ΤΑ ΜΠΛΟΚΙΑ

Ειδήσεις και αναλύσεις από τη Λέσβο και την Ελλάδα με αριστερή ματιά!

Απόψεις Δεύτερο Θέμα

Χρόνια πολλά

Αγάπησα βαθιά την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, για πάρα πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναφέρω. Άλλωστε κάθε φορά που το σκέφτομαι, προστίθενται και καινούργιοι. Μια τέτοια αναστάσιμη μέρα όμως, μια μέρα μετά την επέτειο γέννησής του το 1909 και επειδή περνάμε δύσκολες και δυσώδεις ημέρες, νομίζω πως θα πρέπει να σταθούμε στην απεραντοσύνη του έργου του για να πάρουμε κουράγιο.

Μια απεραντοσύνη που αναβλύζει από κάθε λέξη των ποιημάτων του και που προκύπτει από την αήττητη σοφία της ανεξικακίας του και την ανυποχώρητη αγάπη για τον άνθρωπο. Πολλοί για πολλούς λόγους φτάνουν στις ύψιστες κορυφές της Τέχνης. Έχω την ιδέα πως ο Γιάννης Ρίτσος δημιούργησε το μεγαλειώδες έργο του επειδή κατανόησε ως τα μύχια της ψυχής του πως ο κάθε άνθρωπος, αλλά ο κάθε άνθρωπος χωρίς εξαίρεση, είναι ένα μεγαλειώδες πολύτιμο δημιούργημα. Ταύτισε, έτσι, την έννοια της ποίησης με την έννοια της αήττητης ζωής. Της κατάστασης εκείνης που είναι αδύνατο να ηττηθεί και που υπάρχει, «θανάτω θάνατον πατήσας».

Αυτή η συνείδηση βρίσκεται μέσα σε κάθε του λέξη, αυτή η συνείδηση κινεί την κάθε του λέξη, αυτή η συνείδηση δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ούτε στις πιο τραγικές στιγμές του βίου του. Μια από τις πολλές αποδείξεις είναι η συλλογή «Διάδρομος και σκάλα», που αποτελείται από ποιήματα γραμμένα σε μια χαλύβδινη περίοδο για τον ίδιο και για την Ελλάδα: γράφτηκαν στην πιο μαύρη περίοδο της χούντας, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 1970. Από τούτη τη συλλογή των μικρών χειρονομιών και των ανεπαίσθητων δραμάτων διάλεξα ένα ποίημα, μέρα που είναι, για να μην ξεχνάμε τον Γιάννη Ρίτσο, για να μην ξεχνάμε πως είμαστε άνθρωποι, δηλαδή συνείδηση ελευθερίας και αγάπης. Τίποτα λιγότερο, τίποτα κατώτερο.

ΥΠΟΚΡΙΣΗ

Μικρά κορίτσια, απ” το πρωί, μπαίνουν στους κήπους, κόβουν

λουλούδια.

«Για τον Κύριο», λένε. Οι γυναίκες σωπαίνουν. «Για τον Κύριο».

Τρίζουν οι καγκελόπορτες. Χτυπούν οι καμπάνες. Χελιδόνια

επιστατούν από ψηλά. Περνούν τ” ακροθαλάσσια λεωφορεία.

Το ξύλινο, ζωγραφισμένο σώμα, πλαγιασμένο. Μήτε εκείνος

δεν ήξερε να αποκριθεί στο βλοσυρό ανακριτή. Μήτε εκείνος

δεν ήθελε να πιεί το ποτήρι. Θα τον ντύσουν ξανά με λουλούδια-

τρείς μέρες και τρείς νύχτες – έτσι. Κ” ύστερα οι ανθρώποι

μην αντέχοντας άλλο: «Αναστήθηκε», θα πουν, και θα

επιστρέψουν στις καθημερινές δουλειές τους,

μ” ένα άνθος επιτάφιου στο πέτο,

μ” ένα κόκκινο αυγό και δυο κουλούρια στην τσέπη.

Να είστε όλοι καλά. Χριστός Ανέστη και χρόνια πολλά στη ζωή. Να ζούμε «έως δακρύων» που λέει και ο Καμύ, να θυμόμαστε και να τιμούμε τους αποθαμένους μας.