πηγών είναι αλληλένδετη με την επίλυση του κυπριακού. Η ελληνοκυπριακή πλευρά, και ιδιαίτερα ο πρόεδρος Αναστασιάδης, φέρουν πράγματι μεγάλη ευθύνη για τη μη επίτευξη λύσης μέχρι σήμερα, όπως εξάλλου και η Αθήνα που τον στήριξε σε μια κρίσιμη φάση. Θεωρώ αναγκαίο οι δύο κυπριακές κοινότητες να οδηγηθούν πάλι σε διαπραγματεύσεις για να επιτευχθεί λύση στη βάση της διζωνικής ομοσπονδίας. Στο μεταξύ, θα πρέπει να βρεθεί και λύση για το μοίρασμα των ενεργειακών εσόδων στις δύο κοινότητες. Η Αθήνα, πιστεύω, πως μπορεί και πρέπει να ασκήσει επιρροή στον κύπριο πρόεδρο. Και βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συμβάλει και αυτός, μεταξύ άλλων συμπορευόμενος με το αδελφό του κόμμα, το ΑΚΕΛ.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός